Μια απρόσμενη πολιτική αντιπαράθεση έχει ξεσπάσει στις Ηνωμένες Πολιτείες με αφορμή την Cheesecake Factory, τη γνωστή αλυσίδα εστιατορίων που βρέθηκε στο επίκεντρο της προεκλογικής συζήτησης ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι χρησιμοποίησαν το δημοφιλές εστιατόριο ως σύμβολο της σχέσης τους με τη μεσαία τάξη και την καθημερινότητα των Αμερικανών.
Η αντιπαράθεση ξεκίνησε από ένα χιουμοριστικό σχόλιο του πρώην προέδρου Μπαράκ Ομπάμα για τον Ντόναλντ Τραμπ και τις παρεμβάσεις του στον Λευκό Οίκο. Η απάντηση των Ρεπουμπλικανών ήταν άμεση, με την Cheesecake Factory να μετατρέπεται σε πολιτικό θέμα, παρότι η ίδια η εταιρεία δεν είχε καμία συμμετοχή. Ενώ όμως οι δύο πολιτικές πλευρές αντάλλασσαν αιχμές, η αλυσίδα επέλεξε να μη σχολιάσει τη διαμάχη. Μια στάση που, σύμφωνα με ανάλυση του Fast Company, αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική, καθώς η εταιρεία απέφυγε να εμπλακεί στην πολιτική σύγκρουση, την ώρα που ανακοίνωνε ισχυρά οικονομικά αποτελέσματα.
Το σχόλιο του Ομπάμα που προκάλεσε αντιδράσεις
Όλα ξεκίνησαν όταν ο Μπαράκ Ομπάμα σχολίασε σκωπτικά την προτίμηση του Ντόναλντ Τραμπ στις πολυτελείς και εντυπωσιακές διακοσμήσεις. «Έχει κάνει τον Λευκό Οίκο να μοιάζει σαν να άνοιξε ο Σαντάμ Χουσεΐν μια Cheesecake Factory», αστειεύτηκε ο πρώην πρόεδρος. Η αναφορά δεν ήταν τυχαία. Η Cheesecake Factory είναι γνωστή για την ιδιαίτερα πληθωρική αισθητική των εστιατορίων της, που συνδυάζει αιγυπτιακούς κίονες, βικτωριανά διακοσμητικά στοιχεία, ευρωπαϊκές επιρροές, περίτεχνα ταβάνια και μεγάλους καναπέδες. Ένα μείγμα που έχει αποκτήσει τη δική του ταυτότητα, αλλά έχει δεχθεί και κριτική για την υπερβολή του.
Οι Ρεπουμπλικανοί έσπευσαν να αξιοποιήσουν το σχόλιο, παρουσιάζοντάς το ως ένδειξη περιφρόνησης απέναντι σε μια δημοφιλή αμερικανική επιχείρηση. Η συντακτική ομάδα της Wall Street Journal χαρακτήρισε τον Ομπάμα συγκαταβατικό, υποστηρίζοντας ότι τέτοιου είδους σχόλια εξηγούν γιατί οι Δημοκρατικοί έχασαν την επαφή τους με τη μεσαία τάξη. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, μιλώντας έξω από εστιατόριο της αλυσίδας, σχολίασε ότι οι εύποροι κύκλοι του Martha’s Vineyard θα έπρεπε να δοκιμάσουν να το επισκεφθούν.
Στην αντιπαράθεση παρενέβη και ο Ντόναλντ Τραμπ, χαρακτηρίζοντας την Cheesecake Factory «μια πολύ επιτυχημένη εταιρεία» και υποστηρίζοντας ότι ο Ομπάμα δεν συμπαθεί τις επιτυχημένες επιχειρήσεις. Ο Λευκός Οίκος δημοσίευσε μάλιστα βίντεο δημιουργημένο με τεχνητή νοημοσύνη, στο οποίο ένας Τραμπ σε μορφή κινουμένων σχεδίων εμφανίζεται να χαιρετά έξω από εστιατόριο της αλυσίδας.
Η Cheesecake Factory ως σύμβολο της αμερικανικής κουλτούρας
Η συζήτηση δεν περιορίστηκε στον πολιτικό χώρο. Αμερικανικά μέσα ενημέρωσης υπερασπίστηκαν την ιδιαίτερη ταυτότητα της Cheesecake Factory, ακόμη και όταν αναγνώριζαν ότι η αισθητική της μπορεί να θεωρηθεί υπερβολική. Το Atlantic υποστήριξε ότι η αλυσίδα, όπως και άλλα χαρακτηριστικά αμερικανικά εστιατόρια, μπορεί να αποτελεί αντικείμενο χιούμορ, αλλά θα έπρεπε να παραμένει έξω από τις κομματικές αντιπαραθέσεις, ως ένας από τους λιγοστούς κοινόχρηστους χώρους κοινωνικής συνάντησης που εξακολουθούν να ενώνουν τους Αμερικανούς.
Αντίστοιχα, ο Ρικ ΜακΚόρμακ, πρώην αντιπρόεδρος σχεδιασμού της Cheesecake Factory επί 13 χρόνια, υπερασπίστηκε το όραμα του ιδρυτή της, Ντέιβιντ Όβερτον, επικρίνοντας τον Ομπάμα για την υποτίμηση μιας επιτυχημένης αμερικανικής επιχειρηματικής ιστορίας. Ο ίδιος, πάντως, είχε παραδεχθεί σε συνέντευξή του στο Eater το 2017 ότι η διακόσμηση των εστιατορίων δεν είναι απαραίτητα του γούστου όλων. Όπως είχε αστειευτεί, αν περιέγραφε μόνο με λόγια την αισθητική τους, κάποιος θα μπορούσε να φανταστεί έναν από τους πιο κακόγουστους χώρους. Οι New York Times υπενθύμισαν επίσης ότι ο Ομπάμα δεν ήταν ο πρώτος που σχολίασε την αισθητική της αλυσίδας, η οποία στο παρελθόν είχε χαρακτηριστεί ακόμη και ως η γαστρονομική εκδοχή της οικογένειας Καρντάσιαν.
Έσοδα άνω του 1 δισ. και άνοδος της μετοχής
Παρά τη δημοσιότητα, η Cheesecake Factory επέλεξε να παραμείνει σιωπηλή. Η εταιρεία δεν απάντησε σε σχετικό αίτημα του Fast Company, ενώ η πολιτική αντιπαράθεση δεν αναφέρθηκε ούτε στην τηλεδιάσκεψη με αναλυτές που συνόδευσε την ανακοίνωση των τριμηνιαίων οικονομικών αποτελεσμάτων της. Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα ισχυρά. Η αλυσίδα ανακοίνωσε τριμηνιαία έσοδα άνω του 1 δισ. δολαρίων, αυξημένα περισσότερο από 10% σε ετήσια βάση, ενώ τα κέρδη ξεπέρασαν σημαντικά τις εκτιμήσεις των αναλυτών.
Παράλληλα, η χρηματιστηριακή αξία της εταιρείας έχει ενισχυθεί σημαντικά, με την τιμή της μετοχής της να έχει διπλασιαστεί μέσα στο 2026. Η περίπτωση της Cheesecake Factory διαφοροποιείται από άλλες πρόσφατες περιπτώσεις αμερικανικών επιχειρήσεων που βρέθηκαν στο επίκεντρο πολιτισμικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Cracker Barrel, η οποία κατηγορήθηκε από συντηρητικούς κύκλους για υπερβολική προσαρμογή στην προοδευτική κουλτούρα όταν άλλαξε το λογότυπό της. Η εταιρεία αντιμετώπισε απειλές για μποϊκοτάζ και τελικά ανακάλεσε τον επανασχεδιασμό.
Ακόμη και εταιρείες που δεν είχαν προκαλέσει οι ίδιες μια πολιτική διαμάχη έχουν αναγκαστεί στο παρελθόν να τοποθετηθούν δημόσια. Το 2016, για παράδειγμα, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ συνέκρινε την υποδοχή Σύρων προσφύγων με την επιλογή καραμελών Skittles από ένα μπολ που περιείχε μερικές δηλητηριασμένες, η εταιρεία απάντησε ότι οι καραμέλες είναι προϊόντα, ενώ οι πρόσφυγες είναι άνθρωποι, απορρίπτοντας τη σύγκριση.
Την ίδια χρονιά, η Tic Tac καταδίκασε δημόσια τα σχόλια του Ντόναλντ Τραμπ για τις γυναίκες, όταν δημοσιοποιήθηκε η ηχογράφηση του 2005 από την εκπομπή Access Hollywood, στην οποία ο ίδιος αναφερόταν στη χρήση των συγκεκριμένων καραμελών πριν φιλήσει γυναίκες.
Γιατί η σιωπή αποδείχθηκε αποτελεσματική
Στην περίπτωση της Cheesecake Factory, η αποχή από την πολιτική αντιπαράθεση λειτούργησε προς όφελος της εταιρείας, καθώς τελικά καμία από τις δύο πλευρές δεν επιθυμούσε να εμφανιστεί εχθρική απέναντι στη δημοφιλή αλυσίδα. Ακόμη και ο ίδιος ο Ομπάμα επανήλθε στο θέμα, σχολιάζοντας ότι ο Λευκός Οίκος αφιέρωσε περισσότερη ενέργεια στην απάντηση στο αστείο του απ’ ό,τι στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού.
«Δεν έχουν λύσεις για τα πραγματικά προβλήματα, γι’ αυτό προτιμούν τα μέσα ενημέρωσης και ο κόσμος να μιλούν για την Cheesecake Factory», ανέφερε. Ο πρώην πρόεδρος διευκρίνισε επίσης ότι, ως πατέρας δύο παιδιών, είχε περάσει αρκετό χρόνο στα εστιατόρια της αλυσίδας. «Ήταν από τα αγαπημένα μου μέρη για περίπου μία δεκαετία», δήλωσε. Έτσι, η Cheesecake Factory βρέθηκε στο επίκεντρο μιας πολιτικής σύγκρουσης χωρίς να χρειαστεί να πάρει θέση. Και, όπως επισημαίνει το Fast Company, η επιλογή της να μην απαντήσει επιβεβαίωσε μια γνώριμη αρχή, που δύσκολα θα συνέδεε κανείς με την πληθωρική αισθητική της: μερικές φορές, το λιγότερο είναι περισσότερο.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.