Η συζήτηση για τις επιπτώσεις της εργασίας στην υγεία δεν περιορίζεται πλέον στις νυχτερινές βάρδιες. Υπερωρίες, απασχόληση τα Σαββατοκύριακα και εργασία πολύ νωρίς το πρωί ή αργά το βράδυ μπαίνουν πλέον στο μικροσκόπιο των ειδικών, καθώς μπορούν να διαταράξουν τον ύπνο, να ενισχύσουν την κόπωση και το άγχος και να περιορίσουν σημαντικά τον χρόνο που διαθέτει ένας εργαζόμενος για προσωπική και οικογενειακή ζωή.
Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της έκτασής του. Εκτιμάται ότι το 55% έως 75% των εργαζομένων μπορεί να απασχολείται, με διαφορετική συχνότητα και ένταση, σε ώρες που αποκλίνουν από ένα συμβατικό ημερήσιο πρόγραμμα εργασίας.
Οι επιπτώσεις δεν αφορούν μόνο την καθημερινή ευεξία. Η συστηματική έκθεση σε τέτοια ωράρια μπορεί να εξελιχθεί σε παράγοντα επαγγελματικού κινδύνου, επηρεάζοντας τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική υγεία και ενισχύοντας την ανάγκη για αυστηρότερους κανόνες προστασίας.
Πότε ένα ωράριο θεωρείται «άτυπο»
Στην έννοια της άτυπης απασχόλησης εντάσσονται διαφορετικές μορφές εργασίας που βρίσκονται εκτός του συνηθισμένου ημερήσιου πλαισίου. Σε αυτές περιλαμβάνεται η εργασία τα Σαββατοκύριακα, αλλά και η παρατεταμένη απασχόληση, όταν ξεπερνά τις οκτώ ώρες ημερησίως ή τις 40 ώρες την εβδομάδα.
Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και βάρδιες που καλύπτουν χρονικά διαστήματα από τις 5 έως τις 8 το πρωί ή από τις 7 το απόγευμα έως τα μεσάνυχτα.
Πρόκειται για ωράρια που συναντώνται σε ένα εξαιρετικά ευρύ φάσμα της οικονομικής δραστηριότητας. Υπάλληλοι και δημόσιοι λειτουργοί, εργαζόμενοι στο λιανεμπόριο και στην εστίαση, αγρότες, νοσηλευτές, φροντιστές, μάγειροι, σερβιτόροι, καταστηματάρχες, καθώς και προσωπικό καθαρισμού και συντήρησης είναι μεταξύ των επαγγελματικών ομάδων που μπορεί να εκτίθενται συστηματικά σε τέτοιες συνθήκες.
Το ζήτημα, επομένως, δεν αφορά μια μικρή ομάδα εργαζομένων ή ορισμένους μόνο κλάδους. Αγγίζει μεγάλο τμήμα της αγοράς εργασίας, ιδιαίτερα σε δραστηριότητες όπου η λειτουργία επιχειρήσεων και υπηρεσιών δεν μπορεί να περιοριστεί στο παραδοσιακό ωράριο.
Από το «χρέος ύπνου» έως το χρόνιο στρες
Ένα από τα βασικότερα προβλήματα είναι ότι το ανθρώπινο σώμα χρειάζεται επαρκή και σταθερό χρόνο ανάπαυσης για να ανακάμψει. Όταν οι ώρες εργασίας επεκτείνονται συστηματικά ή μετακινούνται σε χρονικά διαστήματα που κανονικά προορίζονται για ξεκούραση, η διαδικασία αυτή διαταράσσεται.
Η συνέπεια μπορεί να είναι η δημιουργία συσσωρευμένου «χρέους ύπνου», το οποίο δεν αναπληρώνεται πάντοτε εύκολα. Η κατάσταση αυτή συνδέεται με αυξημένη κόπωση, μειωμένη συγκέντρωση και μεγαλύτερη δυσκολία διατήρησης ενός σταθερού καθημερινού προγράμματος.
Στις πιθανές επιπτώσεις περιλαμβάνονται επίσης έντονο άγχος, μυοσκελετικές διαταραχές και μεγαλύτερος κίνδυνος εργατικών ατυχημάτων. Η κόπωση, άλλωστε, δεν επηρεάζει μόνο την αντοχή, αλλά μπορεί να περιορίσει την εγρήγορση και την ταχύτητα αντίδρασης, παράγοντες ιδιαίτερα κρίσιμους σε επαγγέλματα που απαιτούν συνεχή προσοχή.
Η επιβάρυνση δεν σταματά στη σωματική υγεία. Ένας εργαζόμενος που απασχολείται όταν η οικογένεια και οι φίλοι του είναι ελεύθεροι δυσκολεύεται περισσότερο να διατηρήσει σταθερή κοινωνική ζωή. Η απώλεια κοινού ελεύθερου χρόνου μπορεί σταδιακά να οδηγήσει σε απομόνωση, επηρεάζοντας τις προσωπικές σχέσεις και την ψυχική ισορροπία.
Η παρατεταμένη αυτή πίεση μπορεί να ευνοήσει την εμφάνιση συμπτωμάτων κατάθλιψης και χρόνιου στρες, ιδιαίτερα όταν τα δύσκολα ωράρια αποτελούν μόνιμη και όχι περιστασιακή συνθήκη εργασίας.
Αυστηρότερο πλαίσιο προστασίας για τους εργαζομένους
Η αντιμετώπιση του προβλήματος περνά μέσα από τον περιορισμό των άτυπων ωραρίων όπου αυτό είναι εφικτό. Σε αρκετούς κλάδους, βέβαια, η πλήρης κατάργησή τους δεν είναι ρεαλιστική. Νοσοκομεία, εστίαση, εμπόριο, υπηρεσίες φροντίδας και πολλές ακόμη δραστηριότητες απαιτούν προσωπικό πέρα από το κλασικό ημερήσιο ωράριο.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, το βάρος μεταφέρεται στην ισχυρότερη θεσμική προστασία των εργαζομένων, με κανόνες αντίστοιχους εκείνων που εφαρμόζονται στη νυχτερινή εργασία. Στο πλαίσιο αυτό αποκτούν ιδιαίτερη σημασία η επαρκής ανάπαυση, η οργάνωση των βαρδιών και η συστηματική ιατρική παρακολούθηση.
Ιδιαίτερη μέριμνα απαιτείται για ευάλωτες κατηγορίες εργαζομένων, όπως οι έγκυες γυναίκες, για τις οποίες οι επιπτώσεις ενός επιβαρυντικού ωραρίου μπορεί να απαιτούν πρόσθετα μέτρα προστασίας.
Κρίσιμο βήμα θεωρείται παράλληλα η σαφής νομική περιγραφή του τι συνιστά «άτυπο ωράριο». Χωρίς έναν συγκεκριμένο ορισμό, είναι δυσκολότερο να εφαρμοστούν ενιαίοι κανόνες πρόληψης και προστασίας.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια αγορά εργασίας όπου τα όρια ανάμεσα στον εργασιακό και τον προσωπικό χρόνο γίνονται ολοένα πιο δυσδιάκριτα. Η προστασία της υγείας δεν εξαρτάται μόνο από το πόσες ώρες εργάζεται κάποιος, αλλά και από το πότε εργάζεται, πόσο συχνά και πόσο χρόνο διαθέτει για πραγματική αποκατάσταση πριν επιστρέψει στην εργασία.
Διαβάστε ακόμη
Αθηναϊκή Ριβιέρα: Τέσσερα ιστορικά ακίνητα μετατρέπονται σε πολυτελείς κατοικίες (pics)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.