Η προοπτική μείωσης των κρατήσεων από την Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) απομακρύνεται για περίπου 440.000 συνταξιούχους, οι οποίοι θα συνεχίσουν και το 2027 να επιβαρύνονται με τη συγκεκριμένη εισφορά, επιπλέον της φορολογίας που καταβάλλουν. Η ουσιαστική μεταρρύθμιση του συστήματος φαίνεται πως μεταφέρεται στην επόμενη κυβέρνηση, με τις όποιες αλλαγές να μην αναμένονται πριν από το 2028.
Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις αναμένεται να διαδραματίσει η απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπου, έπειτα από διαδοχικές αναβολές, η υπόθεση έχει προγραμματιστεί να συζητηθεί στις 4 Νοεμβρίου 2026.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις νομικών κύκλων, η έκδοση της απόφασης αναμένεται μέσα στο 2027 και, σε κάθε περίπτωση, μετά τις εκλογές. Επομένως, ακόμη και αν προκύψουν δικαστικά δεδομένα που θα επιβάλουν την αλλαγή του τρόπου υπολογισμού της εισφοράς, η εφαρμογή μιας νέας ρύθμισης εκτιμάται ότι θα μετατεθεί για το 2028.
Γιατί δεν προχώρησε η μείωση της ΕΑΣ
Η κυβέρνηση δεν έχει προβλέψει καμία ουσιαστική αλλαγή στη δομή της ΕΑΣ για το 2027, διατηρώντας το υφιστάμενο καθεστώς υπολογισμού των κρατήσεων.
Η επιλογή να παραμείνει η αναμόρφωση της εισφοράς εκτός των κυβερνητικών παρεμβάσεων συνδέεται με την απόφαση να ενισχυθεί περισσότερο το μόνιμο επίδομα των συνταξιούχων, το οποίο αυξήθηκε τελικά από τα 300 στα 400 ευρώ, αντί να περιοριστούν οι κρατήσεις της ΕΑΣ.
Το συγκεκριμένο βοήθημα, που χαρακτηρίζεται ως 13η εθνική σύνταξη, απέκτησε παράλληλα ευρύτερη βάση δικαιούχων, καθώς καταργούνται τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, ενώ εξακολουθούν να ισχύουν ηλικιακές προϋποθέσεις.
Έτσι, το επίδομα θα καταβάλλεται πλέον σε όλους τους συνταξιούχους άνω των 65 ετών, καθώς και στους δικαιούχους σύνταξης χηρείας που έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας τους.
Ωστόσο, η διατήρηση της ΕΑΣ χωρίς ουσιαστικές αλλαγές σημαίνει ότι περίπου 440.000 συνταξιούχοι θα εξακολουθήσουν να βλέπουν σημαντικό μέρος της σύνταξής τους να παρακρατείται.
Μάλιστα, οι αυξήσεις που προβλέπονται για το 2027 διαμορφώνονται στο 2,8% επί των μεικτών συντάξεων, ποσοστό που υπολείπεται του πληθωρισμού, σύμφωνα με τα στοιχεία του κειμένου.
Οι απώλειες που έχουν συσσωρευτεί από την εφαρμογή της ΕΑΣ είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Υπολογίζεται ότι από το 2010 έως σήμερα οι συνταξιούχοι που υπάγονται στην εισφορά έχουν στερηθεί συνολικά περίπου 10 δισ. ευρώ.
Ποιοι συνταξιούχοι χάνουν τα περισσότερα χρήματα
Οι μεγαλύτερες επιβαρύνσεις από τον σημερινό τρόπο υπολογισμού της ΕΑΣ εντοπίζονται κυρίως σε δύο κατηγορίες συνταξιούχων.
Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει όσους λαμβάνουν μεικτές συντάξεις από 1.784 έως 2.080 ευρώ. Στη συγκεκριμένη εισοδηματική κλίμακα, ο συντελεστής της εισφοράς διπλασιάζεται στο 6%, ενώ για συντάξεις από 1.468 έως 1.783 ευρώ περιορίζεται στο 3%.
Αυτή η απότομη μεταβολή του συντελεστή δημιουργεί σημαντικές στρεβλώσεις, καθώς ακόμη και μια μικρή αύξηση της σύνταξης μπορεί να οδηγήσει σε αισθητά μεγαλύτερη παρακράτηση.
Η δεύτερη κατηγορία αφορά συνταξιούχους με μεικτές αποδοχές άνω των 2.200 ευρώ, αλλά και εκείνους των οποίων το άθροισμα των κύριων συντάξεων ξεπερνά τα 3.500 ευρώ.
Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται περίπου 10.000 συνταξιούχοι, οι οποίοι αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα υψηλές μηνιαίες κρατήσεις.
Συγκεκριμένα, η παρακράτηση ξεκινά από τα 220 ευρώ τον μήνα και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να φτάσει τα 500 έως 600 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο ύψος μιας κατώτατης σύνταξης.
Η κρίσιμη δίκη της 4ης Νοεμβρίου και τα αναδρομικά
Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκεται η εκκρεμής δικαστική διαδικασία για τον τρόπο επιβολής της ΕΑΣ.
Η συζήτηση ενώπιον της μείζονος διευρυμένης Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που είχε προγραμματιστεί για τις 7 Οκτωβρίου 2026, αναβλήθηκε εκ νέου και μεταφέρθηκε στις 4 Νοεμβρίου.
Το βασικό ερώτημα που καλείται να απαντήσει το δικαστήριο είναι αν η εισφορά πρέπει να υπολογίζεται μόνο στο ποσό της σύνταξης που υπερβαίνει τα 1.468 ευρώ, αντί να επιβάλλεται στο σύνολο των μεικτών αποδοχών.
Εφόσον κριθεί ότι ο ισχύων μηχανισμός υπολογισμού παραβιάζει συνταγματικές αρχές, θα προκύψει ανάγκη αναμόρφωσής του, με την υιοθέτηση ενός περισσότερο αναλογικού συστήματος.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση των κρατήσεων για 440.000 συνταξιούχους, αλλά και να πυροδοτήσει νέο κύμα δικαστικών προσφυγών.
Οι δικαιούχοι θα αποκτούσαν τη δυνατότητα να διεκδικήσουν αναδρομικά ποσά, τα οποία θα αντιστοιχούσαν στις διαφορές μεταξύ των κρατήσεων που τους επιβάλλονται σήμερα και εκείνων που θα προέκυπταν από έναν διαφορετικό τρόπο υπολογισμού.
Το ζήτημα, επομένως, δεν αφορά πρωτίστως την κατάργηση της ΕΑΣ, αλλά τον τρόπο με τον οποίο αυτή εφαρμόζεται στις συντάξεις.
Πώς υπολογίζεται σήμερα η εισφορά
Από την 1η Ιανουαρίου 2026, η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων επιβάλλεται σε κύριες συντάξεις από 1.468,02 ευρώ και άνω.
Το σύστημα περιλαμβάνει οκτώ κλιμάκια κρατήσεων, με συντελεστές που αρχίζουν από το 3% και φτάνουν έως το 14%, ανάλογα με το ύψος της σύνταξης.
Η σημαντικότερη στρέβλωση εντοπίζεται στον τρόπο εφαρμογής των συντελεστών.
Σήμερα, όταν το ποσό της σύνταξης υπερβεί το όριο ενός κλιμακίου, ο αντίστοιχος συντελεστής εφαρμόζεται στο σύνολο της σύνταξης και όχι αποκλειστικά στο ποσό που υπερβαίνει το συγκεκριμένο όριο.
Αυτό σημαίνει ότι η μετάβαση σε υψηλότερη κλίμακα μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογη αύξηση της παρακράτησης, περιορίζοντας σημαντικά το τελικό ποσό που εισπράττει ο συνταξιούχος.
Τα έσοδα από την ΕΑΣ κατευθύνονται, μαζί με πόρους από άλλες πηγές, στο Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών (ΑΚΑΓΕ).
Πρόκειται για τον αποθεματικό «κουμπαρά» του ασφαλιστικού συστήματος, ο οποίος έχει δημιουργηθεί με σκοπό τη χρηματοδότηση των μελλοντικών συνταξιοδοτικών αναγκών και την ενίσχυση της αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών.
Μέχρι το τέλος του 2026 εκτιμάται ότι στο ΑΚΑΓΕ θα έχουν συγκεντρωθεί περισσότερα από 23 δισ. ευρώ.
Τα κεφάλαια αυτά προορίζονται να αξιοποιηθούν τα επόμενα χρόνια, όταν οι επιπτώσεις της δημογραφικής γήρανσης θα γίνουν εντονότερες, ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη καταβολή των συντάξεων.
Διπλή επιβάρυνση για χιλιάδες συνταξιούχους
Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα που αναδεικνύεται από τη λειτουργία της ΕΑΣ είναι η πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση των συνταξιούχων που υπάγονται σε αυτή.
Σε αντίθεση με τη φορολογία εισοδήματος, όπου προβλέπεται αφορολόγητο όριο 8.636 ευρώ ετησίως για μισθωτούς, συνταξιούχους και αγρότες, η παρακράτηση της ΕΑΣ υπολογίζεται από το πρώτο ευρώ της σύνταξης για όσους υπερβαίνουν το προβλεπόμενο όριο υπαγωγής.
Η διαδικασία πραγματοποιείται σε διαδοχικά στάδια.
Αρχικά, ο e-ΕΦΚΑ παρακρατεί την ΕΑΣ απευθείας από το αρχικό μεικτό ποσό της σύνταξης.
Στη συνέχεια υπολογίζεται η εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης, ύψους 6%, ενώ στο τελευταίο στάδιο εφαρμόζεται η παρακράτηση φόρου εισοδήματος.
Με αυτόν τον μηχανισμό, οι συνταξιούχοι επιβαρύνονται σωρευτικά από περισσότερες κρατήσεις, ενώ για την ΕΑΣ δεν εφαρμόζεται προοδευτικός υπολογισμός αντίστοιχος με τη φορολογική κλίμακα.
Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους ο σημερινός τρόπος υπολογισμού θεωρείται ότι δημιουργεί σημαντικές ανισότητες μεταξύ συνταξιούχων με διαφορετικά επίπεδα εισοδήματος.
ΕΑΣ 2027: Αυξάνονται κατά 2,8% τα όρια των κλιμακίων
Παρά την απουσία ουσιαστικής αναμόρφωσης της εισφοράς, για το 2027 προβλέπεται η συνέχιση της τιμαριθμοποίησης των ορίων της ΕΑΣ.
Η συγκεκριμένη παρέμβαση έχει στόχο να αποτρέψει τη μετάβαση ενός συνταξιούχου σε υψηλότερο συντελεστή κράτησης αποκλειστικά και μόνο επειδή θα λάβει την ετήσια αύξηση της σύνταξής του.
Έτσι, τα όρια των οκτώ κλιμακίων αναπροσαρμόζονται κατά 2,8%, ποσοστό ίσο με την προβλεπόμενη αύξηση των συντάξεων για το νέο έτος.
Ειδικότερα, τα νέα όρια διαμορφώνονται ως εξής:
-
3%: Το πρώτο όριο αυξάνεται από τα 1.468,01 ευρώ στα 1.509,11 ευρώ.
-
6%: Το όριο διαμορφώνεται στα 1.832,49 ευρώ.
-
7%: Το αντίστοιχο όριο ανεβαίνει στα 2.155,87 ευρώ.
-
9%: Το νέο όριο καθορίζεται στα 2.479,25 ευρώ.
-
10%: Το όριο αυξάνεται στα 2.802,64 ευρώ.
-
12%: Η νέα εισοδηματική βαθμίδα ξεκινά από τα 3.126,01 ευρώ.
-
13%: Το όριο διαμορφώνεται στα 3.449,39 ευρώ.
-
14%: Το ανώτερο όριο ανεβαίνει στα 3.772,78 ευρώ.
Η αναπροσαρμογή αυτή περιορίζει τον κίνδυνο να χαθεί μέρος της ετήσιας αύξησης εξαιτίας της αυτόματης μετάβασης σε υψηλότερο κλιμάκιο.
Δεν αλλάζει, ωστόσο, τον βασικό μηχανισμό υπολογισμού της ΕΑΣ, καθώς η εισφορά εξακολουθεί να επιβάλλεται επί του συνολικού ποσού της σύνταξης και όχι μόνο στο τμήμα που υπερβαίνει το αντίστοιχο όριο.
Κατά συνέπεια, οι περίπου 440.000 συνταξιούχοι που καταβάλλουν σήμερα την εισφορά θα πρέπει να αναμένουν τη δικαστική απόφαση και τις επόμενες κυβερνητικές πρωτοβουλίες για να διαπιστώσουν εάν και πότε θα υπάρξει ουσιαστική μείωση των κρατήσεών τους.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.