Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Νέα παρέμβαση για τη μείωση των σταθερών φορολογικών επιβαρύνσεων που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις προετοιμάζει η κυβέρνηση, καθώς το οικονομικό επιτελείο έχει ξεκινήσει την επεξεργασία σχεδίου για την πλήρη κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος στα νομικά πρόσωπα. Οι τελικές επιλογές αναμένεται να διαμορφωθούν μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα, ενώ οι σχετικές ανακοινώσεις τοποθετούνται το προσεχές φθινόπωρο, στο πλαίσιο των οικονομικών παρεμβάσεων που θα παρουσιαστούν για τα επόμενα έτη.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ της «Καθημερινής», εξετάζονται τρία διαφορετικά σενάρια. Η πρώτη επιλογή προβλέπει την πλήρη κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για το σύνολο των επιχειρήσεων από το 2027. Η δεύτερη προβλέπει την εφαρμογή της ελάφρυνσης σε δύο διαδοχικά στάδια, ώστε το δημοσιονομικό κόστος να επιμεριστεί στους προϋπολογισμούς του 2027 και του 2028. Το τρίτο σενάριο δίνει προτεραιότητα στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες θα απαλλαγούν πρώτες, ενώ οι μεγαλύτερες εταιρείες θα ακολουθήσουν έναν χρόνο αργότερα.

Στο στόχαστρο ένας πάγιος και οριζόντιος φόρος

Βασική επιδίωξη και των τριών σεναρίων είναι η κατάργηση ενός φόρου που επιβάλλεται ανεξάρτητα από την πραγματική οικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης.

Το τέλος επιτηδεύματος αποτελεί σταθερή ετήσια επιβάρυνση, η οποία καταβάλλεται είτε η εταιρεία παρουσιάζει υψηλά κέρδη είτε περιορισμένη κερδοφορία είτε ακόμη και ζημίες. Αυτή ακριβώς η αποσύνδεση από τα οικονομικά αποτελέσματα έχει προκαλέσει επί σειρά ετών έντονη κριτική από τον επιχειρηματικό κόσμο, τα επιμελητήρια και τους παραγωγικούς φορείς.

Η σχεδιαζόμενη παρέμβαση θεωρείται συνέχεια της κυβερνητικής πολιτικής για τη σταδιακή κατάργηση μόνιμων και οριζόντιων φορολογικών επιβαρύνσεων.

Από το 2025 το τέλος επιτηδεύματος έχει ήδη καταργηθεί για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις ατομικές επιχειρήσεις. Το επόμενο βήμα αφορά πλέον τις εταιρείες και τις υπόλοιπες νομικές οντότητες, όπως οι Ιδιωτικές Κεφαλαιουχικές Εταιρείες, οι Ομόρρυθμες και Ετερόρρυθμες Εταιρείες, οι Ανώνυμες Εταιρείες και οι Εταιρείες Περιορισμένης Ευθύνης.

Επιβάρυνση έως 1.000 ευρώ τον χρόνο

Σήμερα, χιλιάδες νομικά πρόσωπα εξακολουθούν να πληρώνουν ετησίως τέλος επιτηδεύματος από 800 έως 1.000 ευρώ, ανάλογα με τον πληθυσμό της περιοχής όπου βρίσκεται η έδρα τους.

Το συνολικό κόστος αυξάνεται για τις εταιρείες που διατηρούν υποκαταστήματα, καθώς προβλέπεται πρόσθετη επιβάρυνση για κάθε εγκατάσταση πέραν της κεντρικής έδρας.

Η απόδοση του μέτρου για τα δημόσια ταμεία εκτιμάται σε περίπου 240 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Το ποσό αυτό αποτελεί το βασικό δημοσιονομικό εμπόδιο για την άμεση και καθολική κατάργησή του από μία μόνο χρονιά.

Στο οικονομικό επιτελείο, πάντως, εκτιμούν ότι η απώλεια των συγκεκριμένων εσόδων μπορεί να καλυφθεί σταδιακά από τη βελτιωμένη πορεία των φορολογικών εισπράξεων, την ανάπτυξη της οικονομίας, τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και την ενίσχυση της συμμόρφωσης των φορολογουμένων.

Οι αντιδράσεις της αγοράς

Οι εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου κατατάσσουν το τέλος επιτηδεύματος στους πιο στρεβλούς φόρους του ελληνικού φορολογικού συστήματος.

Όπως υποστηρίζουν, η επιβάρυνση δεν συνδέεται ούτε με τον κύκλο εργασιών ούτε με τα καθαρά κέρδη ούτε με την πραγματική φοροδοτική ικανότητα της επιχείρησης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια ζημιογόνος εταιρεία να καταβάλλει ακριβώς το ίδιο ποσό με μια ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση της ίδιας νομικής μορφής και αντίστοιχης έδρας.

Κατά τους παραγωγικούς φορείς, η συγκεκριμένη πρακτική αντιβαίνει στην αρχή της φορολογικής αναλογικότητας και επιβαρύνει δυσανάλογα τις μικρές επιχειρήσεις, για τις οποίες ένα σταθερό κόστος 800 ή 1.000 ευρώ μπορεί να επηρεάζει ουσιαστικά τη ρευστότητα και τον προγραμματισμό τους.

Τα τρία σενάρια που βρίσκονται στο τραπέζι

1. Καθολική κατάργηση από το 2027

Το πρώτο σενάριο προβλέπει την πλήρη κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για όλα τα νομικά πρόσωπα από την 1η Ιανουαρίου 2027.

Πρόκειται για την επιλογή που ζητούν οι εκπρόσωποι της αγοράς, καθώς θα προσφέρει άμεση ελάφρυνση σε όλες τις επιχειρήσεις, χωρίς διαφοροποιήσεις βάσει μεγέθους, κλάδου ή νομικής μορφής.

Το βασικό μειονέκτημα είναι ότι το σύνολο του δημοσιονομικού κόστους, που υπολογίζεται σε περίπου 240 εκατ. ευρώ, θα πρέπει να απορροφηθεί από έναν μόνο κρατικό προϋπολογισμό.

Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να εξασφαλίσει επαρκή δημοσιονομικό χώρο, είτε μέσω αυξημένων εσόδων είτε μέσω περιορισμού άλλων δαπανών, ώστε να μην επηρεαστούν οι στόχοι του προϋπολογισμού.

2. Σταδιακή κατάργηση έως το 2028

Η δεύτερη πρόταση προβλέπει τη σταδιακή κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος σε δύο φάσεις.

Η πρώτη μείωση θα εφαρμοστεί το 2027, ενώ η πλήρης απαλλαγή των επιχειρήσεων θα ολοκληρωθεί το 2028.

Η επιλογή αυτή επιτρέπει την κατανομή του δημοσιονομικού κόστους σε δύο διαφορετικά οικονομικά έτη, παρέχοντας μεγαλύτερη ευελιξία στο υπουργείο Οικονομικών και διευκολύνοντας την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.

Παράλληλα, δίνει περισσότερο χρόνο στο οικονομικό επιτελείο να αξιολογήσει την πορεία των φορολογικών εσόδων και της οικονομικής δραστηριότητας πριν προχωρήσει στην τελική φάση της κατάργησης.

Η λύση θεωρείται δημοσιονομικά ασφαλέστερη, ωστόσο δεν προσφέρει την άμεση και ολοκληρωμένη ελάφρυνση που ζητά η αγορά.

3. Πρώτη απαλλαγή για τις μικρομεσαίες

Το τρίτο σενάριο θεωρείται από ορισμένα στελέχη του οικονομικού επιτελείου ως περισσότερο στοχευμένο και κοινωνικά αποδοτικό.

Προβλέπει την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις από το 2027, ενώ οι μεγάλες εταιρείες θα ενταχθούν στο μέτρο έναν χρόνο αργότερα.

Η φιλοσοφία της συγκεκριμένης πρότασης βασίζεται στο γεγονός ότι μια πάγια ετήσια επιβάρυνση ύψους 800 ή 1.000 ευρώ μπορεί να αποτελεί ουσιαστικό λειτουργικό κόστος για μια μικρή ΙΚΕ ή μια προσωπική εταιρεία.

Για τις μικρότερες επιχειρήσεις, η κατάργηση του τέλους μπορεί να ενισχύσει τη ρευστότητα, να απελευθερώσει πόρους για επενδύσεις, να διευκολύνει την κάλυψη άλλων υποχρεώσεων και να περιορίσει το σταθερό φορολογικό βάρος.

Αντίθετα, για μια μεγάλη επιχείρηση, το ίδιο ποσό αποτελεί περιορισμένη λειτουργική δαπάνη, με πολύ μικρότερη επίπτωση στην κερδοφορία και στα συνολικά οικονομικά της μεγέθη.

Με το συγκεκριμένο μοντέλο, η φορολογική ελάφρυνση θα κατευθυνθεί αρχικά στις επιχειρήσεις όπου εκτιμάται ότι θα έχει τη μεγαλύτερη αναπτυξιακή και κοινωνική απόδοση, ενώ ταυτόχρονα το δημοσιονομικό κόστος θα κατανεμηθεί σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα.

Πώς υπολογίζεται σήμερα το τέλος επιτηδεύματος

Το ύψος του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα διαφοροποιείται ανάλογα με τη νομική μορφή της επιχείρησης, τον πληθυσμό της περιοχής όπου βρίσκεται η έδρα και την ύπαρξη υποκαταστημάτων.

Τα κερδοσκοπικά νομικά πρόσωπα με έδρα σε περιοχές έως 200.000 κατοίκους καταβάλλουν σήμερα ετήσιο τέλος 800 ευρώ.

Για τις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε περιοχές με πληθυσμό άνω των 200.000 κατοίκων, το αντίστοιχο ποσό αυξάνεται στα 1.000 ευρώ.

Για τις αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες, το τέλος διαμορφώνεται στα 400 ευρώ στις περιοχές έως 200.000 κατοίκους και στα 500 ευρώ στις μεγαλύτερες αστικές περιοχές.

Πρόσθετη επιβάρυνση προβλέπεται και για κάθε υποκατάστημα που διατηρεί η επιχείρηση. Τα κερδοσκοπικά νομικά πρόσωπα καταβάλλουν επιπλέον 600 ευρώ ανά υποκατάστημα, ενώ για τις μη κερδοσκοπικές νομικές οντότητες το αντίστοιχο ποσό ανέρχεται στα 300 ευρώ.

Η τελική απόφαση θα εξαρτηθεί από την πορεία των δημοσίων εσόδων, τις αντοχές του προϋπολογισμού και τις προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής για το 2027.

Διαβάστε ακόμη 

«Πόσα ξόδεψες για να έρθεις στο Μουντιάλ;» – «10.000 δολάρια». «Και τι δουλειά κάνεις;» (tweet + vids)  

Από τους 13 τόνους κοκαΐνης στη Wall Street – Δίκτυο με bitcoin και επαύλεις στο Ντουμπάι (pics+vid)

Η «Οδύσσεια» αλλάζει τα κινηματογραφικά δεδομένα – Οι εισπράξεις-ρεκόρ, οι κερδισμένες εταιρείες και μετοχές

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα