Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ο θάνατος του Γιώργου Βαρδινογιάννη, την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου, σε ηλικία 90 ετών, κλείνει ένα μεγάλο κεφάλαιο στην ιστορία της ναυτιλίας αλλά και του Παναθηναϊκού και του ελληνικού ποδοσφαίρου. Ο εφοπλιστής που έγινε γνωστός ως «Καπετάνιος» υπήρξε για περισσότερες από δύο δεκαετίες μία από τις ισχυρότερες προσωπικότητες του ελληνικού αθλητισμού, συνδέοντας το όνομά του με σημαντικές κατακτήσεις, ευρωπαϊκές επιτυχίες, μεγάλες μεταγραφές, αλλά και συγκρούσεις που σημάδεψαν την πορεία του συλλόγου.

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης πέθανε έπειτα από ολιγοήμερη νοσηλεία σε νοσοκομείο της Αθήνας. Υπήρξε πρόεδρος της ΠΑΕ Παναθηναϊκός από το 1979 έως το 2000, διάστημα κατά το οποίο η ομάδα κατέκτησε έξι πρωταθλήματα, εννέα Κύπελλα Ελλάδας και τρία Σούπερ Καπ, ενώ έφτασε δύο φορές στα ημιτελικά της κορυφαίας ευρωπαϊκής διασυλλογικής διοργάνωσης.

Η παρουσία του στο ποδόσφαιρο δεν περιορίστηκε ποτέ στα διοικητικά συμβούλια και στα επίσημα των γηπέδων. Ασχολούνταν προσωπικά με τις μεταγραφές, συζητούσε τις αγωνιστικές επιλογές με τους προπονητές, παρενέβαινε σε ζητήματα της καθημερινότητας και δεν απέφευγε τις δημόσιες αντιπαραθέσεις. Άλλοτε αποθεωνόταν από τους φιλάθλους και άλλοτε γινόταν στόχος έντονης κριτικής, ιδιαίτερα στα τελευταία χρόνια της προεδρίας του.

Προτού όμως ταυτιστεί με το «τριφύλλι», είχε διαγράψει τη δική του πορεία στην εμπορική ναυτιλία και στις επιχειρήσεις της οικογένειας Βαρδινογιάννη, σε μια περίοδο κατά την οποία ο οικογενειακός όμιλος εξελισσόταν σε έναν από τους σημαντικότερους επιχειρηματικούς σχηματισμούς της χώρας.

Από την Επισκοπή Ρεθύμνου στις μεγάλες θάλασσες

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης γεννήθηκε το 1936 στην Επισκοπή Ρεθύμνου, σε μια πολυμελή οικογένεια με ισχυρούς δεσμούς με την Κρήτη. Πατέρας του ήταν ο Γιάννης Βαρδινογιάννης και μητέρα του η Χρυσή Θεοδωρουλάκη.

Ανάμεσα στα αδέλφια του ήταν ο Βαρδής, ο Νίκος, ο Παύλος και ο Θεόδωρος Βαρδινογιάννης, πρόσωπα που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην επιχειρηματική και πολιτική ζωή της Ελλάδας.

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης με όλα του τα αδέρφια και τη μητέρα τους – Από αριστερά ο Βαρδής, ο Παύλος, η μητέρα τους Χρυσή, ο Νίκος, ο Γιώργος και δεξιά ο Θόδωρος

Η οικογένεια είχε παράδοση στην πολιτική δράση, με αναφορές στους αγώνες της Κρήτης κατά την οθωμανική κυριαρχία. Ο μεγαλύτερος αδελφός του, Παύλος, συμμετείχε στην αντίσταση κατά τη γερμανική Κατοχή και αργότερα εξελέγη βουλευτής με τους Φιλελευθέρους και την Ένωση Κέντρου.

Ο Βαρδής Βαρδινογιάννης ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία στο Πολεμικό Ναυτικό, από το οποίο αποτάχθηκε στη διάρκεια της δικτατορίας, ενώ ο Νίκος υπήρξε από τους ανθρώπους που συνέβαλαν αποφασιστικά στα πρώτα βήματα των οικογενειακών επιχειρήσεων.

Με τον αδελφό του, Βαρδή Βαρδινογιάννη

Ο Γιώργος επέλεξε τη θάλασσα. Σπούδασε στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων του Σαουθάμπτον, στην Αγγλία, και εργάστηκε ως πλοίαρχος εμπορικών πλοίων, αποκτώντας εμπειρία στις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές. Το προσωνύμιο «Καπετάνιος», με το οποίο αργότερα θα γινόταν γνωστός σε ολόκληρη την ποδοσφαιρική Ελλάδα, είχε επομένως πραγματική επαγγελματική αφετηρία.

Η υπόθεση της Ροδεσίας και η επιχειρηματική διαδρομή

Ένα από τα γεγονότα που συνδέθηκαν με τα πρώτα χρόνια της ναυτικής του σταδιοδρομίας σημειώθηκε το 1966, όταν το δεξαμενόπλοιο που κυβερνούσε ενεπλάκη στη μεταφορά πετρελαίου προς τη Ροδεσία, τη σημερινή Ζιμπάμπουε, παρά το διεθνές καθεστώς κυρώσεων. Η Ροδεσία, υπό το καθεστώς της λευκής μειοψηφίας του Ίαν Σμιθ, είχε ανακηρύξει μονομερώς την ανεξαρτησία της από τη Βρετανία το 1965, προκαλώντας διεθνείς αντιδράσεις και την επιβολή περιορισμών στις εμπορικές συναλλαγές.

Η διακίνηση πετρελαίου μέσω του λιμανιού Μπέιρα της Μοζαμβίκης βρέθηκε στο επίκεντρο της προσπάθειας επιβολής των κυρώσεων, με το βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό να αναλαμβάνει επιχειρήσεις επιτήρησης στην περιοχή.

Η μεταφορά στην οποία συμμετείχε ο Βαρδινογιάννης καταγράφηκε ως χαρακτηριστική περίπτωση παράκαμψης του αποκλεισμού, σε μια εποχή κατά την οποία η οικογενειακή επιχειρηματική δραστηριότητα επεκτεινόταν στη διεθνή αγορά πετρελαίου.

Σημαντικός σταθμός στην πορεία του ομίλου ήταν η δημιουργία της ΣΕΚΑ, του σταθμού ανεφοδιασμού πλοίων στους Καλούς Λιμένες της Κρήτης. Η ανάπτυξη αυτής της δραστηριότητας, στην οποία συμμετείχαν η οικογένεια Βαρδινογιάννη και μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα της εποχής, αποτέλεσε ένα από τα βήματα που οδήγησαν στη μετέπειτα δημιουργία της Motor Oil.

Μετά τον θάνατο του αδελφού, Νίκου, το 1973, ο Γιώργος Βαρδινογιάννης περιόρισε τη δραστηριότητά του ως πλοίαρχος και ανέλαβε αυξημένες ευθύνες στις επιχειρήσεις της οικογένειας. Είχε επίσης παρουσία στα συλλογικά όργανα της ελληνικής ναυτιλίας, καθώς εξελέγη στο διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών κατά τη δεκαετία του 1970.

Το 1979 και η ανάληψη του Παναθηναϊκού

Η μεγάλη αλλαγή στη δημόσια διαδρομή του ήρθε το καλοκαίρι του 1979, όταν το ελληνικό ποδόσφαιρο περνούσε στην επαγγελματική εποχή και οι μεγάλοι σύλλογοι μετατρέπονταν σε ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρείες.

Η οικογένεια Βαρδινογιάννη απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο της νεοσύστατης ΠΑΕ Παναθηναϊκός, με τον Γιώργο να αναλαμβάνει την προεδρία. Ήταν ήδη φίλαθλος του συλλόγου από τα νεανικά του χρόνια. Ο ίδιος είχε αποδώσει την επιλογή του Παναθηναϊκού στην παρουσία Κρητικών ποδοσφαιριστών, με σημαντικότερο τον Κώστα Λινοξυλάκη, τον οποίο θαύμαζε από μαθητής.

Κατά τη δεκαετία του 1970 παρακολουθούσε συστηματικά τους αγώνες στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, έχοντας αγοράσει αρκετά εισιτήρια διαρκείας για συγγενείς και φίλους. Στην ίδια κερκίδα βρίσκονταν προσωπικότητες από την πολιτική και την καλλιτεχνική ζωή, όπως ο Αθανάσιος Τσαλδάρης και ο Γιώργος Κατσαρός.

Στιγμιότυπο από αγώνα του Παναθηναϊκού στο ΟΑΚΑ

Η ανάληψη της ΠΑΕ δεν έγινε χωρίς αντιπαραθέσεις. Ενδιαφέρον για το ποδοσφαιρικό τμήμα είχε εκδηλώσει και ο Παύλος Γιαννακόπουλος, ο οποίος αργότερα θα συνδεόταν με τις μεγάλες επιτυχίες του μπασκετικού Παναθηναϊκού. Παρότι η εξέλιξη προκάλεσε αρχικά δυσαρέσκεια, οι σχέσεις των δύο ανδρών εξομαλύνθηκαν στα επόμενα χρόνια.

Στην ποδοσφαιρική ιστορία διατηρήθηκε και η διήγηση ότι η ιδιοκτησία του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού είχε κριθεί σε μια παρτίδα τάβλι ανάμεσα στον Βαρδινογιάννη και τον Σταύρο Νταϊφά. Πρόκειται για έναν από τους γνωστότερους αστικούς μύθους του ελληνικού ποδοσφαίρου, χωρίς πραγματική τεκμηρίωση.

Η Παιανία και το μοντέλο διοίκησης που επέβαλε

Από τα πρώτα χρόνια του στον Παναθηναϊκό, ο Βαρδινογιάννης έδωσε ιδιαίτερο βάρος στις προπονητικές υποδομές και στην οργάνωση της ομάδας. Το προπονητικό κέντρο της Παιανίας υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα έργα της προεδρίας του. Σε μια εποχή που πολλοί ελληνικοί σύλλογοι δεν διέθεταν σύγχρονες εγκαταστάσεις, ο Παναθηναϊκός απέκτησε οργανωμένο χώρο προετοιμασίας, προπονήσεων και ανάπτυξης νέων ποδοσφαιριστών.

Στην κατεύθυνση αυτή είχε συμβάλει και ο Άγγλος προπονητής Σερ Αλφ Ράμσεϊ, ο οποίος είχε κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966 με την εθνική Αγγλίας και συνεργάστηκε με τον Παναθηναϊκό ως τεχνικός σύμβουλος.

Ο Βαρδινογιάννης επιδίωκε να έχει προσωπική εικόνα για τη λειτουργία της ομάδας. Συνομιλούσε τακτικά με τους προπονητές, συμμετείχε στις συζητήσεις για τις αγωνιστικές ανάγκες και είχε καθοριστικό λόγο στην επιλογή ποδοσφαιριστών.

Δεν είχε ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στους μεσάζοντες των μεταγραφών και προτιμούσε να διαπραγματεύεται ο ίδιος τις μεγάλες συμφωνίες. Παράλληλα, θεωρούσε ότι ένας επιτυχημένος κορμός παικτών έπρεπε να διατηρείται και ότι οι συνεχείς μεταγραφές μπορούσαν να επηρεάσουν την αγωνιστική συνοχή.

Αυτή η διοικητική προσέγγιση συνέβαλε στη σταθερότητα της ομάδας σε αρκετές περιόδους, αποτέλεσε όμως και σημείο αντιπαράθεσης με προπονητές και φιλάθλους, οι οποίοι ζητούσαν μεγαλύτερη ενίσχυση του ρόστερ.

Τα έξι πρωταθλήματα, τα εννέα Κύπελλα και οι ευρωπαϊκές πορείες

Η δεκαετία του 1980 ήταν η περίοδος κατά την οποία ο Παναθηναϊκός άρχισε να καταγράφει τις πρώτες μεγάλες επιτυχίες επί Βαρδινογιάννη. Το 1982 κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδας και το 1984 πανηγύρισε το νταμπλ με προπονητή τον Γιάτσεκ Γκμοχ.

Η κατάκτηση του πρωταθλήματος τού έδωσε το δικαίωμα να συμμετάσχει στο Κύπελλο Πρωταθλητριών της περιόδου 1984-1985, όπου πραγματοποίησε μία από τις σημαντικότερες πορείες ελληνικής ομάδας στην Ευρώπη. Οι «πράσινοι» απέκλεισαν τη Φέγενορντ, τη Λίνφιλντ και την Γκέτεμποργκ, εξασφαλίζοντας την παρουσία τους στα ημιτελικά της διοργάνωσης.

Εκεί αντιμετώπισαν τη Λίβερπουλ, από την οποία αποκλείστηκαν μετά την ήττα με 4-0 στην Αγγλία και με 1-0 στην Αθήνα.

Δείτε βίντεο με τις δηλώσεις του Γιώργου Βαρδινογιάννη μετά τον αποκλεισμό από τη Λίβερπουλ το 1985:

Η ευρωπαϊκή αυτή πορεία ήρθε μόλις έξι χρόνια μετά την ανάληψη της ΠΑΕ από την οικογένεια Βαρδινογιάννη και αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα αγωνιστικά αποτελέσματα της πρώτης δεκαετίας της διοίκησής του. Ακολούθησε η κατάκτηση του πρωταθλήματος το 1986, ενώ το 1988 ο Παναθηναϊκός έφτασε μέχρι τα προημιτελικά του Κυπέλλου UEFA.

Η δεύτερη μεγάλη ευρωπαϊκή διάκριση ήρθε τη σεζόν 1995-1996, όταν ο Παναθηναϊκός του Χουάν Ραμόν Ρότσα έφτασε στα ημιτελικά του Champions League. Στον πρώτο αγώνα με τον Άγιαξ στο Άμστερνταμ, οι «πράσινοι» επικράτησαν με 1-0 χάρη στο γκολ του Κριστόφ Βαζέχα, αλλά αποκλείστηκαν μετά την ήττα με 3-0 στον επαναληπτικό του Ολυμπιακού Σταδίου.

Ήταν η κορυφαία ευρωπαϊκή στιγμή των τελευταίων χρόνων της διοίκησής του, σε μια διετία κατά την οποία ο Παναθηναϊκός κατέκτησε δύο συνεχόμενα πρωταθλήματα, το 1995 και το 1996. Συνολικά, από το 1979 μέχρι την αποχώρησή του το 2000, ο σύλλογος κατέκτησε έξι πρωταθλήματα Ελλάδας, εννέα Κύπελλα και τρία Σούπερ Καπ, ενώ τέσσερις φορές συνδύασε πρωτάθλημα και Κύπελλο την ίδια περίοδο.

Οι μεγάλες μεταγραφές και οι ποδοσφαιριστές που σημάδεψαν την εποχή του

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης συνδέθηκε με μερικές από τις σημαντικότερες μεταγραφές στην ιστορία του Παναθηναϊκού, πολλές από τις οποίες προκάλεσαν μεγάλη συζήτηση στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Μία από τις πρώτες ήταν η απόκτηση του Χουάν Ραμόν Ρότσα από την Μπόκα Τζούνιορς το 1979. Ο Αργεντινός έφτασε στην Ελλάδα σε μια περίοδο που ίσχυαν αυστηροί περιορισμοί για τους ξένους ποδοσφαιριστές, με τη μεταγραφή του να συνδέεται με τη γνωστή υπόθεση της ελληνοποίησης «Μπουμπλής».

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Παναθηναϊκός απέκτησε παίκτες όπως ο Δημήτρης Σαραβάκος, ο Βέλιμιρ Ζάετς, ο Κριστόφ Βαζέχα και ο Χουάν Χοσέ Μπορέλι, οι οποίοι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στις εγχώριες και ευρωπαϊκές επιτυχίες της ομάδας.

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορία εκείνης της περιόδου έχουν και οι μεταγραφές ποδοσφαιριστών από τον Ολυμπιακό. Ο Γιάννης Κυράστας, ο Νίκος Σαργκάνης και ο Στράτος Αποστολάκης ήταν μεταξύ των παικτών που φόρεσαν την πράσινη φανέλα, με ορισμένες από αυτές τις μετακινήσεις να προκαλούν έντονες αντιδράσεις.

Ο Βαρδινογιάννης επιχείρησε επίσης να προσελκύσει στην Ελλάδα μεγάλα ονόματα του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Στη σχετική μεταγραφική ιστορία του Παναθηναϊκού περιλαμβάνονται οι διαπραγματεύσεις για τον Ρουμάνο Γκεόργκι Χάτζι, τον Βούλγαρο Χρίστο Στόιτσκοφ και τον Κροάτη Νταβόρ Σούκερ.

Καμία από αυτές τις περιπτώσεις δεν ολοκληρώθηκε, καθώς οι ποδοσφαιριστές συνέχισαν τελικά την καριέρα τους σε μεγάλους ευρωπαϊκούς συλλόγους.

Η σύγκρουση με τη Θύρα 13 και ο μύθος του «πιστολέρο»

Η σχέση του με τους οργανωμένους φιλάθλους του Παναθηναϊκού πέρασε από πολλές διαφορετικές φάσεις.

Ο Βαρδινογιάννης επιχείρησε να επιβάλει αυστηρότερους κανόνες στη λειτουργία των συνδέσμων, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην αντιμετώπιση της βίας και της παράνομης διακίνησης εισιτηρίων. Ένα από τα ζητήματα που τον είχαν απασχολήσει ήταν η μαύρη αγορά εισιτηρίων στους αγώνες της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Όπως είχε περιγράψει ο ίδιος, είχε διαπιστώσει ότι εισιτήρια που προορίζονταν για συνδέσμους φιλάθλων κατέληγαν σε μεταπωλητές έξω από το γήπεδο.

Ακολούθησε η απόφασή του να καταργήσει τους υφιστάμενους συνδέσμους, διατηρώντας τη Θύρα 13 υπό τη μορφή πανελλήνιας λέσχης φιλάθλων.

Η επιλογή αυτή αποτέλεσε μία από τις αφορμές της αντιπαράθεσής του με μερίδα των οργανωμένων οπαδών. Στα επόμενα χρόνια, η ένταση τροφοδοτήθηκε και από τη δυσαρέσκεια για τις μεταγραφικές επιλογές και τα αποτελέσματα της ομάδας.

Οι δημόσιες εμφανίσεις του στα γήπεδα συνοδεύονταν συχνά από έντονες αντιδράσεις στις διαιτητικές αποφάσεις, διαμαρτυρίες και περιστατικά που γίνονταν αντικείμενο συζήτησης. Σε αυτό το περιβάλλον δημιουργήθηκε και η ιστορία με το περίφημο «κουμπούρι», η οποία τον ακολούθησε για δεκαετίες.

Ο Βαρδινογιάννης δεν αρνήθηκε ποτέ ότι οπλοφορούσε, υποστήριζε όμως ότι διέθετε νόμιμη άδεια και ότι ουδέποτε είχε απειλήσει κάποιον με όπλο μέσα σε γήπεδο. Στην τελευταία μεγάλη τηλεοπτική του συνέντευξη, τον Ιούνιο του 2026, είχε διαψεύσει εκ νέου την ιστορία, χαρακτηρίζοντάς την «μυθολογία».

Η αντιπαράθεση με τον Κόκκαλη και τα τελευταία χρόνια στην προεδρία

Η είσοδος του Σωκράτη Κόκκαλη στη διοίκηση του Ολυμπιακού, το 1993, διαμόρφωσε ένα διαφορετικό περιβάλλον στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Ο Παναθηναϊκός συνέχισε αρχικά να κατακτά τίτλους και να διακρίνεται στην Ευρώπη, όμως από το 1996 και μετά η αντιπαλότητα των δύο συλλόγων έγινε εντονότερη, με επίκεντρο τόσο τον αγωνιστικό ανταγωνισμό όσο και τις καταγγελίες για τη λειτουργία του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Ο Βαρδινογιάννης κατηγορούσε το ποδοσφαιρικό παρασκήνιο και τους αρμόδιους φορείς για έλλειψη ισονομίας, ενώ οι οργανωμένοι φίλαθλοι του Παναθηναϊκού ζητούσαν πιο αποφασιστική αντίδραση από τη διοίκηση.

Τα ντέρμπι με τον Ολυμπιακό αποτέλεσαν επανειλημμένα εστίες έντασης. Ανάμεσα στις αναμετρήσεις που προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις ήταν εκείνη του Δεκεμβρίου του 1996, με το αμφισβητούμενο πέναλτι που καταλογίστηκε υπέρ του Ολυμπιακού, αλλά και ο αγώνας του Δεκεμβρίου του 1997 στο ΟΑΚΑ, ο οποίος συνοδεύτηκε από επεισόδια.

Το τελευταίο διάστημα της προεδρίας του χαρακτηρίστηκε από διαδηλώσεις, αποδοκιμασίες και αυξανόμενη απόσταση ανάμεσα στη διοίκηση και σε τμήμα της εξέδρας.

Παράλληλα, ο θάνατος του μικρότερου αδελφού του, Θεόδωρου Βαρδινογιάννη, τον Σεπτέμβριο του 1996, αποτέλεσε ένα σοβαρό προσωπικό πλήγμα. Τα δύο αδέλφια διατηρούσαν ιδιαίτερα στενή σχέση, παρά το γεγονός ότι ο Θεόδωρος είχε συνδεθεί επιχειρηματικά και ποδοσφαιρικά με τον ΟΦΗ.

Η αποχώρηση του 2000 και το «φεύγω γιατί δεν συμβιβάστηκα»

Στις 29 Μαΐου 2000, ύστερα από σχεδόν 21 χρόνια στη διοίκηση του Παναθηναϊκού, ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ανακοίνωσε την παραίτησή του από την προεδρία. Η ανακοίνωση έγινε στο προπονητικό κέντρο της Παιανίας, σε συνέντευξη Τύπου κατά την οποία κατήγγειλε τις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί στο ελληνικό πρωτάθλημα.

«Φεύγω γιατί δεν συμβιβάστηκα», ήταν η φράση με την οποία συνόψισε την απόφασή του. Ο ίδιος υποστήριξε ότι η Πολιτεία δεν ασκούσε αποτελεσματικά την εποπτεία που όφειλε στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο και ότι οι αρμόδιοι απέφευγαν να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

Την προεδρία ανέλαβε ο Άγγελος Φιλιππίδης, ενώ ο ανιψιός του, Γιάννης Βαρδινογιάννης, γιος του Βαρδή, απέκτησε κεντρικό ρόλο στη διοίκηση. Από το 2004 ανέλαβε και ο ίδιος την προεδρία της ΠΑΕ.

Με τον ανιψιό του, Γιάννη Βαρδινογιάννη

Η οικογένεια παρέμεινε στον Παναθηναϊκό έως το 2012, όταν μεταβιβάστηκε το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών στο σχήμα που συνδεόταν με τον Γιάννη Αλαφούζο.

Ο «Καπετάνιος» είχε ήδη αποσυρθεί από την ενεργό διοίκηση, χωρίς όμως να διακόψει τη σχέση του με την ομάδα. Εξακολουθούσε να παρακολουθεί αγώνες στη Λεωφόρο και στο ΟΑΚΑ, ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία.

Ιδιαίτερη σημασία είχε για εκείνον η Παιανία, η οποία παρέμεινε στην ιδιοκτησία του μετά την αποχώρηση της οικογένειας από τον σύλλογο. Πολλά χρόνια αργότερα, συμφωνήθηκε η μεταβίβαση του προπονητικού κέντρου στην ΕΠΟ, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τις εθνικές ομάδες ποδοσφαίρου.

 

Η οικογένεια, οι προσωπικές απώλειες και η σχέση με την Κρήτη

Πέρα από τη ναυτιλία και το ποδόσφαιρο, ο Γιώργος Βαρδινογιάννης διατηρούσε στενούς δεσμούς με την οικογένειά του και την ιδιαίτερη πατρίδα του. Από τον γάμο του με την Αγάπη Πολίτη, κόρη του παλαιού τερματοφύλακα του Ολυμπιακού Νίκου Πολίτη, απέκτησε τρία παιδιά, τον Νίκο, τον Παύλο και τη Χρυσή.

Η σχέση του ζευγαριού ολοκληρώθηκε με χωρισμό, ενώ στα επόμενα χρόνια ο Βαρδινογιάννης διατηρούσε την προσωπική του ζωή μακριά από τη συστηματική δημοσιότητα.

Συνδεόταν επίσης με τον χώρο του ιπποδρόμου και είχε διατελέσει πρόεδρος της Φιλίππου Ενώσεως Ελλάδος, ασχολούμενος με την ανάπτυξη των ελληνικών ιπποδρομιών.

Η Κρήτη παρέμεινε σταθερό σημείο αναφοράς του. Διατηρούσε σχέσεις με ανθρώπους της κρητικής μουσικής παράδοσης, ανάμεσά τους και τον λυράρη Βασίλη Σκουλά, ενώ επισκεπτόταν την ιδιαίτερη πατρίδα του και μετά την αποχώρησή του από την ενεργό επιχειρηματική και ποδοσφαιρική δραστηριότητα.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του εμφανιζόταν κυρίως σε οικογενειακές εκδηλώσεις, κοινωνικές συγκεντρώσεις και αγώνες του Παναθηναϊκού.

Σε αγώνα του Παναθηναϊκού τον Μάιο του 2026

Τον Φεβρουάριο του 2025 συνόδευσε την κόρη του, Χρυσή Βαρδινογιάννη, στον γάμο της με τον Νικόλαο Ντε Γκρες, στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Ραγκαβή, στην Πλάκα. Λίγους μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, παρέστη στον γάμο του γιου του Παύλου Βαρδινογιάννη με την Κατερίνα Μπιρμπίλη, στην Εκάλη. Οι οικογενειακές αυτές στιγμές συγκαταλέγονταν στις τελευταίες δημόσιες εμφανίσεις του.

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης συνοδεύει την κόρη του Χρυσή στον γάμο της με τον Νικόλαο Ντε Γκρες

Με τον θάνατό του, στα 90 του χρόνια, ολοκληρώθηκε η διαδρομή ενός ανθρώπου που ξεκίνησε ως πλοίαρχος στην εμπορική ναυτιλία, συμμετείχε στην ανάπτυξη ενός από τους μεγαλύτερους ελληνικούς επιχειρηματικούς ομίλους και πέρασε στην ιστορία του αθλητισμού ως ο «Καπετάνιος» του Παναθηναϊκού. Παράλληλα ήταν ο τελευταίος από τα έξι αγόρια της οικογένειας Βαρδινογιάννη που έφυγε πλέον από τη ζωή. Μοναδική που βρίσκεται εν ζωή είναι η Ελένη Κεφαλογιάννη, σύζυγος του αείμνηστου Γιάννη Κεφαλογιάννη και μητέρα της υπουργού, Όλγας.

Διαβάστε ακόμη 

Ευρώπη: Χάος στις πτήσεις λόγω βλάβης στο σύστημα εναέριας κυκλοφορίας της Ιταλίας – Καθυστερήσεις και στα ελληνικά αεροδρόμια

Τι είναι η «Μητέρα όλων των Βομβών» το υπερόπλο με το οποίο ο Τραμπ απειλεί να αφανίσει το Ιράν

Καφές: Μεγαλύτερη προσφορά, ίδια ακρίβεια – Γιατί οι καταναλωτές δεν θα δουν διαφορά

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ