Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η συζήτηση για τις αντλίες θερμότητας έχει επικεντρωθεί για χρόνια στην εξοικονόμηση ενέργειας κατά τον χειμώνα. Όμως η κλιματική αλλαγή και οι ολοένα συχνότεροι καύσωνες προσθέτουν πλέον ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο ερώτημα: μπορεί το ίδιο σύστημα που ζεσταίνει ένα σπίτι τον Ιανουάριο να το κρατά δροσερό τον Ιούλιο;

Η απάντηση είναι θετική, αλλά με σημαντικές προϋποθέσεις. Οι αναστρέψιμες αντλίες θερμότητας μπορούν να λειτουργήσουν και αντίστροφα, αφαιρώντας θερμότητα από το εσωτερικό του κτιρίου και αποβάλλοντάς την προς τα έξω. Αυτό τις μετατρέπει σε μια πιθανή ενιαία λύση για θέρμανση και ψύξη, ιδιαίτερα σε χώρες όπου οι ανάγκες δροσισμού αυξάνονται γρήγορα.

Η εμπειρία του Andrew Ingram στο Maidenhead της Βρετανίας είναι χαρακτηριστική. Όταν η εξωτερική θερμοκρασία αγγίζει τους 35 βαθμούς Κελσίου, το σαλόνι του μπορεί να διατηρείται περίπου στους 21 βαθμούς. Για να το πετύχει δεν χρησιμοποιεί ξεχωριστό συμβατικό κλιματιστικό, αλλά την αντλία θερμότητας της κατοικίας του, η οποία κατά τους θερινούς μήνες αντιστρέφει τον κύκλο λειτουργίας της.

Η δυνατότητα αυτή γίνεται ολοένα πιο σημαντική, καθώς τα σπίτια της Ευρώπης σχεδιάστηκαν επί δεκαετίες κυρίως για να συγκρατούν τη θερμότητα τον χειμώνα και όχι απαραίτητα για να αντιμετωπίζουν παρατεταμένες περιόδους ακραίας ζέστης.

Από τη θέρμανση στην ψύξη με το ίδιο σύστημα

Η βασική αρχή λειτουργίας μιας αντλίας θερμότητας είναι διαφορετική από εκείνη ενός συμβατικού λέβητα. Ο λέβητας παράγει θερμότητα μέσω καύσης, ενώ η αντλία μεταφέρει θερμική ενέργεια από ένα σημείο σε ένα άλλο.

Τον χειμώνα αντλεί θερμότητα από τον εξωτερικό αέρα ή, στην περίπτωση γεωθερμικών συστημάτων, από το έδαφος, και τη μεταφέρει στο εσωτερικό της κατοικίας.

Στα αναστρέψιμα συστήματα, η λειτουργία μπορεί να αντιστραφεί τους θερμούς μήνες. Η αντλία αφαιρεί θερμότητα από τους εσωτερικούς χώρους και την αποβάλλει προς το εξωτερικό περιβάλλον, προσφέροντας έτσι ψύξη.

Δεν λειτουργούν όμως όλες οι εγκαταστάσεις με τον ίδιο τρόπο.

Οι αντλίες θερμότητας αέρα-αέρα θερμαίνουν ή ψύχουν απευθείας τον αέρα μέσω εσωτερικών μονάδων. Στην ίδια τεχνολογική οικογένεια βρίσκονται πολλά σύγχρονα κλιματιστικά inverter, τα οποία ήδη χρησιμοποιούνται ευρέως σε χώρες με θερμότερα κλίματα.

Διαφορετική είναι η περίπτωση των αντλιών αέρα-νερού. Εκεί η θερμότητα μεταφέρεται μέσω νερού που κυκλοφορεί στο δίκτυο της κατοικίας. Τον χειμώνα το σύστημα μπορεί να τροφοδοτεί σώματα καλοριφέρ ή ενδοδαπέδια θέρμανση.

Για να λειτουργήσει όμως αποτελεσματικά και για ψύξη, τα συμβατικά θερμαντικά σώματα δεν είναι συνήθως αρκετά. Απαιτούνται μονάδες fan coil ή κατάλληλα σχεδιασμένο ενδοδαπέδιο σύστημα που μπορεί να δεχθεί και ψυχρό νερό.

Στην περίπτωση της οικογένειας Ingram, ο λέβητας φυσικού αερίου αντικαταστάθηκε το 2023 από αντλία θερμότητας αέρα-νερού. Το ίδιο σύστημα θερμαίνει τα καλοριφέρ τον χειμώνα, ενώ στο σαλόνι εγκαταστάθηκε fan coil που μπορεί να διοχετεύει αέρα πάνω από σωληνώσεις στις οποίες κυκλοφορεί είτε ζεστό είτε κρύο νερό.

Κόστος 18.600 λιρών και η τεχνική παγίδα

Η συνολική επένδυση για την αναβάθμιση του συστήματος έφθασε περίπου τις 18.600 λίρες, με περίπου 1.700 λίρες από το ποσό αυτό να αφορούν ειδικά τη δυνατότητα ψύξης.

Αρχικά η οικογένεια χρησιμοποιούσε τη λειτουργία αυτή περιορισμένα. Το 2024 χρειάστηκε μόνο σε λίγες ημέρες, το 2025 περισσότερο, ενώ κατά το φετινό καλοκαίρι η χρήση αυξήθηκε σημαντικά.

Η μετατροπή μιας αντλίας θερμότητας από σύστημα μόνο θέρμανσης σε σύστημα που μπορεί να ψύχει δεν είναι πάντως απλή υπόθεση.

Το βασικό τεχνικό ζήτημα είναι η συμπύκνωση υδρατμών. Όταν πολύ κρύο νερό κυκλοφορεί μέσα σε σωληνώσεις που βρίσκονται σε θερμό και υγρό περιβάλλον, στην εξωτερική επιφάνειά τους μπορούν να δημιουργηθούν σταγόνες νερού, ακριβώς όπως σε ένα παγωμένο ποτήρι.

Για τον λόγο αυτό, οι σωληνώσεις πρέπει να διαθέτουν κατάλληλη μόνωση, ενώ οι εσωτερικές μονάδες χρειάζονται σύστημα αποστράγγισης των συμπυκνωμάτων.

Χωρίς τέτοιες παρεμβάσεις, υπάρχει κίνδυνος υγρασίας, διαρροών ή ζημιών στο κτίριο. Ένα σύστημα που εγκαταστάθηκε αρχικά αποκλειστικά για θέρμανση δεν μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί αυτομάτως κατάλληλο για ψύξη.

Τι έδειξε μια προσομοίωση ακραίας ζέστης

Η απόδοση της τεχνολογίας σε συνθήκες καύσωνα έχει δοκιμαστεί και σε ελεγχόμενο περιβάλλον.

Στο Energy House 2.0 του University of Salford, μια εγκατάσταση προσομοίωσης καιρικών συνθηκών αξίας περίπου 16 εκατ. λιρών, οι ερευνητές δοκίμασαν κατοικία εξοπλισμένη με αντλία θερμότητας και fan coils.

Όταν η εξωτερική θερμοκρασία προσομοιώθηκε στους 32 βαθμούς Κελσίου, η θερμοκρασία στους εσωτερικούς χώρους παρέμεινε μεταξύ 19 και 24,9 βαθμών.

Με συνεχή λειτουργία σε 24ωρη βάση, το ημερήσιο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας υπολογίστηκε περίπου στις 2,50 έως 3 λίρες.

Το αποτέλεσμα δείχνει ότι οι αναστρέψιμες αντλίες θερμότητας μπορούν να αποτελέσουν αποτελεσματική λύση απέναντι στην υπερθέρμανση των κατοικιών. Το κρίσιμο στοιχείο, όμως, είναι να έχουν σχεδιαστεί εξαρχής για διπλή λειτουργία.

Εάν αυτό δεν έχει προβλεφθεί, οι πρόσθετες μονάδες, οι αλλαγές στις σωληνώσεις και η διαχείριση των συμπυκνωμάτων μπορούν να ανεβάσουν αισθητά το κόστος.

Η Βρετανία αυξάνει τα κίνητρα

Στη Βρετανία λειτουργούν ήδη περίπου 358.000 αντλίες θερμότητας, από τις οποίες περίπου 323.000 είναι συστήματα αέρα-νερού.

Οι ιδιοκτήτες κατοικιών στην Αγγλία και την Ουαλία μπορούν να αξιοποιήσουν το Boiler Upgrade Scheme, το οποίο προβλέπει επιδότηση 7.500 λιρών για την εγκατάσταση αντλίας θερμότητας αέρα-νερού ή γεωθερμικού συστήματος.

Για σπίτια που βρίσκονται εκτός δικτύου φυσικού αερίου, η ενίσχυση ανεβαίνει στις 9.000 λίρες.

Παράλληλα, σχεδιάζεται νέα επιδότηση 2.500 λιρών για συστήματα αέρα-αέρα, τα οποία μπορούν να καλύψουν τόσο ανάγκες θέρμανσης όσο και ψύξης.

Το κόστος εγκατάστασης μιας τέτοιας μονάδας σε μικρό σπίτι ή διαμέρισμα υπολογίζεται περίπου στις 4.500 λίρες, σημαντικά χαμηλότερα από τις περίπου 12.000 λίρες που μπορεί να κοστίσει μια αντλία αέρα-νερού.

Η ενίσχυση των κινήτρων συνδέεται και με τις προβλέψεις για την υπερθέρμανση του βρετανικού κτιριακού αποθέματος. Εκτιμάται ότι έως το 2050 ακόμη και το 92% των υφιστάμενων κατοικιών θα μπορούσε να αντιμετωπίζει προβλήματα υπερβολικής ζέστης.

Η ελληνική αγορά και οι 362.200 εγκαταστάσεις

Στην Ελλάδα, το τεχνολογικό τοπίο είναι αρκετά διαφορετικό. Η χώρα έχει ήδη ευρεία παρουσία αντλιών θερμότητας, κυρίως μέσω συστημάτων αέρα-αέρα, που είναι περισσότερο οικεία στους Έλληνες καταναλωτές λόγω της μεγάλης χρήσης κλιματιστικών inverter.

Με βάση την τελευταία αναλυτική καταγραφή, στην Ελλάδα λειτουργούσαν περίπου 362.200 αντλίες θερμότητας.

Από αυτές, οι 354.658 ήταν αεροθερμικές και 7.536 γεωθερμικές. Μόνο μέσα σε μία χρονιά είχαν πωληθεί περίπου 40.000 συστήματα.

Το γεγονός ότι ο συνολικός αριθμός είναι παραπλήσιος με εκείνον της Βρετανίας δεν σημαίνει ότι οι δύο αγορές είναι ίδιες.

Στη Βρετανία κυριαρχούν τα συστήματα αέρα-νερού που αντικαθιστούν λέβητες, ενώ στην Ελλάδα η μεγαλύτερη διείσδυση αφορά αντλίες αέρα-αέρα.

Επίσης, ο αριθμός των εγκαταστάσεων δεν σημαίνει ότι όλα τα συστήματα μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά για ψύξη. Το αν μπορούν να το κάνουν εξαρτάται από τον σχεδιασμό, τον τύπο της αντλίας και τη διαμόρφωση των εσωτερικών μονάδων.

Το μεγάλο απόθεμα κατοικιών με πετρέλαιο και φυσικό αέριο

Παρά τη σημαντική παρουσία της τεχνολογίας, το περιθώριο για περαιτέρω ανάπτυξη στην Ελλάδα παραμένει μεγάλο.

Περίπου 1,69 εκατ. νοικοκυριά χρησιμοποιούν ακόμη πετρέλαιο για θέρμανση, ενώ άλλα 710.000 βασίζονται στο φυσικό αέριο.

Το γεγονός αυτό δημιουργεί μια μεγάλη δυνητική αγορά αντικατάστασης, ιδιαίτερα όσο αυξάνονται οι απαιτήσεις για περιορισμό των εκπομπών άνθρακα και βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κατοικιών.

Παράλληλα, θέρμανση και ψύξη αντιπροσωπεύουν περίπου το 71% της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης των ελληνικών κατοικιών.

Η Ελλάδα εμφανίζει επίσης σημαντικά μεγαλύτερες ανάγκες ψύξης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με 139% περισσότερες βαθμοημέρες ψύξης.

Με άλλα λόγια, σε αντίθεση με βορειότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπου η συζήτηση για τις αντλίες θερμότητας ξεκίνησε σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τη θέρμανση, στην ελληνική περίπτωση η δυνατότητα δροσισμού αποτελεί εξίσου σημαντικό στοιχείο.

Το πρόβλημα των παλαιών ελληνικών κτιρίων

Το βασικό εμπόδιο για την ευρύτερη αξιοποίηση της τεχνολογίας είναι το ίδιο το ελληνικό κτιριακό απόθεμα.

Περίπου το 72% των κτιρίων έχει κατασκευαστεί πριν από το 1990, δηλαδή πριν από την εφαρμογή των σημερινών αυστηρότερων απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης.

Μια αντλία θερμότητας μπορεί να εγκατασταθεί και σε ένα παλιό σπίτι. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα λειτουργήσει με την ίδια αποδοτικότητα όπως σε ένα καλά μονωμένο σύγχρονο κτίριο.

Η ελλιπής θερμομόνωση, τα παλιά κουφώματα, τα ακατάλληλα θερμαντικά σώματα και η λανθασμένη διαστασιολόγηση της εγκατάστασης μπορούν να οδηγήσουν σε υψηλότερη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και χαμηλότερα επίπεδα άνεσης.

Συνεπώς, η αγορά μιας ακριβής αντλίας χωρίς προηγούμενη ενεργειακή μελέτη μπορεί να οδηγήσει σε πολύ μικρότερο όφελος από αυτό που περιμένει ο ιδιοκτήτης.

Από περιβαλλοντική άποψη, η αντικατάσταση ενός λέβητα φυσικού αερίου από ηλεκτρική αντλία θερμότητας μπορεί να μειώσει περίπου κατά 47% τις εκπομπές μιας τυπικής ελληνικής μονοκατοικίας.

Το τελικό αποτέλεσμα, ωστόσο, εξαρτάται από την απόδοση του συστήματος, την κατάσταση του ακινήτου, το ενεργειακό μείγμα ηλεκτροπαραγωγής και τις συνήθειες των κατοίκων.

Οι ελληνικές επιδοτήσεις και η μεγάλη ζήτηση

Η προσπάθεια επιτάχυνσης της εγκατάστασης νέων συστημάτων υποστηρίχθηκε και μέσω του προγράμματος «Αλλάζω Σύστημα Θέρμανσης και Θερμοσίφωνα».

Το πρόγραμμα προέβλεπε κάλυψη του 50% του κόστους αγοράς αντλίας θερμότητας, καθώς και μέρος των εργασιών που απαιτούνται για την εγκατάστασή της.

Η ζήτηση αποδείχθηκε τόσο υψηλή ώστε ο συνολικός προϋπολογισμός αυξήθηκε από 223,2 εκατ. ευρώ σε 647,17 εκατ. ευρώ, ενώ οι αιτήσεις έφτασαν περίπου τις 192.000.

Μέχρι τον Ιούνιο του 2026 είχαν εγκριθεί περισσότερες από 146.000 αιτήσεις.

Ωστόσο, ο συγκεκριμένος αριθμός δεν αφορά αποκλειστικά αντλίες θερμότητας, καθώς το πρόγραμμα περιλάμβανε και ηλιακούς θερμοσίφωνες. Χωρίς πλήρη κατανομή ανά κατηγορία εξοπλισμού δεν μπορεί να προσδιοριστεί πόσες νέες εγκαταστάσεις αντλιών αντιστοιχούν στις εγκρίσεις.

Πότε πραγματικά μειώνεται ο λογαριασμός

Το καθοριστικό ερώτημα για κάθε νοικοκυριό παραμένει το ίδιο: πόσο θα κοστίζει τελικά η λειτουργία της αντλίας θερμότητας.

Δεν υπάρχει μία απάντηση που να ισχύει για όλες τις κατοικίες.

Μια αντλία θερμότητας καταναλώνει ηλεκτρικό ρεύμα, μπορεί όμως να αποδίδει πολλαπλάσια θερμική ή ψυκτική ενέργεια σε σχέση με την ηλεκτρική ενέργεια που χρησιμοποιεί.

Η οικονομική απόδοση εξαρτάται από την τιμή του ηλεκτρισμού, τον συντελεστή απόδοσης του συστήματος, τη θερμοκρασία λειτουργίας, τη μόνωση του κτιρίου και το σύστημα διανομής θερμότητας ή ψύξης.

Σημαντικό ρόλο μπορεί να παίξει και ο τρόπος τιμολόγησης του ηλεκτρικού ρεύματος. Σε συστήματα με διαφορετικές χρεώσεις ανά ώρα, μέρος της κατανάλωσης μπορεί να μεταφέρεται σε φθηνότερες χρονικές ζώνες.

Ακόμη μεγαλύτερη εξοικονόμηση μπορεί να προκύψει όταν η αντλία συνδυάζεται με φωτοβολταϊκά και οικιακή μπαταρία. Σε αυτή την περίπτωση μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας που απαιτείται για θέρμανση ή ψύξη παράγεται επιτόπου ή αποθηκεύεται όταν είναι φθηνότερη.

Το μειονέκτημα είναι ότι κάθε πρόσθετη τεχνολογία αυξάνει αισθητά το αρχικό κόστος της επένδυσης.

Η οικογένεια Ingram έχει συνδυάσει αντλία θερμότητας, φωτοβολταϊκά και μπαταρία, γεγονός που της επιτρέπει να καλύπτει μέρος της κατανάλωσης από τη δική της παραγωγή και να αξιοποιεί φθηνότερο ρεύμα όταν αυτό είναι διαθέσιμο.

Η αντλία θερμότητας μπορεί επομένως να εξελιχθεί σε βασικό σύστημα ενός σπιτιού για ολόκληρο το έτος, καλύπτοντας τόσο τις ανάγκες του χειμώνα όσο και εκείνες ενός ολοένα θερμότερου καλοκαιριού.

Δεν αποτελεί όμως αυτόματη εγγύηση χαμηλότερων λογαριασμών. Το πραγματικό αποτέλεσμα κρίνεται πριν ακόμη ενεργοποιηθεί η συσκευή: στη μελέτη του κτιρίου, στη σωστή επιλογή ισχύος, στις κατάλληλες εσωτερικές μονάδες, στη μόνωση και στη συνολική ενεργειακή στρατηγική της κατοικίας.

Σε διαφορετική περίπτωση, μια επένδυση αρκετών χιλιάδων ευρώ μπορεί να αποδειχθεί πολύ λιγότερο αποδοτική από όσο υπολογίστηκε αρχικά. Η τεχνολογία μπορεί να προσφέρει θέρμανση, ψύξη και εξοικονόμηση, αλλά μόνο όταν το σπίτι και το σύστημα έχουν σχεδιαστεί να λειτουργούν μαζί.

Διαβάστε ακόμη 

Ηλεκτρονικά τιμολόγια: Παράθυρο πεντάμηνης παράτασης για χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις

Ακτοπλοΐα δύο ταχυτήτων – Οι μεγάλοι επενδύουν, οι μικροί μένουν πίσω (πίνακες)

Καναδάς: Από 8 Σεπτεμβρίου ανταποδίδει τους δασμούς στις ΗΠΑ «δολάριο προς δολάριο» – Η απάντηση Κάρνεϊ στον Τραμπ 

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ