Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ο φετινός χειμώνας ενδέχεται να είναι μόνο η αρχή μιας νέας, παρατεταμένης περιόδου ενεργειακής αναταραχής για την Ευρώπη. Ακόμη και στην περίπτωση που οι θερμοκρασίες παραμείνουν σχετικά ήπιες και οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή αποκλιμακωθούν, η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με μια ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση: την αναπλήρωση των αποθεμάτων το καλοκαίρι του 2027, σε συνθήκες περιορισμένης προσφοράς και υψηλών τιμών.

Σύμφωνα με αναλύσεις που επικαλείται το Reuters, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην επάρκεια φυσικού αερίου για τους επόμενους μήνες. Το κρίσιμο ζήτημα είναι πόσο θα μειωθούν τα αποθέματα μέχρι την άνοιξη και, κυρίως, πόσο θα κοστίσει η επαναπλήρωση των ευρωπαϊκών αποθηκών πριν από τον χειμώνα του 2027-2028.

Η διαταραχή στις παγκόσμιες ροές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), εξαιτίας της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ, έχει ήδη περιορίσει τη διαθεσιμότητα φορτίων, εντείνοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Και ενώ η αγορά προσπαθεί να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα, αναλυτές εκτιμούν ότι η πλήρης επιστροφή στις συνθήκες που επικρατούσαν πριν από τη σύγκρουση ενδέχεται να καθυστερήσει έως το 2028.

Οι ευρωπαϊκές αποθήκες ξεκινούν τον χειμώνα με μειονέκτημα

Η πρώτη ένδειξη της πίεσης που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή αγορά εντοπίζεται στα επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου.

Οι εκτιμήσεις θέλουν τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης της Ευρώπης να βρίσκονται στο 75% έως 78% της χωρητικότητάς τους την 1η Νοεμβρίου, ημερομηνία που σηματοδοτεί συνήθως την ολοκλήρωση της περιόδου αναπλήρωσης.

Πρόκειται για επίπεδα περίπου δέκα ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας, γεγονός που περιορίζει τα διαθέσιμα περιθώρια ασφαλείας ενόψει της χειμερινής περιόδου.

Η κατάσταση έχει επιδεινωθεί από τις διαταραχές στις εξαγωγές LNG από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ έχει επηρεάσει ροές που αντιστοιχούν σχεδόν στο 20% των παγκόσμιων εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου, προκαλώντας σημαντική αναστάτωση στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Η Ευρώπη, η οποία έχει αυξήσει την εξάρτησή της από το LNG μετά τη δραστική μείωση των ρωσικών προμηθειών μέσω αγωγών, βρίσκεται πλέον σε άμεσο ανταγωνισμό με τις ασιατικές οικονομίες για την εξασφάλιση διαθέσιμων φορτίων.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μια σχετικά περιορισμένη διαταραχή στην προσφορά μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογα μεγάλες αυξήσεις στις τιμές.

Το επικίνδυνο σενάριο: Αποθέματα ακόμη και στο 10%

Η εξέλιξη της χειμερινής περιόδου θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την ένταση της επόμενης ενεργειακής δοκιμασίας.

Εφόσον επικρατήσουν φυσιολογικές για την εποχή θερμοκρασίες, τα αποθέματα φυσικού αερίου στη Βορειοδυτική Ευρώπη ενδέχεται να περιοριστούν κοντά στο 20% στις αρχές Απριλίου.

Εάν, ωστόσο, ο χειμώνας αποδειχθεί ψυχρότερος από το αναμενόμενο, τα επίπεδα αποθήκευσης θα μπορούσαν να υποχωρήσουν ακόμη περισσότερο, στο 10% έως 15% της συνολικής χωρητικότητας.

Μια τέτοια εξέλιξη δεν συνεπάγεται απαραίτητα άμεση έλλειψη φυσικού αερίου. Θα δημιουργούσε, όμως, εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες για την επόμενη περίοδο αναπλήρωσης, καθώς οι ευρωπαϊκές εταιρείες θα έπρεπε να εξασφαλίσουν πολύ μεγαλύτερες ποσότητες μέσα σε περιορισμένο χρονικό διάστημα.

Οι αποθήκες καλύπτουν κατά κανόνα περίπου το 25% έως 30% της χειμερινής κατανάλωσης φυσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι υπόλοιπες ανάγκες εξυπηρετούνται από τις εισαγωγές μέσω αγωγών και τις παραδόσεις LNG, με τη Νορβηγία και τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποτελούν βασικούς προμηθευτές.

Όσο περισσότερο μειώνονται τα αποθέματα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για πρόσθετες εισαγωγές. Και όσο περισσότερα φορτία αναζητεί η Ευρώπη, τόσο εντονότερος μπορεί να γίνει ο ανταγωνισμός με την Ασία.

Ο κίνδυνος για TTF πάνω από τα 100 ευρώ

Οι πιέσεις στην προσφορά δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο οι τιμές του φυσικού αερίου μπορούν να εμφανίσουν νέες έντονες διακυμάνσεις.

Αναλυτές δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο ο ευρωπαϊκός δείκτης αναφοράς TTF να ξεπεράσει ξανά τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ιδιαίτερα εάν συνδυαστούν χαμηλά αποθέματα, αυξημένη ζήτηση και νέες διαταραχές στις διεθνείς παραδόσεις.

Πρόκειται, πάντως, για σενάριο κινδύνου και όχι για την επικρατέστερη πρόβλεψη σχετικά με την πορεία των τιμών.

Η Rabobank εκτιμά ότι η μέση τιμή του φυσικού αερίου το 2027 θα διαμορφωθεί περίπου στα 45 ευρώ ανά μεγαβατώρα, αναθεωρώντας προς τα πάνω τις προηγούμενες προβλέψεις της κατά περίπου 20 ευρώ.

Η σημαντική αυτή αναπροσαρμογή αποτυπώνει το πόσο έχουν μεταβληθεί οι προσδοκίες της αγοράς εξαιτίας της γεωπολιτικής αβεβαιότητας και της περιορισμένης διαθεσιμότητας LNG.

Ακόμη πιο μακροπρόθεσμες είναι οι ανησυχίες που διατυπώνονται από την BNP Paribas. Σύμφωνα με εκτίμηση αναλυτή της τράπεζας που μεταφέρει το Reuters, η αγορά φυσικού αερίου δεν αναμένεται να επιστρέψει στις προπολεμικές συνθήκες πριν από το 2028.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μια αποκλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή δεν θα ήταν αρκετή για να αποκαταστήσει αμέσως την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης.

Το 2027 φέρνει και την απαγόρευση του ρωσικού LNG

Στο ήδη σύνθετο ενεργειακό περιβάλλον προστίθεται ακόμη ένας παράγοντας που ενδέχεται να αυξήσει τις πιέσεις στην ευρωπαϊκή αγορά.

Από τον Ιανουάριο του 2027 προβλέπεται η πλήρης απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού LNG στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περιορίζοντας περαιτέρω τις διαθέσιμες πηγές εφοδιασμού.

Η εξέλιξη αυτή συμπίπτει με την ανάγκη αναπλήρωσης των αποθεμάτων μετά τον χειμώνα, δημιουργώντας πρόσθετες απαιτήσεις για προμήθειες από εναλλακτικούς προμηθευτές.

Η Ευρώπη θα πρέπει να καλύψει το κενό μέσα από περισσότερες εισαγωγές LNG από άλλες αγορές και μέσω των υφιστάμενων δικτύων αγωγών.

Ωστόσο, η δυνατότητα εξασφάλισης πρόσθετων ποσοτήτων θα εξαρτηθεί από τη διεθνή προσφορά, την παραγωγική δυναμικότητα των εξαγωγικών εγκαταστάσεων και τη ζήτηση από άλλες περιοχές του κόσμου.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης θα εξαρτάται όχι μόνο από τη διαθεσιμότητα φυσικού αερίου, αλλά και από το τίμημα που θα πρέπει να καταβάλει για να το εξασφαλίσει.

Πότε θα φτάσουν οι αυξήσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις

Οι επιπτώσεις της ενεργειακής αναταραχής δεν μεταφέρονται πάντοτε άμεσα στους λογαριασμούς των καταναλωτών.

Σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές, οι τιμές λιανικής διαμορφώνονται βάσει συμβολαίων που έχουν συναφθεί σε προηγούμενες περιόδους, με αποτέλεσμα οι αυξήσεις στη χονδρεμπορική αγορά να εμφανίζονται με χρονική καθυστέρηση.

Αυτό σημαίνει ότι μέρος των ανατιμήσεων που καταγράφονται μέσα στο 2026 μπορεί να επιβαρύνει τους καταναλωτές το 2027, όταν ανανεωθούν τα σχετικά συμβόλαια προμήθειας.

Για τα νοικοκυριά, ο κίνδυνος αφορά υψηλότερες δαπάνες για θέρμανση και ηλεκτρική ενέργεια, ανάλογα με τα τιμολόγια και τις συνθήκες κάθε εθνικής αγοράς.

Για τις επιχειρήσεις, και ιδιαίτερα για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες, οι συνέπειες μπορεί να είναι ακόμη σημαντικότερες.

Η Ευρώπη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αισθητά υψηλότερο κόστος φυσικού αερίου σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής.

Παράλληλα, η άνοδος του κόστους του φυσικού αερίου μπορεί να επηρεάσει και τις χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο καύσιμο διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των τιμών σε αρκετές ευρωπαϊκές αγορές.

Η Ελλάδα, η Ρεβυθούσα και ο ρόλος της Αλεξανδρούπολης

Για την Ελλάδα, η νέα ενεργειακή κρίση αναδεικνύει τόσο τη σημασία των επενδύσεων σε υποδομές φυσικού αερίου όσο και την έκθεση της εγχώριας αγοράς στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών.

Η Ρεβυθούσα παραμένει βασική πύλη εισαγωγής LNG, ενώ ο σταθμός της Αλεξανδρούπολης ενισχύει τη δυνατότητα διαφοροποίησης των πηγών εφοδιασμού και δημιουργεί πρόσθετες προοπτικές για τη μεταφορά φυσικού αερίου προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ για το πρώτο εξάμηνο του 2026, η Ρεβυθούσα διατήρησε τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου, ενώ οι ποσότητες που εισήλθαν μέσω της Αλεξανδρούπολης κατέγραψαν σημαντική αύξηση σε ετήσια βάση.

Η ανάπτυξη αυτών των υποδομών προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία στην κάλυψη της εγχώριας ζήτησης και ενισχύει τη γεωστρατηγική θέση της χώρας ως διαμετακομιστικού κόμβου.

Ωστόσο, η ύπαρξη περισσότερων σημείων εισαγωγής δεν συνεπάγεται προστασία από τις υψηλές διεθνείς τιμές.

Όταν τα διαθέσιμα φορτία LNG περιορίζονται και οι ευρωπαϊκές αγορές ανταγωνίζονται με τις ασιατικές για την εξασφάλισή τους, το αυξημένο κόστος προμήθειας επηρεάζει και την Ελλάδα.

Οι πιέσεις αυτές μπορούν να μεταφερθούν στην ηλεκτροπαραγωγή και, ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς, να επηρεάσουν τους λογαριασμούς ρεύματος των νοικοκυριών και το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων.

Η δυνατότητα πρόσβασης σε περισσότερες πηγές φυσικού αερίου αποτελεί, επομένως, σημαντικό πλεονέκτημα για την ασφάλεια εφοδιασμού, χωρίς όμως να εξαλείφει τον κίνδυνο ανατιμήσεων.

Γιατί το δυσκολότερο διάστημα μπορεί να έρθει μετά τον χειμώνα

Το βασικό συμπέρασμα των αναλύσεων είναι ότι η ενεργειακή δοκιμασία της Ευρώπης δεν θα ολοκληρωθεί απαραίτητα με το τέλος της χειμερινής περιόδου.

Αντιθέτως, η άνοιξη και το καλοκαίρι του 2027 ενδέχεται να αποδειχθούν εξίσου κρίσιμα, καθώς οι ευρωπαϊκές χώρες θα προσπαθήσουν να αναπληρώσουν τα αποθέματά τους σε μια αγορά όπου η προσφορά θα παραμένει ευάλωτη στις γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το ύψος των αποθεμάτων που θα έχουν απομείνει τον Απρίλιο, η πορεία της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, η αποκατάσταση των εξαγωγών LNG από τον Περσικό Κόλπο και η ζήτηση από την Ασία θα καθορίσουν το κόστος της επόμενης περιόδου.

Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, το διακύβευμα δεν είναι μόνο να εξασφαλιστούν επαρκείς ποσότητες φυσικού αερίου για τον φετινό χειμώνα.

Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να δημιουργηθούν ξανά επαρκή αποθέματα για τον επόμενο, χωρίς το κόστος να προκαλέσει έναν νέο κύκλο ενεργειακών ανατιμήσεων που θα επιβαρύνει νοικοκυριά, επιχειρήσεις και βιομηχανία.

Διαβάστε ακόμη

Γιάννης Κοτζιάς: Η ναυτιλία «όπλο» στις γεωπολιτικές συγκρούσεις

Πώς η ΑΙ απορροφά τον παγκόσμιο πλούτο

Συνέντευξη για δουλειά: Η ερώτηση του εργοδότη που έχετε δικαίωμα να μην απαντήσετε

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ