Ο Λευκός Οίκος εξετάζει την επιβολή 90ήμερης απαγόρευσης στις εξαγωγές ντίζελ από τις ΗΠΑ, σε μια προσπάθεια να περιορίσει τις ιστορικά υψηλές τιμές του καυσίμου ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Ωστόσο, η συγκεκριμένη παρέμβαση, αν εφαρμοστεί, ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις αγορές πετρελαϊκών προϊόντων και τελικά να οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές για τα διυλισμένα καύσιμα.
Η λογική πίσω από το μέτρο είναι απλή: εάν μεγαλύτερες ποσότητες ντίζελ παραμείνουν στην αμερικανική αγορά, η προσφορά θα αυξηθεί και οι τιμές θα υποχωρήσουν. Όμως, οι αμερικανικές εταιρείες διύλισης και οι διεθνείς αγοραστές έχουν δημιουργήσει επί χρόνια αλυσίδες εφοδιασμού που βασίζονται στις εξαγωγές.
Ο περιορισμός αυτών των ροών θα μπορούσε να δημιουργήσει δύο αντίθετες πιέσεις: πλεόνασμα ντίζελ στις ακτές του Κόλπου του Μεξικού και ταυτόχρονα έλλειψη προσφοράς σε μεγάλες αγορές της Λατινικής Αμερικής, οι οποίες εξαρτώνται από τα αμερικανικά φορτία.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην αμερικανική ήπειρο, καθώς η Ευρώπη, μετά την αποχώρηση της Ρωσίας από την αγορά έχει αυξήσει την εξάρτησή της από αμερικανικά φορτία, και έτσι θα βρεθεί αντιμέτωπη με νέο κύμα πίεσης στις τιμές καυσίμων. Η απώλεια αμερικανικών ποσοτήτων θα ανάγκαζε τους Ευρωπαίους αγοραστές να στραφούν σε ακριβότερες εναλλακτικές πηγές, εντείνοντας τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα φορτία σε μια ήδη περιορισμένη διεθνή αγορά ντίζελ.
Ακόμα χειρότερα, η Μόσχα αποφάσισε να παρατείνει παρατείνει έως τέλη Οκτωβρίου την απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ, ασκώντας περαιτέρω πιέσεις στις διεθνείς τιμές.
Οι εξαγωγές ντίζελ των ΗΠΑ και η εξάρτηση της Λατινικής Αμερικής, αλλά και της Ευρώπης
Οι εξαγωγές αποσταγμάτων πετρελαίου των ΗΠΑ ανήλθαν κατά μέσο όρο σε περίπου 1,56 εκατ. βαρέλια την ημέρα στο τετράμηνο εβδομάδων έως τις 18 Σεπτεμβρίου, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 30% της συνολικής αμερικανικής παραγωγής αποσταγμάτων.
Περίπου το 90% των εξαγωγών αναχωρεί από την περιοχή του Κόλπου του Μεξικού, γεγονός που καθιστά τις υποδομές της περιοχής κρίσιμο κόμβο για την παγκόσμια αγορά καυσίμων.
Οι οικονομίες της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής θα ήταν οι πρώτες που θα επηρεάζονταν από μια τέτοια απαγόρευση. Σύμφωνα με ανάλυση της East Daley Analytics, βασισμένη σε στοιχεία ναυτιλιακών δεδομένων της Vortexa, η Νότια Αμερική απορρόφησε περίπου 128.000 βαρέλια ημερησίως, ή 41%, των καταγεγραμμένων αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ το 2026.
Εάν προστεθούν η Κεντρική Αμερική και το Μεξικό, η έκθεση της περιοχής αυξάνεται σε περίπου 216.000 βαρέλια ημερησίως, δηλαδή το 68% των συνολικών εξαγωγικών ποσοτήτων.
Μεταξύ των μεγαλύτερων αγοραστών ξεχωρίζει ο Ισημερινός, με περίπου 56.000 βαρέλια ημερησίως, ακολουθούμενος από τη Χιλή με 29.000 βαρέλια και την Ονδούρα με 24.000 βαρέλια ημερησίως.
Μια απαγόρευση θα ανάγκαζε αυτές τις χώρες να αναζητήσουν εναλλακτικές ποσότητες από την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και άλλους προμηθευτές. Το αποτέλεσμα θα ήταν μια γεωγραφική ανισορροπία στην αγορά: χαμηλότερες τιμές ντίζελ αρχικά στον αμερικανικό Κόλπο, αλλά υψηλότερες τιμές στις αγορές που εξαρτώνται από τις αμερικανικές εξαγωγές.
Αντίστοιχα, σε περίπτωση περιορισμού των αμερικανικών φορτίων, οι Ευρωπαίοι αγοραστές θα αναζητούσαν εναλλακτικές πηγές, όπως Μέση Ανατολή, Ινδία, Σιγκαπούρη, άλλες ασιατικές αγορές. Όμως οι εναλλακτικές αυτές δεν είναι απεριόριστες, καθώς πολλές χώρες ήδη καλύπτουν κενά που δημιουργήθηκαν από τη μείωση ρωσικών εξαγωγών.
Πώς το μέτρο μπορεί να αυξήσει τις τιμές στην αντλία
Για τα αμερικανικά διυλιστήρια, η πρώτη αντίδραση σε έναν περιορισμό εξαγωγών θα ήταν η προσαρμογή της παραγωγής. Οι μονάδες μπορούν να μεταφέρουν μέρος της παραγωγής από το ντίζελ προς τη βενζίνη, τα καύσιμα αεροσκαφών και τη νάφθα.
Ωστόσο, η ευελιξία αυτή έχει όρια.
Εάν οι εξαγωγές παραμείνουν περιορισμένες, τα αποθέματα ντίζελ θα αυξηθούν, τα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων για το προϊόν θα υποχωρήσουν και οι περιορισμοί στις αποθηκευτικές δυνατότητες θα μπορούσαν τελικά να οδηγήσουν σε μείωση της επεξεργασίας αργού πετρελαίου.
Εδώ εμφανίζεται η αντίφαση για την κυβέρνηση Τραμπ: η μείωση της λειτουργίας των διυλιστηρίων θα περιορίσει την παραγωγή όχι μόνο ντίζελ αλλά και βενζίνης, καυσίμων αεροπορίας και νάφθας.
Έτσι, η προσπάθεια περιορισμού της τιμής του ντίζελ θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακριβότερη βενζίνη στην αντλία και υψηλότερο κόστος αεροπορικών μετακινήσεων.
Παράλληλα, μια απαγόρευση εξαγωγών από τις ΗΠΑ θα αύξανε τις διεθνείς τιμές ντίζελ και πιθανότατα θα ενίσχυε και τους παγκόσμιους δείκτες αργού πετρελαίου, όπως το Brent.
Παρότι η ζήτηση από τα αμερικανικά διυλιστήρια θα μπορούσε να υποχωρήσει, οι διεθνείς αγορές πετρελαίου παραμένουν στενά συνδεδεμένες, με αποτέλεσμα το WTI να μπορούσε να ακολουθήσει την άνοδο των διεθνών τιμών.
Η Goldman Sachs έχει εκτιμήσει ότι μια αμερικανική απαγόρευση εξαγωγών θα μπορούσε να αυξάνει τις ευρωπαϊκές τιμές ντίζελ κατά περίπου 2% την εβδομάδα όσο διαρκεί το μέτρο, αν και οι επιπτώσεις θα εξαρτηθούν από τα αποθέματα και τις αντιδράσεις των κυβερνήσεων.
Κίνδυνος για την αξιοπιστία των ΗΠΑ ως ενεργειακού προμηθευτή
Η Ευρώπη δεν θα επηρεαζόταν μόνο από τις άμεσες ποσότητες αλλά και από το μήνυμα προς την αγορά.
Τα τελευταία χρόνια οι ΗΠΑ εξελίχθηκαν σε βασικό προμηθευτή ενεργειακής ασφάλειας για την Ευρώπη μετά την απομάκρυνση από τη Ρωσία.
Μια ξαφνική απαγόρευση εξαγωγών θα δημιουργούσε ανησυχίες για τη σταθερότητα των αμερικανικών ενεργειακών ροών
Πίεση στις πετρελαϊκές υποδομές του Κόλπου
Οι επιπτώσεις θα μεταφέρονταν και στις υποδομές εξαγωγών του αμερικανικού Κόλπου.
Τα στοιχεία της Vortexa δείχνουν ότι σημαντικές ποσότητες εξαγωγών ντίζελ διακινούνται μέσω τερματικών που συνδέονται με τις Phillips 66, Chevron, ONEOK, Marathon, MPLX και ExxonMobil.
Μεταξύ των μεγαλύτερων εγκαταστάσεων περιλαμβάνονται το Clifton Ridge της Phillips 66, με περίπου 34.000 βαρέλια ημερησίως το 2026, το Pascagoula της Chevron με 24.000 βαρέλια και το Galena Park με 22.000 βαρέλια ημερησίως.
Οι εγκαταστάσεις αυτές θα αντιμετώπιζαν άμεσους κινδύνους μείωσης της θαλάσσιας διακίνησης φορτίων σε περίπτωση πλήρους απαγόρευσης. Το μέγεθος της επίδρασης, πάντως, θα εξαρτηθεί από τον σχεδιασμό του μέτρου και από πιθανές εξαιρέσεις για συγκεκριμένες αγορές.
Πόσο μπορεί να αντέξει η αγορά μια απαγόρευση 90 ημερών
Το βασικό ερώτημα είναι για πόσο διάστημα τα διυλιστήρια μπορούν να απορροφήσουν τις ποσότητες ντίζελ που δεν θα εξαχθούν, πριν η συσσώρευση αποθεμάτων αρχίσει να δημιουργεί προβλήματα στη λειτουργία τους.
Τα αμερικανικά αποθέματα αποσταγμάτων βρίσκονται σήμερα σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, στα 107,4 εκατ. βαρέλια για την εβδομάδα έως τις 18 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με τα στοιχεία της Υπηρεσίας Ενεργειακών Πληροφοριών των ΗΠΑ (EIA).
Το τελευταίο μεγάλο σοκ στη ζήτηση πετρελαίου σημειώθηκε κατά την πανδημία του Covid-19, όταν τα αποθέματα ντίζελ αυξήθηκαν γρήγορα λόγω της κατάρρευσης των μετακινήσεων. Το καλοκαίρι του 2020 έφτασαν έως τα 178 εκατ. βαρέλια.
Με βάση αυτό το επίπεδο ως ανώτατο όριο αποθήκευσης, οι αμερικανικές εταιρείες διύλισης και εμπορίας θα μπορούσαν να απορροφήσουν τις χαμένες εξαγωγές για περίπου 45 ημέρες, δηλαδή για το ήμισυ της διάρκειας μιας πιθανής απαγόρευσης 90 ημερών.
Μετά την πλήρωση των αποθηκευτικών χώρων, οι πιέσεις θα αυξάνονταν: τα διυλιστήρια θα περιόριζαν την παραγωγή τους, η προσφορά άλλων προϊόντων θα μειωνόταν και οι καταναλωτές θα αντιμετώπιζαν μεγαλύτερη μεταβλητότητα στις τιμές.
Διαβάστε ακόμη:
Τίτλοι τέλους για το ελβετικό φράγκο – Κατακόρυφη αύξηση των αιτήσεων για ρύθμιση
Τουρισμός: Πτώση στις διεθνείς αφίξεις για Αθήνα- Σαντορίνη στο peak του καλοκαιριού
Στοπ στις εξαγωγές για το τσάι-φαινόμενο βάζει η τεράστια ζήτηση
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.