Οι υψηλές τιμές στα καύσιμα επιστρέφουν ως πολιτικό πρόβλημα για τις εθνικές κυβερνήσεις της Ευρώπης, την ώρα που η ενεργειακή κρίση μεταφράζεται σε έναν λογαριασμό άνω των 100 δισ. ευρώ για την ΕΕ. Πρόκειται για πρόσθετο κόστος εισαγωγών από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, χωρίς τα κράτη-μέλη να έχουν εξασφαλίσει ούτε μία επιπλέον ποσότητα φυσικού αερίου ή πετρελαίου.
Η πίεση περνά ήδη στα πρατήρια. Σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες οι καταναλωτές πληρώνουν σχεδόν 50% ακριβότερα καύσιμα, με τις τιμές να ξεπερνούν ακόμη και τα 11 δολάρια το γαλόνι, μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Η κρίσιμη αυτή θαλάσσια αρτηρία διακινούσε, σε συνθήκες ειρήνης, περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου.
Παρά το ιδιαίτερα τεταμένο γεωπολιτικό περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν προβλέπει προβλήματα εφοδιασμού καυσίμων τον φετινό χειμώνα. Το κόστος, ωστόσο, αναμένεται να παραμείνει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, με τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου να πιέζουν νοικοκυριά, μεταφορές και επιχειρήσεις.
Ο Επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν προειδοποίησε χθες ότι ο χειμώνας θα είναι δύσκολος, σημειώνοντας πως οι Βρυξέλλες εξετάζουν παρεμβάσεις για τη συγκράτηση του κόστους των καυσίμων στις μεταφορές. Παράλληλα, υπενθύμισε ότι ακόμη και υπό κανονικές συνθήκες περίπου 50 εκατομμύρια Ευρωπαίοι δεν μπορούν να θερμάνουν επαρκώς τα σπίτια τους. Η φετινή συγκυρία, όπως τόνισε, απειλεί να διευρύνει την ενεργειακή φτώχεια και να εντείνει την πίεση στην ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, που συμμετείχε στην άτυπη Σύνοδο των υπουργών Ενέργειας της ΕΕ στο Δουβλίνο, έθεσε την ανάγκη να ανανεωθεί συνολικά η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ενεργειακής ασφάλειας. Όπως επισήμανε, αυτή σχεδιάστηκε σε μια διαφορετική εποχή, όταν η ενέργεια ήταν σχετικά φθηνή και οι διαταραχές στον εφοδιασμό αποτελούσαν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.
Ο κ. Τσάφος αναγνώρισε ότι η ενεργειακή μετάβαση, ο εξηλεκτρισμός και η αξιοποίηση των εγχώριων πόρων μπορούν να κάνουν την Ευρώπη ασφαλέστερη και πιο ανθεκτική. Υπογράμμισε όμως ότι πρόκειται για μια μακρά μετάβαση, η οποία δεν μπορεί να καλύψει από τη μία ημέρα στην άλλη τα σημερινά κενά ασφάλειας εφοδιασμού.
Γι’ αυτό, όπως ανέφερε, απαιτούνται περισσότερα δεδομένα, αναλύσεις και δοκιμές αντοχής σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο και ηλεκτρισμό, ώστε οι ευρωπαϊκές πολιτικές να σχεδιάζονται πάνω στους πραγματικούς κινδύνους και όχι στις παραδοχές μιας άλλης εποχής.
Το ντίζελ στο επίκεντρο
Η πλέον άμεση εστία ανησυχίας είναι το ντίζελ. Η Ευρώπη εισάγει μεγάλες ποσότητες, ενώ οι ΗΠΑ καλύπτουν περίπου το μισό των ευρωπαϊκών εισαγωγών του καυσίμου. Η συζήτηση στην Ουάσιγκτον για πιθανό προσωρινό περιορισμό των εξαγωγών ντίζελ, με στόχο να υποχωρήσουν οι τιμές για τους Αμερικανούς καταναλωτές, ανέδειξε με τον πιο καθαρό τρόπο αυτή την εξάρτηση.
Ο Ιρλανδός υπουργός Ενέργειας Darragh O’Brien και ο επίτροπος Γιόργκενσεν εμφανίστηκαν χθες συγκρατημένα αισιόδοξοι ότι η απαγόρευση δεν θα προχωρήσει. Κανείς, ωστόσο, δεν εμφανίστηκε διατεθειμένος να εφησυχάσει. Μια τέτοια απόφαση θα επιβάρυνε περαιτέρω μια αγορά που ήδη πιέζεται από την απώλεια ρωσικών ποσοτήτων, τη διαταραχή στη Μέση Ανατολή και την είσοδο στον χειμώνα.
Ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, προειδοποίησε ότι η Ευρώπη είναι από τις πλέον εκτεθειμένες περιοχές του κόσμου στο ντίζελ. Η εξάρτηση από εισαγόμενα προϊόντα διύλισης δεν είναι, επομένως, ένα τεχνικό ζήτημα της αγοράς. Είναι κρίσιμος παράγοντας για τις μεταφορές, τη βιομηχανία, τη γεωργία και τελικά για τον πληθωρισμό.
Το παράδοξο των διυλιστηρίων
Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αμέσως μετά το τέλος του άτυπου συμβουλίου, ο κ. Τσάφος αναφέρθηκε και στην δυναμικότητα διύλισης, που όπως σημείωσε, αποδεικνύει αυτή την περίοδο τη στρατηγική της αξία. Στον τομέα αυτό, η ΕΕ έχει χάσει περίπου το 15% της διυλιστικής της δυναμικότητας μέσα σε δύο δεκαετίες, με αποτέλεσμα να εμφανίζει έλλειμμα σε προϊόντα όπως το ντίζελ και τα αεροπορικά καύσιμα.
Η παρατήρηση έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, η οποία διαθέτει ισχυρή διυλιστική βάση και εξαγωγικό ρόλο στα πετρελαϊκά προϊόντα. Το ευρωπαϊκό πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι το αργό πετρέλαιο γίνεται ακριβότερο. Είναι ότι η ΕΕ έχει περιορίσει μέρος της δυνατότητάς της να το μετατρέπει στα καύσιμα που χρειάζεται καθημερινά η οικονομία της.
Ο υφυπουργός έθεσε και μία ακόμη αντίφαση: αν τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια ήταν πλήρως εκτεθειμένα στις σημερινές τιμές του διοξειδίου του άνθρακα, η ανταγωνιστικότητά τους θα δεχόταν σοβαρό πλήγμα. Η ΕΕ καλείται έτσι να βρει ισορροπία ανάμεσα στην περιβαλλοντική της φιλοδοξία και στην ανάγκη να διατηρήσει επαρκή παραγωγική βάση για τα καύσιμα που εξακολουθεί να καταναλώνει.
Αντίστοιχο είναι το δίλημμα και στο φυσικό αέριο. Ο κ. Τσάφος έθεσε το ερώτημα εάν ο στόχος πλήρωσης των αποθηκών παραμένει σήμερα το κατάλληλο εργαλείο, όταν οι υψηλές τιμές λειτουργούν αποτρεπτικά για την επαναπλήρωσή τους. Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη αναζητεί συνεργασία με αξιόπιστους προμηθευτές, αλλά διατηρεί ένα πλαίσιο που αποθαρρύνει επενδύσεις σε υποδομές φυσικού αερίου και δυσκολεύει τις μακροχρόνιες συμβάσεις.
Η απάντηση της Επιτροπής
Απέναντι στη νέα κρίση, η Επιτροπή επιμένει ότι η μακροπρόθεσμη απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από τη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Η στρατηγική αυτή περνά από τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας, την ταχύτερη ανάπτυξη των ΑΠΕ και κυρίως από την αναβάθμιση των ηλεκτρικών δικτύων.
Στο Δουβλίνο, ο Darragh O’Brien έδωσε έμφαση στην καλύτερη αξιοποίηση των υφιστάμενων δικτύων και στην αύξηση της ευελιξίας τους. Η ιρλανδική προεδρία θέτει ως στόχο την προώθηση του ευρωπαϊκού πακέτου για τα δίκτυα κατά τη διάρκειά της.
Ο επίτροπος Ενέργειας επανέλαβε επίσης τη σύσταση προς τα κράτη-μέλη να περιορίσουν την κατανάλωση ενέργειας, ως άμεση γραμμή άμυνας απέναντι στις υψηλές τιμές και στους κινδύνους εφοδιασμού. Λίγες ημέρες νωρίτερα, με επιστολή προς τους «27», είχε ζητήσει την εξέταση άμεσων μέτρων περιορισμού της ζήτησης φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού.
Στις επιλογές που έθεσε περιλαμβάνονται χαμηλότερες θερμοκρασίες στα δημόσια κτίρια, η αποφυγή θέρμανσης σε εξωτερικούς χώρους και ο περιορισμός του μη αναγκαίου δημόσιου φωτισμού τη νύχτα. Η Επιτροπή διαμηνύει, παράλληλα, ότι οι παρεμβάσεις στις τιμές πρέπει να παραμείνουν προσωρινές και αυστηρά στοχευμένες στους ευάλωτους καταναλωτές, ώστε να μη δημιουργούν κίνητρο για μεγαλύτερη κατανάλωση ορυκτών καυσίμων.
Για την Ελλάδα, η προτροπή αυτή έχει ιδιαίτερο βάρος. Η χώρα καταγράφει χαμηλές επιδόσεις στην εξοικονόμηση ενέργειας, επιβαρυμένη από το γερασμένο κτιριακό απόθεμα αλλά και από έναν παλαιό και ενεργοβόρο στόλο Ι.Χ. αυτοκινήτων και φορτηγών.
Ωστόσο, η συμφωνία για τη σοβαρότητα της κρίσης δεν συνεπάγεται και κοινή γραμμή ως προς την ευρωπαϊκή απάντηση. Η Ισπανία ζητεί από την Κομισιόν να εξετάσει τρόπους επιστροφής των έκτακτων υπερκερδών των ενεργειακών εταιρειών στους καταναλωτές και υποστηρίζει μια μόνιμη εισφορά στους κλάδους πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Μαζί με την Πορτογαλία και το Λουξεμβούργο, η Μαδρίτη πιέζει επίσης για έναν σαφή στόχο ΑΠΕ για το 2040, θεωρώντας ότι οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αποτελούν την πιο γρήγορη και ανταγωνιστική διέξοδο από την εξάρτηση από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Στον αντίποδα, η Φινλανδία προκρίνει έναν ευρύτερο στόχο «καθαρής ενέργειας», ώστε να διατηρηθεί ανοικτός ο δρόμος για περαιτέρω ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας, η οποία καλύπτει ήδη περίπου το 40% της ηλεκτροπαραγωγής της χώρας.
Στο τραπέζι και το μεθάνιο
Η ενεργειακή ασφάλεια μεταφέρει πλέον πιέσεις και σε κανονισμούς που συνδέονται με την πράσινη μετάβαση. Στη σύνοδο συζητήθηκε η πιθανότητα μετάθεσης της εφαρμογής του σκέλους του ευρωπαϊκού κανονισμού για το μεθάνιο που αφορά τις εισαγωγές πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα.
Οι υποχρεώσεις παρακολούθησης, αναφοράς και επαλήθευσης για τους εισαγωγείς προβλέπεται να τεθούν σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027. Ο επίτροπος Γιόργκενσεν έχει ζητήσει από τις υπηρεσίες της Επιτροπής να διερευνήσουν τις νομικές δυνατότητες για μια χρονική αναβολή, ενδεχομένως περίπου ενός έτους.
Η άτυπη σύνοδος του Δουβλίνου δεν έλαβε δεσμευτικές αποφάσεις. Κατέγραψε, όμως, τα διλήμματα που θα μεταφερθούν στο επίσημο Συμβούλιο Ενέργειας του Οκτωβρίου: πώς η Ευρώπη θα επιταχύνει την ενεργειακή μετάβαση χωρίς να υπονομεύσει την ασφάλεια εφοδιασμού, τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα και την πρόσβαση νοικοκυριών και επιχειρήσεων σε προσιτή ενέργεια.
Διαβάστε ακόμη
Farm Food Future: Από την καλή ιδέα στη βιώσιμη επιχείρηση τροφίμων (pics)
ΜΙΔΑ: Τι θα εμφανίζει για κάθε ακίνητο και τι θα ζητά πριν αλλάξει ένα ενοικιαστήριο
Οι αυτόματοι πωλητές εξαπλώνονται ραγδαία σε όλον τον κόσμο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
