της Μαριάννας Τζάννε
Πόλεμο κατά της ηλεκτρονικής διαμεσολάβησης μεταφοράς επιβατών που ασκούν εταιρείες όπως οι πολυεθνικές Uber και Βeat (πρώην Taxibeat) ετοιμάζεται να κηρύξει η κυβέρνηση, διαμορφώνοντας καινούριους κανόνες λειτουργίας σε μια νέα και ραγδαία αναπτυσσόμενη αγορά που αναστατώνει τα παραδοσιακά ταξί και βάζει στην καθημερινή μεταφορά επιβατών από ταξί μέχρι εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων και τουριστικά γραφεία.
Η κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να αντιμετωπίσει το φαινόμενο «Uber», η οποία πρόσφατα γιόρτασε τις 5 δισεκατομμύρια μετακινήσεις παγκοσμίως, με δραστικά μέτρα και σύμμαχο τους επαγγελματίες του κλάδου, οι οποίοι δέχονται το μεγαλύτερο πλήγμα από την αλλαγή κουλτούρας.
Γι’ αυτό και στις προτεινόμενες αλλαγές του θεσμικού πλαισίου η προστασία τους είναι παραπάνω από εμφανής. Η συνεργασία των νέων επιχειρήσεων αποκλειστικά με επαγγελματίες οδηγούς και αδειοδοτημένα οχήματα, τιμωρώντας με πρόστιμα 5.000 ευρώ ακόμη και τους επιβάτες που θα συλλαμβάνονται να επιλέγουν διαδρομές με μη αδειοδοτημένα Ι.Χ., αποτελεί σαφή ένδειξη προστατευτισμού της αγοράς. Για τις εταιρείες παροχής υπηρεσιών που αθετούν τον νόμο οι ποινές θα φτάνουν ως και τις 100.000 ευρώ, ενώ στα προτεινόμενα μέτρα περιλαμβάνονται πρακτικές όπως η υποχρέωση τριετών συμβάσεων μεταξύ εταιρειών και οδηγών, αλλά και η φραγή στη διαδικτυακή πρόσβαση.
Το νέο πλαίσιο που έχει επεξεργαστεί ο υφυπουργός Υποδομών Νίκος Μαυραγάνης προβλέπεται να ψηφιστεί τον επόμενο Σεπτέμβριο, είναι άγνωστο όμως πώς θα ξεπεράσει τις ασφυκτικές πιέσεις που έχουν ασκήσει οι θεσμοί ακόμη και κατά την πρόσφατη αξιολόγηση για πλήρη απελευθέρωση των μισθώσεων Ι.Χ., η οποία τελικά έκλεισε με μια πρόβλεψη στα τεχνικά κείμενα του μνημονίου για αναθεώρηση του χρόνου μίσθωσης των οχημάτων με οδηγό από έξι ώρες σε τρεις.
Στην κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι στόχος είναι η ρύθμιση της αγοράς, θέμα που έχει γίνει προτεραιότητα για πολλές χώρες σε όλο τον πλανήτη, αλλά και η προστασία του μεταφορικού έργου και των επαγγελματιών του κλάδου από μη εξουσιοδοτημένα οχήματα, καθώς και των δημοσίων εσόδων από υπηρεσίες που παρέχονται χωρίς παραστατικά.
Η αμερικανική start up βρίσκεται εν μέσω διεθνούς θύελλας δικαστικών υποθέσεων στην προσπάθειά της να πείσει ότι δεν είναι εταιρεία μεταφορικού έργου, όπως πρόσφατα υποστήριξε και ο γενικός εισαγγελέας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, και ότι απλώς συνδέει τους οδηγούς με τους πελάτες με χαμηλότερο κόστος.
Ομως αυτός ο νομικός ακροβατισμός αμφισβητείται από τις κυβερνήσεις στην Ευρώπη αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο, καθώς εκτιμάται ότι της επιτρέπει να αποφεύγει τόσο τη φορολογία όσο και το νομικό πλαίσιο διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι πρόσφατα στο Ηνωμένο Βασίλειο ένα δικαστήριο έκρινε ότι η εταιρεία πρέπει να αποζημιώσει δύο οδηγούς ως εργαζόμενους και να τους καταβάλει επιδόματα αδείας. Αντίστοιχα στην Αλάσκα δικαστήριο, σε ανάλογη υπόθεση, την υποχρέωσε να καταβάλει πρόστιμα ύψους 78.000 δολαρίων για παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας. Πρόκειται για μία από τις πολλές νομικές μάχες που δίνει η Uber σε ολόκληρο τον πλανήτη, με αποτέλεσμα πολλές χώρες να έχουν απαγορεύσει οριστικά την κορυφαία εφαρμογή ταξί (Βουλγαρία, Ουγγαρία, Ιαπωνία, Ινδία, Βραζιλία κ.ά.) ή σε άλλες να αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα, όπως συμβαίνει στη Γαλλία, στην Ισπανία, στην Ολλανδία κ.α.
Η υπόθεση έφτασε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όταν η Uber αποφάσισε να λανσάρει την εφαρμογή της υπηρεσίας «UberPop». Πρόκειται για τη δυνατότητα που έδωσε η εταιρεία σε μη επαγγελματίες με Ι.Χ. να συνδεθούν με την πλατφόρμα της και να παρέχουν υπηρεσίες μεταφορικού έργου. Η υπηρεσία αυτή δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην Ελλάδα, διεθνώς όμως άνοιξε τον ασκό του Αιόλου αφού έβαζε στην αγορά μη πιστοποιημένους οδηγούς ενισχύοντας το αίσθημα ανασφάλειας στους επιβάτες.
Μετρούν απώλειες από 20% έως 30% τα ταξί
Από τους επαγγελματίες υπολογίζεται ότι το 20%-30% του μεριδίου τους χάνεται από τις ψηφιακές πλατφόρμες υποστήριξης μεταφοράς επιβατών, αλλά και από τον τουριστικό κλάδο που μισθώνει οχήματα με οδηγό, υποκαθιστώντας μεγάλο κομμάτι της δουλειάς των παραδοσιακών ταξί. Εάν κανείς υπολογίσει ότι επιπλέον έχει χαθεί το 30%-40% λόγω κρίσης, το μερίδιο της πίτας για τους οδηγούς έχει συρρικνωθεί επικίνδυνα, γι’ αυτό και υπάρχει πρόσφορο έδαφος στον τομέα της ηλεκτρονικής διαμεσολάβησης, με τους οδηγούς να πέφτουν σαν ώριμα φρούτα στις διαδικτυακές εφαρμογές για να διασφαλίσουν ένα σίγουρο και εγγυημένο μεροκάματο.
Οπως περιγράφει επαγγελματίας του κλάδου, τις εποχές προ κρίσης περίμεναν τα ταξί στο αεροδρόμιο μισή ώρα, ενώ σήμερα η αναμονή μπορεί να ξεπεράσει τις 3 έως 4 ώρες. Οι κούρσες για το αεροδρόμιο αποτελούν σφοδρό πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ της Uber και του κλάδου των ταξί, αφού το κόστος μεταφοράς για τα συνεργαζόμενα οχήματά της δεν υπερβαίνει τα 26 ευρώ – σχεδόν 10 ευρώ χαμηλότερα από τα ταξί. Επιπλέον δεν υπάρχει η νυχτερινή ταρίφα, με την εταιρεία να κατέχει ένα ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που είναι η παγκόσμια βάση πελατών της.
Η Uber στην Ελλάδα
Η αμερικανική εταιρεία δραστηριοποιείται στην ελληνική αγορά από τα τέλη του 2014, αλλά τον τελευταίο χρόνο εμφανίζεται να πετυχαίνει ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Στελέχη της Uber αποφεύγουν να δώσουν ακριβή στοιχεία, ωστόσο υποστηρίζουν ότι η ελληνική αγορά έχει αγκαλιάσει την εφαρμογή που λειτουργεί σε 76 χώρες παγκοσμίως.
Το γεγονός μάλιστα ότι έχει δημιουργήσει 10 εκατομμύρια θέσεις εργασίας και προσφέρει εξαιρετική ευελιξία στους επιβάτες προκειμένου να μετακινηθούν μέσω της εφαρμογής που κατεβάζουν στα κινητά τους τηλέφωνα -ενώ αποτελεί και ένα οικονομικότερο μέσο- είναι η απάντηση σε όσους αναζητούν τους λόγους της αυξημένης διείσδυσης και στην ελληνική αγορά. Υπολογίζεται ότι το 95% των τουριστών που έρχονται στη χώρα μας και έχει εγκατεστημένη την εφαρμογή Uber στα κινητά του την αναζητά και στην Ελλάδα, παρόλο που σταδιακά η τάση αυτή δείχνει να αλλάζει υπέρ των Ελλήνων χρηστών.
Η εταιρεία παρέχει δύο υπηρεσίες: την «Uber Taxi» που προσφέρει μετακίνηση μέσω συνεργαζόμενων ταξί και την «UberX», η οποία παρέχεται μέσω συνεργαζόμενων τουριστικών επιχειρήσεων ή εταιρειών ενοικίασης αυτοκινήτων αδειοδοτημένων από τον ΕΟΤ. Με αυτό το επιχείρημα αντικρούουν στελέχη της στην Ελλάδα τις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν οι θεσμικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης, καθώς θεωρούν ότι δεν θα αλλάξουν το στάτους της εταιρείας στη χώρα μας.
Οπως αναφέρουν, η Uber δεν έχει δικό της στόλο οχημάτων, καθώς είτε θα συνεργαστεί με αδειοδοτημένες εταιρείες, είτε με επαγγελματίες οδηγούς που θα αποφασίσουν να συστήσουν εταιρείες γι’ αυτό τον σκοπό. Ομως το επιχείρημα αυτό υπάρχουν πολλές χώρες που δεν το έχουν αποδεχτεί και οι δικαστικές αποφάσεις σε βάρος της το αποδεικνύουν.

Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.