Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ένα νέο κύμα ανατιμήσεων διαμορφώνει από τώρα το σκηνικό για τους επόμενους μήνες, αυξάνοντας την πίεση σε οικογενειακούς προϋπολογισμούς και επιχειρηματικά κόστη. Από την ενέργεια και τα τρόφιμα έως τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιεί η βιομηχανία, οι διεθνείς τιμές κινούνται σε αρκετές περιπτώσεις έντονα ανοδικά, δημιουργώντας φόβους ότι μέρος των αυξήσεων θα περάσει σταδιακά στα ράφια και στους λογαριασμούς.

Η εικόνα που έχει διαμορφωθεί από τις αρχές του έτους προμηνύει έναν ιδιαίτερα απαιτητικό χειμώνα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, καθώς οι πιέσεις δεν προέρχονται από έναν μόνο παράγοντα. Οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, η άνοδος της ενέργειας, οι δυσκολίες στις εφοδιαστικές αλυσίδες και τα ακραία καιρικά φαινόμενα λειτουργούν ταυτόχρονα, αυξάνοντας το κόστος σε διαφορετικά επίπεδα της οικονομίας.

Καθοριστικό ρόλο έχουν οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, οι οποίοι έχουν επηρεάσει τις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και σημαντικές πρώτες ύλες και βασικά τρόφιμα, όπως το σιτάρι. Οι διαταραχές στις μεταφορές και στις εμπορικές ροές περιορίζουν την προσφορά και αυξάνουν το κόστος, το οποίο σταδιακά μεταφέρεται στις επιχειρήσεις και τελικά στους καταναλωτές.

Την ίδια στιγμή, η κλιματική αλλαγή και τα ακραία καιρικά φαινόμενα προκαλούν όλο και μεγαλύτερες απώλειες στην αγροτική παραγωγή. Περιοχές από τη Νότια Αμερική μέχρι την Ευρώπη βρίσκονται αντιμέτωπες με ξηρασίες, υψηλές θερμοκρασίες ή άλλες δυσμενείς συνθήκες που περιορίζουν τις σοδειές και εντείνουν τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές.

Στην εξίσωση προστίθεται και το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης. Η άνοδος των τιμών τροφοδοτεί τον πληθωρισμό, περιορίζοντας τα περιθώρια των κεντρικών τραπεζών για πιο χαλαρή νομισματική πολιτική. Παράλληλα, οι γεωπολιτικές ανησυχίες και οι πληθωριστικές προσδοκίες συμβάλλουν στην αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων, ανεβάζοντας το κόστος δανεισμού για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Ενεργειακό σοκ με πετρέλαιο και φυσικό αέριο

Οι μεταβολές στις ενεργειακές αγορές είναι από τις πιο εντυπωσιακές. Η τιμή του Brent έχει αυξηθεί περίπου 55% από την αρχή του έτους, ενώ το αμερικανικό αργό WTI καταγράφει άνοδο που υπερβαίνει το 51%.

Το Brent έχει περάσει εκ νέου πάνω από τα 94 δολάρια το βαρέλι, ένα επίπεδο που μεταφράζεται σε αυξημένο ενεργειακό κόστος για μεταφορές, παραγωγή και τελικά για ένα μεγάλο μέρος των προϊόντων και υπηρεσιών.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η μεταβολή στο ευρωπαϊκό φυσικό αέριο, οι τιμές του οποίου έχουν σημειώσει άνοδο περίπου 134%. Η αγορά κινείται πλέον σε επίπεδα άνω των 65 ευρώ ανά μεγαβατώρα, όταν πριν από την έναρξη των έντονων γεωπολιτικών αναταράξεων μπορούσε να βρίσκεται ακόμη και κάτω από τα 30 ευρώ.

Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή το φυσικό αέριο εξακολουθεί να διαδραματίζει βασικό ρόλο στην ηλεκτροπαραγωγή της Ευρώπης. Όσο αυξάνεται η τιμή του καυσίμου τόσο ισχυρότερες γίνονται και οι πιέσεις στις χονδρεμπορικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας.

Ανοδικά κινούνται και οι τιμές του λιγνίτη, με αύξηση άνω του 22% από τις αρχές του έτους.

Οι συνδυασμένες αυτές πιέσεις αντανακλώνται ήδη στο ηλεκτρικό ρεύμα. Στη Γερμανία, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας εμφανίζονται αυξημένες κατά περίπου 33%, στη Γαλλία κατά 32%, ενώ στην Ιταλία η άνοδος προσεγγίζει το 65%. Στην Ισπανία η αύξηση κινείται περίπου στο 16,5%.

Η πορεία της ενέργειας είναι κρίσιμη, καθώς δεν επιβαρύνει μόνο απευθείας τους λογαριασμούς ηλεκτρικού και καυσίμων. Το υψηλότερο ενεργειακό κόστος περνά σε ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα, από τη γεωργία και τη μεταποίηση μέχρι τις μεταφορές και τη λιανική.

Πιέσεις σε σιτάρι και βασικά τρόφιμα

Ιδιαίτερα έντονη είναι και η αναστάτωση στις αγορές τροφίμων και γεωργικών προϊόντων. Στην περίπτωση αυτή, οι ανατιμήσεις συνδέονται τόσο με τα προβλήματα εφοδιασμού που προκαλούν οι πολεμικές συγκρούσεις όσο και με τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες που περιορίζουν την παραγωγή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το σιτάρι, η τιμή του οποίου έχει αυξηθεί περίπου 35% μέσα στο έτος.

Σημαντικό μέρος της ανόδου έχει σημειωθεί το τελευταίο διάστημα, καθώς οι επιθέσεις Ρωσίας και Ουκρανίας σε λιμενικές εγκαταστάσεις, υποδομές και ναυτιλία στη Μαύρη Θάλασσα έχουν εντείνει τις ανησυχίες για τις διαθέσιμες ποσότητες και την ομαλή διακίνηση των φορτίων.

Η σημασία της περιοχής είναι τεράστια για την παγκόσμια αγορά τροφίμων. Ρωσία και Ουκρανία συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους παραγωγούς και εξαγωγείς σιτηρών διεθνώς και, υπό φυσιολογικές συνθήκες, έχουν ιδιαίτερα μεγάλο μερίδιο στις διεθνείς εμπορικές ροές.

Όταν λοιπόν περιορίζονται οι δυνατότητες εξαγωγής ή αυξάνεται το κόστος μεταφοράς, οι επιπτώσεις μπορούν να περάσουν γρήγορα στις διεθνείς τιμές.

Οι ανατιμήσεις δεν περιορίζονται στο σιτάρι. Ανοδικές τάσεις καταγράφονται σε σόγια, ρύζι, βρώμη, κριθάρι, καλαμπόκι, αλλά και σε προϊόντα όπως το βούτυρο και το τυρί.

Οι αυξήσεις στις αγροτικές πρώτες ύλες μεταφέρονται σε διαφορετικές κατηγορίες προϊόντων. Η άνοδος στο καλαμπόκι και τη σόγια, για παράδειγμα, μπορεί να επηρεάσει το κόστος των ζωοτροφών και στη συνέχεια το κόστος παραγωγής κρέατος και γαλακτοκομικών.

Αντίστοιχα, οι αυξήσεις σε λιπάσματα και ενεργειακές εισροές επιβαρύνουν τους παραγωγούς πριν ακόμη τα προϊόντα φτάσουν στη βιομηχανία τροφίμων ή στο λιανεμπόριο.

Ακόμη και γεωργικά προϊόντα που δεν συνδέονται άμεσα με τη διατροφή μπορούν να επηρεάσουν την τελική κατανάλωση. Η άνοδος της τιμής του βαμβακιού, για παράδειγμα, δημιουργεί προϋποθέσεις για αυξημένο κόστος στην κλωστοϋφαντουργία και στα είδη ένδυσης.

Ανατιμήσεις και στις πρώτες ύλες της βιομηχανίας

Από το διεθνές κύμα αυξήσεων δεν μένει ανεπηρέαστη ούτε η βιομηχανία. Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ακριβότερη ενέργεια αλλά ταυτόχρονα και υψηλότερες τιμές για μια σειρά από μέταλλα, χημικές πρώτες ύλες και υλικά που είναι απαραίτητα για την παραγωγή.

Ανοδικά κινούνται οι τιμές του αλουμινίου, του κοβαλτίου, του κασσίτερου, του ψευδαργύρου και του νικελίου, τα οποία χρησιμοποιούνται σε ένα ευρύ φάσμα εφαρμογών, από την αυτοκινητοβιομηχανία και την κατασκευή μηχανημάτων μέχρι τις μπαταρίες, τις ηλεκτρικές συσκευές και τις κατασκευές.

Ιδιαίτερα μεγάλη άνοδο, άνω του 150%, εμφανίζει ο φώσφορος, ο οποίος αποτελεί σημαντική πρώτη ύλη μεταξύ άλλων και για την παραγωγή λιπασμάτων.

Σημαντικό μέρος των πιέσεων συνδέεται με την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, μέσω των οποίων δεν διακινούνται μόνο πετρέλαιο και φυσικό αέριο, αλλά και σημαντικές ποσότητες πρώτων υλών και εμπορευμάτων.

Οι περιορισμοί στις μεταφορές μέσω της περιοχής αυξάνουν το κόστος ναύλων, ασφάλισης και εφοδιασμού, δημιουργώντας πρόσθετες δυσκολίες στις επιχειρήσεις που εξαρτώνται από συγκεκριμένες εισαγόμενες πρώτες ύλες.

Αυξήσεις καταγράφονται επίσης στο νεοδύμιο, που χρησιμοποιείται ευρέως στην παραγωγή ισχυρών μαγνητών, καθώς και στο πολυπροπυλένιο και το συνθετικό καουτσούκ.

Οι συγκεκριμένες πρώτες ύλες έχουν εφαρμογές σε μεγάλο αριθμό βιομηχανικών και καταναλωτικών προϊόντων. Ως αποτέλεσμα, οι αυξήσεις τους μπορούν να μεταδοθούν από τα αρχικά στάδια παραγωγής μέχρι τις τελικές τιμές που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές.

Το μεγάλο ερώτημα για τους επόμενους μήνες είναι πόσο από αυτό το αυξημένο κόστος θα μπορέσουν να απορροφήσουν οι επιχειρήσεις και πόσο θα μεταφερθεί στις τελικές τιμές.

Με την ενέργεια, τα τρόφιμα και τις βιομηχανικές πρώτες ύλες να κινούνται ταυτόχρονα ανοδικά, οι πληθωριστικές πιέσεις αποκτούν μεγαλύτερο εύρος. Για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αυτό σημαίνει ότι ο χειμώνας μπορεί να συνδυάσει ακριβότερους λογαριασμούς, υψηλότερο κόστος καθημερινών αγορών και ακριβότερη χρηματοδότηση, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα απαιτητικό οικονομικό περιβάλλον.

Διαβάστε ακόμη

ΔΕΘ: Η εξαγγελία που κρατά «κλειδωμένη» το Μαξίμου και αφορά πολύ κόσμο – Πάνω από €2,5 δισ. το πακέτο

«Σπίτι μου 3»: Το νέο σχέδιο για φθηνά στεγαστικά που πάει στη ΔΕΘ

Κτηματολόγιο: Ψηφιακό «ξεμπλοκάρισμα» για ακίνητα με λάθη στον χάρτη

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ