Η ταχεία προσέγγιση του Καναδά με την Ευρωπαϊκή Ένωση αποκτά πλέον σαφές οικονομικό και γεωπολιτικό περιεχόμενο, με βασικό καταλύτη τις εμπορικές εντάσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την προσπάθεια της Οτάβας να περιορίσει την εξάρτησή της από την αμερικανική αγορά. Από αυτή τη μετατόπιση, σημαντικές ευκαιρίες ανοίγονται για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στους τομείς της άμυνας, της αεροδιαστημικής, των μεταφορών, της βιομηχανικής τεχνολογίας και των κρίσιμων ορυκτών. Η κυβέρνηση του Μαρκ Κάρνεϊ περιγράφει τη στενότερη συνεργασία με την Ευρώπη ως μέσο ενίσχυσης της στρατηγικής αυτονομίας και της ανθεκτικότητας του Καναδά.
Το νέο κλίμα έγινε ιδιαίτερα εμφανές στο Στρασβούργο, όπου ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ έτυχε θερμής υποδοχής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έδωσε ακόμη μεγαλύτερη πολιτική διάσταση στην επίσκεψη, προτείνοντας ο Καναδάς να εξελιχθεί στο πρώτο «συνδεδεμένο μέλος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η Φον ντερ Λάιεν παρουσίασε τη νέα σχέση ως μια «Συμμαχία για το Μέλλον», με τη συνεργασία να εκτείνεται πολύ πέρα από το εμπόριο και να καλύπτει την άμυνα, την ενέργεια, την τεχνολογία, τα κρίσιμα ορυκτά και την Αρκτική. Από την πλευρά του, ο Κάρνεϊ έχει καταστήσει σαφές ότι η Οτάβα επιδιώκει μια πολύ βαθύτερη σχέση με την ΕΕ, χωρίς όμως να θέτει ζήτημα πλήρους ένταξης.
Μια νέα σχέση που ακόμη αναζητεί το θεσμικό της πλαίσιο
Το πρόβλημα είναι ότι η έννοια του «συνδεδεμένου μέλους» δεν αποτελεί σήμερα θεσμοθετημένη κατηγορία της ΕΕ. Η συγκεκριμένη μορφή συμμετοχής δεν προβλέπεται ως τέτοια από το υφιστάμενο ευρωπαϊκό πλαίσιο και οποιαδήποτε επίσημη συμφωνία θα απαιτούσε τη συναίνεση των 27 κρατών-μελών. Προς το παρόν, συνεπώς, πρόκειται περισσότερο για μια πολιτική κατεύθυνση παρά για ένα ολοκληρωμένο νομικό σχέδιο.
Η πολυπλοκότητα μιας τέτοιας διαδικασίας γίνεται ακόμη πιο εμφανής από την ίδια την εμπειρία της CETA, της Συνολικής Οικονομικής και Εμπορικής Συμφωνίας μεταξύ ΕΕ και Καναδά, η οποία εφαρμόζεται προσωρινά από τον Σεπτέμβριο του 2017, χωρίς να έχει ακόμη ολοκληρωθεί η διαδικασία επικύρωσής της από όλα τα κράτη-μέλη.
Ο Κάρνεϊ, πάντως, δεν επιδιώκει την πλήρη ένταξη του Καναδά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Οτάβα μιλά για μια ιδιαίτερη και πολύ βαθύτερη στρατηγική συμμαχία, η οποία θα υπερβαίνει τα όρια μιας παραδοσιακής συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου. Και ενώ οι λεπτομέρειες αυτής της σχέσης παραμένουν ασαφείς, οι επιχειρηματικές και εμπορικές εξελίξεις δείχνουν ότι η προσέγγιση έχει ήδη αρχίσει στην πράξη.
Εμπόριο άνω των 130 δισ. ευρώ
Η βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί η νέα σχέση είναι ήδη σημαντική. Το εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ ΕΕ και Καναδά ξεπέρασε τα 130 δισ. ευρώ το 2025, έναντι 72,1 δισ. ευρώ το 2016, δηλαδή πριν από την προσωρινή εφαρμογή της CETA. Πρόκειται για αύξηση περίπου 80% μέσα σε εννέα χρόνια.
Οι εξαγωγές αγαθών της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τον Καναδά ανήλθαν σε 48,9 δισ. ευρώ, ενώ οι ευρωπαϊκές εξαγωγές υπηρεσιών διαμορφώθηκαν στα 29,4 δισ. ευρώ. Η ΕΕ αποτελεί πλέον τον δεύτερο σημαντικότερο εμπορικό εταίρο του Καναδά, αντιπροσωπεύοντας το 8,7% του εμπορίου αγαθών της χώρας.
Μεταξύ των σημαντικότερων κατηγοριών ευρωπαϊκών εξαγωγών βρίσκονται μηχανήματα, χημικά και φαρμακευτικά προϊόντα και μεταφορικός εξοπλισμός. Πρόκειται για τομείς στους οποίους η Ευρώπη διαθέτει ισχυρή βιομηχανική βάση και οι οποίοι μπορούν να επωφεληθούν από την προσπάθεια της Οτάβας να διαφοροποιήσει τις πηγές προμήθειάς της.
Η άμυνα δείχνει τον δρόμο της νέας συνεργασίας
Η αμυντική βιομηχανία αποτελεί ίσως το καθαρότερο παράδειγμα της στροφής του Καναδά προς ευρωπαϊκούς προμηθευτές. Η Οτάβα έχει ήδη κινηθεί προς ευρωπαϊκές λύσεις σε μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα, δημιουργώντας σημαντικές προοπτικές για ομίλους της ηπείρου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει παράλληλα η συμμετοχή του Καναδά στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE (Security Action for Europe). Τον Ιούνιο του 2026 το Συμβούλιο της ΕΕ ολοκλήρωσε επισήμως τη σχετική συμφωνία, καθιστώντας τον Καναδά την πρώτη μη ευρωπαϊκή χώρα που συμμετέχει στο SAFE. Η συμφωνία επιτρέπει τη συμμετοχή καναδικών επιχειρήσεων και προϊόντων στις προμήθειες του ευρωπαϊκού μηχανισμού, δημιουργώντας παράλληλα ευνοϊκότερο περιβάλλον για κοινές αλυσίδες εφοδιασμού μεταξύ ευρωπαϊκών και καναδικών αμυντικών εταιρειών.
Η εξέλιξη έχει διπλή σημασία: αφενός προσφέρει στις καναδικές επιχειρήσεις πρόσβαση στις κοινές ευρωπαϊκές προμήθειες και αφετέρου δημιουργεί νέο πεδίο συνεργασιών και επενδύσεων για τους ευρωπαϊκούς αμυντικούς ομίλους στον Καναδά.
Από την Airbus έως τη Siemens, οι Ευρωπαίοι ενισχύουν το αποτύπωμά τους
Οι ευκαιρίες, ωστόσο, δεν περιορίζονται στον αμυντικό εξοπλισμό. Η αεροδιαστημική βιομηχανία αποτελεί ακόμη έναν τομέα στον οποίο οι οικονομικοί δεσμοί βαθαίνουν, με την Airbus να διαθέτει ήδη σημαντικό αποτύπωμα στον Καναδά και νέες παραγγελίες να ενισχύουν περαιτέρω τη σχέση.
Παράλληλα, η Siemens επενδύει σε καναδικές δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης που συνδέονται με τις μπαταρίες και την Τεχνητή Νοημοσύνη, σε έναν ακόμη κλάδο που βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα της νέας ευρωκαναδικής συνεργασίας.
Στον τομέα των μεταφορών, γαλλικοί όμιλοι όπως οι Keolis, Systra και SNCF Voyageurs συμμετέχουν στην κοινοπραξία Cadence για το Alto, το μεγάλο σχέδιο σιδηροδρομικής σύνδεσης υψηλών ταχυτήτων μεταξύ Τορόντο και Κεμπέκ. Πρόκειται για έργα που δείχνουν ότι η διεύρυνση της συνεργασίας μπορεί να μεταφραστεί σε σημαντικές ευκαιρίες για ευρωπαϊκές εταιρείες υποδομών, μεταφορών και τεχνολογίας.
Κρίσιμα ορυκτά, η επόμενη μεγάλη αγορά
Ένα ακόμη πεδίο με μεγάλες δυνατότητες είναι τα κρίσιμα ορυκτά. Ο Καναδάς διαθέτει σημαντικά αποθέματα νικελίου, λιθίου, χαλκού και άλλων πρώτων υλών που είναι απαραίτητες για τις μπαταρίες, την ενεργειακή μετάβαση και τις προηγμένες βιομηχανικές εφαρμογές.
Για την Ευρώπη, η πρόσβαση σε αυτές τις πρώτες ύλες αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα, καθώς επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από προμηθευτές που είναι συγκεντρωμένοι σε λίγες γεωγραφικές περιοχές. Ο Καναδάς, από την άλλη πλευρά, χρειάζεται επενδυτικά κεφάλαια, νέες εγκαταστάσεις επεξεργασίας και περισσότερους πελάτες εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η συνεργασία αυτή μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην τεχνολογία εξόρυξης, τη μεταποίηση ορυκτών, την ανακύκλωση, τις μπαταρίες και τις ενεργειακές υποδομές. Άλλωστε, οι δύο πλευρές έχουν ήδη συμπεριλάβει επισήμως τα κρίσιμα ορυκτά, την ενεργειακή ασφάλεια, την Τεχνητή Νοημοσύνη και την αμυντική βιομηχανία στους τομείς στους οποίους επιδιώκουν βαθύτερη συνεργασία.
Το επόμενο βήμα πρέπει να πάει πέρα από τους δασμούς
Η CETA έχει ήδη καταργήσει τη συντριπτική πλειονότητα των δασμών μεταξύ των δύο πλευρών. Επομένως, οποιαδήποτε νέα συμφωνία θα πρέπει να προσφέρει πολύ περισσότερα από μια νέα μείωση δασμολογικών επιβαρύνσεων.
Το ενδιαφέρον μετατοπίζεται σε τομείς όπως οι δημόσιες συμβάσεις, οι επενδύσεις, το ψηφιακό εμπόριο, η κινητικότητα επαγγελματιών, η τεχνολογία και οι κοινές βιομηχανικές αλυσίδες εφοδιασμού. Ο Κάρνεϊ και η Φον ντερ Λάιεν έχουν ήδη συζητήσει ακόμη και την προοπτική περισσότερο απρόσκοπτου ψηφιακού εμπορίου σε μη αγροτικά αγαθά και μεγάλο εύρος υπηρεσιών.
Το κατά πόσο αυτό θα οδηγήσει τον Καναδά σε μεγαλύτερη ευθυγράμμιση με τους ευρωπαϊκούς κανόνες παραμένει ανοικτό. Πολύ θα εξαρτηθεί από το περιεχόμενο που τελικά θα αποκτήσει η προτεινόμενη ιδιότητα του «συνδεδεμένου μέλους».
Διαφοροποίηση από τις ΗΠΑ, όχι οικονομικό «διαζύγιο»
Παρά τη δυναμική της ευρωπαϊκής στροφής, η οικονομική γεωγραφία δύσκολα αλλάζει από τη μια ημέρα στην άλλη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των καναδικών εξαγωγών, ενώ η ΕΕ αντιπροσώπευε 8,7% του συνολικού εμπορίου αγαθών του Καναδά το 2025.
Οι αγωγοί, οι σιδηρόδρομοι, οι παραγωγικές εγκαταστάσεις και οι διασυνοριακές αλυσίδες εφοδιασμού που συνδέουν εδώ και δεκαετίες τις οικονομίες Καναδά και ΗΠΑ δεν μπορούν να αντικατασταθούν γρήγορα. Το πιθανότερο πρακτικό αποτέλεσμα της σημερινής στρατηγικής είναι επομένως μια σταδιακή διαφοροποίηση των επενδύσεων, των προμηθευτών και των κρατικών συμβάσεων.
Η άμυνα μπορεί να κινηθεί ταχύτερα, καθώς οι κυβερνήσεις έχουν άμεσο λόγο στην επιλογή προμηθευτών, ενώ ανάλογη δυναμική μπορεί να αναπτυχθεί στις σιδηροδρομικές υποδομές. Στη συνέχεια, κρίσιμα ορυκτά, μπαταρίες, ενέργεια και προηγμένες τεχνολογίες μπορούν να αποτελέσουν τους επόμενους μεγάλους άξονες της συνεργασίας.
Η ευρωπαϊκή στροφή του Καναδά, επομένως, δεν ισοδυναμεί με οικονομικό «διαζύγιο» από τις ΗΠΑ. Αντιπροσωπεύει κυρίως μια στρατηγική διαφοροποίησης, μέσω της οποίας η Οτάβα επιχειρεί να περιορίσει την εξάρτησή της από έναν μόνο οικονομικό εταίρο, ενώ για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ανοίγει μια αγορά με σημαντικές ευκαιρίες σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Διαβάστε ακόμη
Κονσταντίν Μερκβιλάτζε: Μπορεί ο Γεωργιανός μάνατζερ να ξεκλειδώσει τη δυναμική της PepsiCo Hellas
Συναγερμός στη βιομηχανία για το νέο κύμα ενεργειακού κόστους
Η ιστορική κατοικία Μεταξά στον Πειραιά γίνεται ξενοδοχείο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.