Μπορεί ένα κράτος να εμφανίζει τη μεγαλύτερη ύφεση της ιστορίας του στα επίσημα στοιχεία και ταυτόχρονα να λειτουργεί σαν οικονομία σε πλήρη άνθηση; Η Ιρλανδία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Ενώ οι μακροοικονομικοί δείκτες καταγράφουν εντυπωσιακές διακυμάνσεις, η καθημερινότητα των πολιτών και η πραγματική εικόνα της αγοράς εργασίας αφηγούνται μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Πρόκειται για μια περίπτωση που αναδεικνύει τα όρια του ΑΕΠ ως μοναδικού μέτρου αξιολόγησης της οικονομικής δραστηριότητας και εξηγεί γιατί ολοένα περισσότεροι οικονομολόγοι ζητούν συμπληρωματικούς δείκτες.
Το πρώτο τρίμηνο του έτους τα επίσημα στοιχεία έδειξαν ότι το ιρλανδικό ΑΕΠ υποχώρησε κατά 12%, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη τριμηνιαία συρρίκνωση από τότε που άρχισε η σχετική στατιστική καταγραφή στη χώρα.
Η εξέλιξη αυτή είχε επιπτώσεις που ξεπέρασαν τα σύνορα της Ιρλανδίας. Η αναθεώρηση των στοιχείων άλλαξε και την εικόνα της Ευρωζώνης, καθώς οι αρχικές εκτιμήσεις για οριακή ανάπτυξη 0,1% το πρώτο τρίμηνο μετατράπηκαν τελικά σε συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 0,2%, εξαιτίας του μεγάλου ειδικού βάρους που έχουν τα ιρλανδικά στοιχεία στους ευρωπαϊκούς λογαριασμούς.
Η αγορά εργασίας δείχνει μια διαφορετική οικονομία
Η εικόνα αυτή, ωστόσο, απέχει σημαντικά από όσα συναντά κανείς στην καθημερινότητα της χώρας. Τα καταστήματα και τα εστιατόρια παραμένουν γεμάτα, τα μέσα μεταφοράς λειτουργούν με αυξημένη επιβατική κίνηση και οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να αναζητούν προσωπικό.
Η ανεργία κινείται κάτω από το 5%, επίπεδο που αντιστοιχεί ουσιαστικά σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Για όποιον αναζητά εργασία, η εύρεση θέσης θεωρείται υπόθεση λίγων ημερών, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η πραγματική οικονομία παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από ό,τι αφήνουν να εννοηθεί οι δείκτες του ΑΕΠ.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του 25χρονου Αργεντινού σομελιέ Αγουστίν Λόπεζ, ο οποίος μετακόμισε πρόσφατα στο Δουβλίνο με στόχο να αποκτήσει εμπειρία γύρω από το ιρλανδικό ουίσκι. Παρότι δεν διέθετε προϋπηρεσία στον συγκεκριμένο τομέα και δεν γνώριζε αγγλικά, κατάφερε να βρει εργασία μέσα σε μόλις τρεις ημέρες σε γνωστό μπαρ της πρωτεύουσας.
Οι απολαβές του αποτυπώνουν τη δυναμική της αγοράς εργασίας. Ο βασικός μηνιαίος μισθός φθάνει περίπου τα 2.500 δολάρια, ενώ τα ημερήσια φιλοδωρήματα κυμαίνονται συνήθως πάνω από τα 115 δολάρια και μπορούν να αγγίξουν ακόμη και τα 230 δολάρια σε ιδιαίτερα καλές ημέρες.
Οι πολυεθνικές αλλοιώνουν την εικόνα του ΑΕΠ
Η εξήγηση για αυτή τη φαινομενική αντίφαση βρίσκεται στη μοναδική δομή της ιρλανδικής οικονομίας. Περισσότερες από χίλιες ξένες πολυεθνικές επιχειρήσεις, κυρίως αμερικανικών συμφερόντων, έχουν εγκαταστήσει τις ευρωπαϊκές δραστηριότητές τους στη χώρα, επηρεάζοντας καθοριστικά τους μακροοικονομικούς δείκτες.
Οι μετακινήσεις δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, οι λογιστικές ανακατατάξεις και οι μεταβολές στα εταιρικά κέρδη προκαλούν τεράστιες διακυμάνσεις στο ΑΕΠ, χωρίς όμως να αντανακλούν αντίστοιχες αλλαγές στην πραγματική οικονομική δραστηριότητα που βιώνουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν είχε χαρακτηρίσει ήδη από το 2016 την Ιρλανδία ως «οικονομία των ξωτικών», όταν η χώρα εμφάνισε ανάπτυξη 25% μέσα σε μία μόνο χρονιά. Παρά τις ανατροπές που μεσολάβησαν τα τελευταία χρόνια –από το Brexit και την πανδημία μέχρι την ενεργειακή κρίση και τις εμπορικές εντάσεις– οι ιδιαιτερότητες αυτές εξακολουθούν να καθορίζουν την εικόνα της οικονομίας.
Γιατί το ΑΕΠ δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα
Οι ίδιες οι ιρλανδικές αρχές αναγνωρίζουν ότι το ΑΕΠ δεν αποτελεί αξιόπιστο εργαλείο αποτύπωσης της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας.
Οι ξένες πολυεθνικές αντιπροσωπεύουν περίπου το μισό του συνολικού ΑΕΠ, όμως μεγάλο μέρος των κερδών τους μεταφέρεται εκτός Ιρλανδίας. Ως αποτέλεσμα, οι διακυμάνσεις που καταγράφονται στους εθνικούς λογαριασμούς συχνά δεν αντανακλούν την κατάσταση που επικρατεί στην πραγματική οικονομία.
Η επίδραση αυτή υπάρχει σε όλες τις χώρες που φιλοξενούν πολυεθνικούς ομίλους, ωστόσο στην περίπτωση της Ιρλανδίας γίνεται ιδιαίτερα έντονη λόγω του σχετικά μικρού μεγέθους της οικονομίας. Αυτό καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την πρόβλεψη της πορείας της μέσα από τους συμβατικούς μακροοικονομικούς δείκτες.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, οι ιρλανδικές αρχές έχουν αναπτύξει έναν εναλλακτικό δείκτη, το τροποποιημένο ακαθάριστο εθνικό εισόδημα, ο οποίος αφαιρεί μεγάλο μέρος των στρεβλώσεων που προκαλούν οι πολυεθνικές. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος δείκτης δεν είναι συγκρίσιμος με εκείνους άλλων χωρών και δημοσιεύεται μόνο μία φορά τον χρόνο, περιορίζοντας τη χρησιμότητά του στις τακτικές οικονομικές αναλύσεις.
Η αγορά εργασίας παραμένει ισχυρή, αλλά το κόστος ζωής ανεβαίνει
Παρά τις στρεβλώσεις που δημιουργούν οι στατιστικοί δείκτες, αρκετοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι η εγχώρια οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ιδιαίτερα καλή κατάσταση. Η έντονη ζήτηση για εργαζομένους αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της αγοράς, αν και η ίδια αυτή επιτυχία δημιουργεί νέες προκλήσεις για τις επιχειρήσεις, οι οποίες δυσκολεύονται να προσελκύσουν και να διατηρήσουν εξειδικευμένο προσωπικό.
Σημαντικό τμήμα της απασχόλησης συγκεντρώνεται στους κλάδους της τεχνολογίας και της φαρμακοβιομηχανίας, όπου εργάζεται περίπου το 11% των Ιρλανδών. Οι συγκεκριμένοι τομείς προσφέρουν υψηλότερες αποδοχές από τον μέσο όρο και αποτελούν βασικό μοχλό ανάπτυξης της χώρας.
Η ευημερία αυτή, ωστόσο, συνοδεύεται από υψηλό κόστος ζωής. Οι συγκρίσεις των επιπέδων τιμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατατάσσουν την Ιρλανδία στη δεύτερη ακριβότερη θέση, με το γενικό επίπεδο τιμών να βρίσκεται περίπου 36% πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μόνο η Δανία εμφανίζει ακριβότερο κόστος διαβίωσης.
Ιδιαίτερα έντονο παραμένει και το στεγαστικό πρόβλημα, κυρίως στο Δουβλίνο, όπου η περιορισμένη προσφορά κατοικιών και η υψηλή ζήτηση συνεχίζουν να ωθούν τις τιμές αγοράς και ενοικίασης σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, αποτελώντας μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της χώρας.
Η «Κέλτικη Τίγρη» και η στρατηγική των πολυεθνικών
Η σημερινή εικόνα της Ιρλανδίας αποτελεί προϊόν μιας μακρόχρονης στρατηγικής που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990, όταν η χώρα μεταμορφώθηκε από μία σχετικά αδύναμη οικονομία σε έναν από τους μεγαλύτερους επενδυτικούς προορισμούς της Ευρώπης, κερδίζοντας το προσωνύμιο «Κελτική Τίγρη».
Η προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων αποτέλεσε κεντρική κυβερνητική επιλογή. Η Ιρλανδία αξιοποίησε τη συμμετοχή της στην ευρωπαϊκή αγορά, το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, το αγγλόφωνο περιβάλλον και ένα ιδιαίτερα φιλικό επιχειρηματικό πλαίσιο, προσελκύοντας εκατοντάδες διεθνείς ομίλους.
Σήμερα, ευρωπαϊκές έδρες κορυφαίων πολυεθνικών όπως οι Meta, Apple, Microsoft και Pfizer λειτουργούν στη χώρα, μετατρέποντας το Δουβλίνο σε έναν από τους σημαντικότερους τεχνολογικούς κόμβους της Ευρώπης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περιοχή Grand Canal Docks, γνωστή πλέον διεθνώς ως «Silicon Docks», όπου έχουν συγκεντρωθεί τόσο οι μεγάλοι τεχνολογικοί κολοσσοί όσο και ένα συνεχώς αναπτυσσόμενο οικοσύστημα νεοφυών επιχειρήσεων που δημιουργήθηκε γύρω από αυτούς.
Η φορολογία δεν εξηγεί από μόνη της την επιτυχία
Ο εταιρικός φορολογικός συντελεστής 12,5% θεωρείται διαχρονικά ένας από τους βασικούς λόγους που οδήγησαν τις πολυεθνικές να επιλέξουν την Ιρλανδία. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Για πολλά χρόνια οι διεθνείς όμιλοι αξιοποιούσαν το γνωστό φορολογικό σχήμα «Double Irish», μέσω του οποίου μπορούσαν να μεταφέρουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας σε θυγατρικές που συνδέονταν με φορολογικούς παραδείσους, περιορίζοντας σημαντικά τη συνολική φορολογική τους επιβάρυνση.
Το συγκεκριμένο καθεστώς έχει πλέον καταργηθεί, όμως η χώρα εξακολουθεί να αποτελεί ελκυστικό επενδυτικό προορισμό για σειρά άλλων λόγων. Η κοινή γλώσσα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η ώριμη επιχειρηματική κοινότητα, η γεωγραφική θέση, η στενή ιστορική σχέση με την αμερικανική αγορά και η μεγάλη ιρλανδική διασπορά στις ΗΠΑ εξακολουθούν να λειτουργούν ως ισχυρά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.
Το πραγματικό στοίχημα της ιρλανδικής οικονομίας
Η περίπτωση της Ιρλανδίας αναδεικνύει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο ότι οι παραδοσιακοί μακροοικονομικοί δείκτες δεν αρκούν πάντοτε για να αποτυπώσουν την πραγματική εικόνα μιας οικονομίας. Η χώρα συνεχίζει να εμφανίζει ισχυρή απασχόληση, υψηλές επενδύσεις και έντονη επιχειρηματική δραστηριότητα, ακόμη και όταν το ΑΕΠ παρουσιάζει ακραίες διακυμάνσεις.
Το μεγάλο ζητούμενο για τα επόμενα χρόνια θα είναι η διατήρηση της ελκυστικότητας για τις διεθνείς επιχειρήσεις, χωρίς να επιδεινωθούν προβλήματα όπως το αυξανόμενο κόστος ζωής, η στεγαστική κρίση και οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού. Η ισορροπία ανάμεσα στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία και στις ανάγκες της εγχώριας κοινωνίας θα αποτελέσει τον σημαντικότερο παράγοντα για τη διατήρηση του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας.
Διαβάστε ακόμη
Από τους 13 τόνους κοκαΐνης στη Wall Street – Δίκτυο με bitcoin και επαύλεις στο Ντουμπάι (pics+vid)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.