Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί σε έναν ισχυρό περιφερειακό κόμβο ναυπηγοεπισκευής και εξειδικευμένων ναυτιλιακών υπηρεσιών, αρκεί να αντιμετωπίσει χρόνιες παθογένειες που περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα του κλάδου. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει η νέα στρατηγική ανάλυση της EY-Parthenon, του βραχίονα εταιρικής στρατηγικής και συναλλαγών της EY Ελλάδος, η οποία αποτυπώνει τόσο τις διεθνείς ανακατατάξεις στη ναυπηγική βιομηχανία όσο και τις προοπτικές της ελληνικής αγοράς.

Η μελέτη εξετάζει ολόκληρη την αλυσίδα αξίας της ναυπηγοεπισκευής, αξιολογεί τα δεδομένα της διεθνούς και της εγχώριας αγοράς και καταλήγει ότι, με στοχευμένες παρεμβάσεις, τα ελληνικά ναυπηγεία μπορούν να αυξήσουν τα ετήσια έσοδά τους από περίπου 197 εκατ. ευρώ σήμερα στα 759 εκατ. ευρώ, ενώ η συμμετοχή τους στη διεθνή αγορά μπορεί να ενισχυθεί από 0,4% σε 1,6%.

Η ανάλυση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια ναυπηγική βιομηχανία βρίσκεται σε βαθιά μετάβαση. Οι τεχνολογικές εξελίξεις, οι απαιτήσεις για απανθρακοποίηση της ναυτιλίας, η ψηφιοποίηση των παραγωγικών διαδικασιών αλλά και οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις μεταβάλλουν τα κριτήρια ανταγωνιστικότητας, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες αλλά και νέες απαιτήσεις για τα ναυπηγεία διεθνώς.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η ανάπτυξη του παγκόσμιου στόλου δεν προκύπτει πλέον από την αύξηση του αριθμού των πλοίων, αλλά κυρίως από τη συνεχή αύξηση της χωρητικότητάς τους. Η τάση αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής στα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και στα bulk carriers, όπου κυριαρχούν ολοένα μεγαλύτερες μονάδες.

Η μεταβολή αυτή αυξάνει την πολυπλοκότητα των ναυπηγικών εργασιών και ενισχύει τη σημασία των τεχνολογικών δυνατοτήτων των ναυπηγείων.

Η EY-Parthenon επισημαίνει ότι οι ίδιες οι εργασίες των ναυπηγείων αντιπροσωπεύουν πλέον το 53% της συνολικής αξίας ενός πλοίου, με τις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις (outfitting) να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος της τεχνικής εξειδίκευσης και των απαιτούμενων ανθρωποωρών. Το υπόλοιπο κόστος κατανέμεται στον χάλυβα (14%), στα συστήματα πρόωσης (12%), στον εξοπλισμό και τα υλικά εγκατάστασης (10%) και στα υπόλοιπα αναλώσιμα (11%).

Παράλληλα, η μετάβαση της ναυτιλίας προς χαμηλότερες εκπομπές άνθρακα αλλάζει ριζικά το επιχειρηματικό μοντέλο των ναυπηγείων. Η ενσωμάτωση ψηφιακών εργαλείων βελτιώνει την παραγωγικότητα και τον προγραμματισμό των έργων, ενώ οι απαιτήσεις για νέα καύσιμα, ενεργειακές αναβαθμίσεις και διαφορετικές σχεδιάσεις πλοίων αυξάνουν τις τεχνολογικές απαιτήσεις.

Όπως επισημαίνεται, ο ανταγωνισμός δεν κρίνεται πλέον μόνο από το κόστος εργασίας ή τη διαθέσιμη παραγωγική δυναμικότητα. Καθοριστικό ρόλο αποκτούν η τεχνολογική ωριμότητα, η καινοτομία και η δυνατότητα προσαρμογής στις ολοένα αυστηρότερες περιβαλλοντικές και κανονιστικές απαιτήσεις.

Την ίδια στιγμή, η γήρανση του ευρωπαϊκού στόλου δημιουργεί αυξημένη και σταθερή ζήτηση για επισκευές, μετασκευές και ενεργειακές αναβαθμίσεις, γεγονός που ενισχύει σημαντικά τον ρόλο της ναυπηγοεπισκευής έναντι των νέων κατασκευών.

Τα πλεονεκτήματα της Ελλάδας

Η ανάλυση αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, τα οποία μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την ανάπτυξη του κλάδου.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η στρατηγική γεωγραφική θέση της χώρας στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής, η ύπαρξη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, το σχετικά χαμηλό λειτουργικό κόστος στις επισκευαστικές εργασίες, αλλά και η παρουσία του μεγαλύτερου ελληνόκτητου εμπορικού στόλου στον κόσμο.

Παρά τα πλεονεκτήματα αυτά, όμως, η αξιοποίησή τους παραμένει περιορισμένη.

Η μελέτη υπογραμμίζει ότι τα ελληνικά ναυπηγεία απορροφούν λιγότερο από το 1% του διαθέσιμου διεθνούς όγκου εργασιών συντήρησης πλοίων (στοιχεία 2023), στοιχείο που αποκαλύπτει το μεγάλο ανεκμετάλλευτο περιθώριο ανάπτυξης.

Η EY-Parthenon καταγράφει σειρά διαρθρωτικών προβλημάτων που εξακολουθούν να περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού ναυπηγοεπισκευαστικού τομέα.

Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει η γήρανση του εργατικού δυναμικού και η έλλειψη συστηματικής επανακατάρτισης νέων τεχνιτών, που οδηγούν σε περιορισμένη διαθεσιμότητα εξειδικευμένου προσωπικού.

Επιπλέον, η γραφειοκρατία, οι χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης και οι σύνθετες κανονιστικές εγκρίσεις αυξάνουν το λειτουργικό κόστος και επιβραδύνουν τις επενδύσεις.

Σημαντικά εμπόδια αποτελούν επίσης οι περιορισμένες υποδομές, όπως το μέγεθος και η χωρητικότητα των δεξαμενών, αλλά και ο χαμηλός βαθμός ψηφιοποίησης των παραγωγικών διαδικασιών, τη στιγμή που τα πλοία γίνονται ολοένα μεγαλύτερα και τεχνολογικά πιο σύνθετα.

Η μελέτη επισημαίνει ακόμη ότι μεγάλο μέρος της λειτουργίας των ελληνικών ναυπηγείων βασίζεται σε υπεργολαβίες και εξωτερικές αναθέσεις. Το μοντέλο αυτό προσφέρει ευελιξία, όμως δεν επιτρέπει την ανάπτυξη σταθερών παραγωγικών δυνατοτήτων, περιορίζει τις οικονομίες κλίμακας, αυξάνει τις πιέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και δυσκολεύει τη δημιουργία προβλέψιμων δομών κόστους.

Η EY-Parthenon θεωρεί ότι η ενίσχυση του ελληνικού ναυπηγοεπισκευαστικού κλάδου μπορεί να προέλθει μέσα από στοχευμένες επιλογές υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στη δημιουργία στρατηγικών συνεργασιών, κυρίως στον αμυντικό τομέα, οι οποίες θα επιτρέψουν στα ελληνικά ναυπηγεία να μετακινηθούν από απλές εργασίες επισκευής κύτους σε πιο σύνθετα και τεχνολογικά απαιτητικά έργα.

Παράλληλα, σημαντικές προοπτικές εντοπίζονται στην αγορά των πολυτελών σκαφών αναψυχής, όπου η αυξανόμενη διεθνής ζήτηση δημιουργεί χώρο για εξειδικευμένες κατασκευές και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Σχολιάζοντας τα συμπεράσματα της ανάλυσης, ο εταίρος της EY-Parthenon στην Ελλάδα, Δημήτρης Παπακανέλλου, σημειώνει ότι ο ελληνικός ναυπηγοεπισκευαστικός τομέας διαθέτει όλα τα βασικά συγκριτικά πλεονεκτήματα για να διεκδικήσει μεγαλύτερο μερίδιο στη διεθνή αγορά.

Όπως αναφέρει, ύστερα από πολλά χρόνια διαμορφώνονται ευνοϊκές συνθήκες, αρκεί να αντιμετωπιστούν τα βασικά εμπόδια που εξακολουθούν να περιορίζουν την ανάπτυξη του κλάδου και να αξιοποιηθούν οι διεθνείς τάσεις που αλλάζουν τη ναυπηγική βιομηχανία.

Ο ίδιος τονίζει ότι η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών ναυπηγείων θα εξαρτηθεί από την ταχύτητα με την οποία θα επενδύσουν στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στις πράσινες τεχνολογίες και, κυρίως, στην εκπαίδευση και αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού.

Το βασικό μήνυμα της μελέτης είναι σαφές: η Ελλάδα διαθέτει τα θεμελιώδη πλεονεκτήματα για να αποκτήσει πολύ ισχυρότερη θέση στον διεθνή χάρτη της ναυπηγοεπισκευής, όμως η αξιοποίηση αυτής της ευκαιρίας προϋποθέτει συντονισμένες επενδύσεις, θεσμικές μεταρρυθμίσεις και στροφή σε υπηρεσίες υψηλότερης τεχνολογικής και οικονομικής αξίας.

Διαβάστε ακόμη

Η σύγκρουση στη Σούδα ξαναφέρνει στο τραπέζι την ασφάλεια στις ελληνικές θάλασσες

Το φαινόμενο Φίμπι Φίλο: Η γυναίκα που άλλαξε τη μόδα

Ελληνο-αμερικανική στρατηγική συμφωνία Altus και Shield AI με διεθνείς προοπτικές (pics)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ