Ναυτιλία

Η μετάλλαξη «Όμικρον» πλήττει και την ναυλαγορά δεξαμενόπλοιων

  • Μηνάς Τσαμόπουλος


Σε τι ελπίζουν οι εφοπλιστές για να μην καταρρεύσει η ήδη πολύ χαμηλή σε βάθος 10ετίας αγορά των tankers

Εντείνονται οι ανησυχίες για την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας λόγω της μετάλλαξης «Όμικρον» της Covid 19.

Οι ανησυχίες είναι ακόμη πιο έντονες για τη ναυλαγορά των δεξαμενόπλοιων όπου δεν έχει σημειωθεί κάποια σημαντική ανάκαμψη των ναύλων. Υπάρχει αβεβαιότητα.

«Τα απογοητευτικά στοιχεία για τη ζήτηση πετρελαίου του 2020 πλήττουν σημαντικά την αγορά, παρουσιάζοντας πτώση περίπου 8,5% σε ετήσια βάση σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα» επισημαίνει ο Γιάννης Βαμβακάς αναλυτής της Allied Shipping Research:

«Οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν στις κινήσεις παγκοσμίως, η υποτονική οικονομική δραστηριότητα και το κακό κλίμα περιόρισαν την κατανάλωση πετρελαίου.

Σε αντίθεση με αυτή την πτώση, ο συνολικός στόλος πετρελαιοφόρων συνέχισε να αυξάνεται το 2020 κατά σχεδόν 3% και συνδυάζοντας την άνοδο 2,6% που σημειώθηκε το 2019, ανατρέπεται η ισορροπία στην αγορά.

Το 2021 παρατηρήθηκε βελτίωση στη δυναμική ζήτησης – προσφοράς, αφού μεγάλωσε το ενδιαφέρον για τις αποστολές αργού πετρελαίου, ενώ οι παραδόσεις νεότευκτων άρχισαν να καθυστερούν».

Ωστόσο, η ανάκαμψη των ναύλων μέχρι στιγμής δεν ήταν εντυπωσιακή, παραμένοντας στο χαμηλότερο σημείο τους εδώ και μια δεκαετία. Η σημαντική άνοδος των τιμών του πετρελαίου το 2021 αναμφίβολα έπαιξε ρόλο σε αυτό το μειωμένο ενδιαφέρον.

Η τρέχουσα προοπτική ζήτησης είναι ενθαρρυντική για το 2022. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία του ΙΕΑ του ΟPEC δείχνουν τη ζήτηση περίπου 100,6 – 100,9 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως περίπου 3,5% υψηλότερα σε ετήσια βάση σε σύγκριση με πέρσι.

Ωστόσο, αυτές οι τελευταίες εξελίξεις στην πανδημία θα μπορούσαν κάλλιστα να μεταβάλουν αυτές τις τελευταίες εκτιμήσεις.

Όλοι οι περιορισμοί στις μετακινήσεις επηρεάζουν τη ζήτηση για πετρέλαιο και προϊόντα πετρελαίου. Στο μέτωπο τιμών, η πρόσφατη απόφαση του ΟΠΕΚ+ να διατηρήσει το σχέδιό του για πρόσθετη παραγωγή είναι πιθανό να περιορίσει τις τιμές του πετρελαίου, παράγοντας που θα μπορούσε να τονώσει το ενδιαφέρον για τις αποστολές πετρελαίου δεδομένου πώς τα αποθέματα τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ έχουν μειωθεί κατακόρυφα.
Τέλος, η ανάπτυξη του στόλου θα διαδραματίσει επίσης σημαντικό ρόλο, με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις να δείχνουν πλέον αύξηση του περίπου 1,8% για το 2022, συμβάλλοντας στο να κλείσει ακόμη περισσότερο το χάσμα ζήτησης και προσφοράς.

«Οι ιδιοκτήτες δεξαμενόπλοιων έχουν δει ένα απογοητευτικό 2020, που ακολουθείται από μια μεταβατική χρονιά μέχρι στιγμής.
Παρά τη μικρή βελτίωση που παρατηρήθηκε τους τελευταίους μήνες, απέχουμε ακόμη πολύ από το να
ισορροπία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ισχυρή ανάκαμψη της ναυλαγοράς», επισημαίνει ο Γιάννης Βαμβακάς:

«Οι τρέχουσες βασικές αρχές μπορεί κάλλιστα να είναι σε θετικό δρόμο, ωστόσο η τρέχουσα αβεβαιότητα και οι προοπτικές μιας νέας
σειρά παγκόσμιων μέτρων lockdown θα μπορούσαν να θέσουν την κατάσταση εκτός τροχιάς και να επιστρέψουν στην αρχή».

Η ναυλαγορά

Στο μεταξύ, η ναυλαγορά των δεξαμενόπλοιων συνεχίζει να αγκομαχά. Σύμφωνα με την Allied Shipping Research την εβδομάδα 22-28 Νοεμβρίου ο BDTI- δείκτης για τα πλοία μεταφοράς ακατέργαστου πετρελαίου και fuel oil μειώθηκε κατά 5,4 % από τις 780 μονάδες στις 738. Αντίθετη ρότα ακολούθησε και ο BCTI-δείκτης για τα δεξαμενόπλοια που μεταφέρουν βενζίνη, κηροζίνη, αμόλυβδη βενζίνη και ντίζελ «άσπρο». Αυξήθηκε κατά 6% από τις 596 στις 632 μονάδες.

Η πίεση συνεχίζεται στα VLCC δεξαμενόπλοια. Η ημερήσια χασούρα αυξήθηκε κατά 28% από τα 7.572 στα 9.693 δολάρια που σημαίνει ότι οι εφοπλιστές συνεχίζουν να «μπαίνουν μέσα» στα ταξίδια που κάνουν τα πλοία τους.

Για τα Suezmax οι ναύλοι κατακρημνίστηκαν κατά 282,7% από τις 1.361 δολάρια την ημέρα σε ζημιογόνα ναύλα -2.487.

Για τα Aframax οι ναύλοι μειώθηκαν από τις 7.437 δολάρια στα 2.735 ποσοστό 63,2%.

Διαβάστε ακόμη:

Eurostat: Η οικονομική ανάκαμψη έφερε αύξηση ρύπων κατά 18% το δεύτερο τρίμηνο του 2021

ΑΑΔΕ: Διπλάσιες δόσεις και αφού έρθει ο έλεγχος της εφορίας

Σδούκου: Πώς θα συγκρατηθεί το ενεργειακό κόστος στη βιομηχανία