Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η υποχώρηση της τιμής του πετρελαίου από τα υψηλά που καταγράφηκαν μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν δεν έχει φέρει αντίστοιχη ανακούφιση στην αγορά καυσίμων. Το Brent έχει απομακρυνθεί από την κορυφή των 118 δολαρίων το βαρέλι, όμως οι τιμές του ντίζελ, της βενζίνης και των αεροπορικών καυσίμων παραμένουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.

Η εξήγηση βρίσκεται στη διύλιση. Η διεθνής αγορά μπορεί να αναζητήσει νέους προμηθευτές αργού ή να ανακατευθύνει φορτία μέσω εναλλακτικών διαδρομών. Δεν μπορεί, όμως, να αντικαταστήσει γρήγορα τα διυλιστήρια που έχουν σταματήσει ή λειτουργούν με περιορισμένη δυναμικότητα στη Μέση Ανατολή και στη Ρωσία.

Το αποτέλεσμα είναι ένα ιδιότυπο ενεργειακό αδιέξοδο: υπάρχουν ποσότητες πετρελαίου στην αγορά, αλλά δεν επαρκεί η διαθέσιμη δυναμικότητα για τη μετατροπή τους στα καύσιμα που χρειάζονται οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και τα νοικοκυριά.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας τα διυλιστήρια παγκοσμίως επεξεργάστηκαν τον Ιούλιο περίπου 80,9 εκατ. βαρέλια αργού ημερησίως. Παρά τη μικρή βελτίωση σε σύγκριση με τους προηγούμενους μήνες, η παραγωγή παρέμεινε σχεδόν 5 εκατ. βαρέλια ημερησίως χαμηλότερη από την αντίστοιχη περίοδο του 2025.

Το κενό αυτό είναι δύσκολο να καλυφθεί. Οι εγκαταστάσεις του Κόλπου έχουν πληγεί από τον πόλεμο, οι εξαγωγές προϊόντων μέσω των Στενών του Ορμούζ έχουν περιοριστεί και πολλά ασιατικά διυλιστήρια δεν διαθέτουν τις αναγκαίες ποσότητες αργού για να λειτουργήσουν κανονικά.

Την ίδια στιγμή, οι ουκρανικές επιθέσεις στις ρωσικές ενεργειακές υποδομές έχουν οδηγήσει τη διυλιστική δραστηριότητα της Ρωσίας κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων δύο δεκαετιών. Η απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ από τη Μόσχα αφαίρεσε πρόσθετες ποσότητες από μια αγορά που βρισκόταν ήδη υπό έντονη πίεση.

Η μεγαλύτερη στενότητα εντοπίζεται στο ντίζελ. Οι θαλάσσιες εξαγωγές από τη Ρωσία, τη Μέση Ανατολή και τους βασικούς προμηθευτές της Ασίας ήταν τον Ιούλιο μειωμένες κατά 1,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα. Η απώλεια αντιστοιχεί περίπου στο 20% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου ντίζελ.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι αναλογικά η πίεση στα αεροπορικά καύσιμα. Οι εξαγωγές από τις ίδιες περιοχές μειώθηκαν κατά περίπου 670.000 βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που ισοδυναμεί με το 34% του διεθνούς εμπορίου. Συνολικά, το θαλάσσιο εμπόριο πετρελαϊκών προϊόντων υποχώρησε κατά 3,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε ετήσια βάση.

Οι ελλείψεις εκτόξευσαν τη διαφορά ανάμεσα στην τιμή του αργού και στην αξία των έτοιμων καυσίμων. Τα περιθώρια διύλισης για το ντίζελ και τα υπόλοιπα μεσαία αποστάγματα έχουν φτάσει σε επίπεδα-ρεκόρ στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ακόμη και όσα διυλιστήρια λειτουργούν με υψηλά ποσοστά αξιοποίησης δεν καταφέρνουν να αναπληρώσουν τις χαμένες ποσότητες.

Το πρόβλημα επιδεινώνεται από τη γρήγορη μείωση των αποθεμάτων. Από την έναρξη του πολέμου μέχρι τα τέλη Ιουλίου, τα παγκόσμια παρατηρούμενα αποθέματα πετρελαίου και προϊόντων περιορίστηκαν κατά περίπου 410 εκατ. βαρέλια. Μόνο τον Ιούλιο καταγράφηκε νέα μείωση κατά 69 εκατ. βαρέλια, καθώς περιορίστηκαν οι εξαγωγές από τον Κόλπο και την περιοχή της Κασπίας.

Αυτά τα αποθέματα λειτουργούσαν επί μήνες ως γραμμή άμυνας απέναντι στις διαταραχές της προσφοράς. Όσο όμως εξαντλούνται, η αγορά γίνεται περισσότερο ευάλωτη σε κάθε νέα επίθεση, βλάβη ή διακοπή θαλάσσιας μεταφοράς.

Οι υψηλές τιμές έχουν ήδη περιορίσει την κατανάλωση, χωρίς να αποκαταστήσουν την ισορροπία. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου θα μειωθεί κατά 1,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2026. Η συνολική προσφορά, όμως, αναμένεται να υποχωρήσει κατά 4,3 εκατ. βαρέλια, δημιουργώντας πολύ μεγαλύτερη πίεση στην αγορά.

Για το τρίτο τρίμηνο προβλέπεται έλλειμμα περίπου 1,8 εκατ. βαρελιών ημερησίως, υπερδιπλάσιο από την προηγούμενη εκτίμηση. Η παγκόσμια διυλιστική δραστηριότητα αναμένεται συνολικά μέσα στο 2026 να είναι μειωμένη κατά 2,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε σύγκριση με το 2025.

Ακόμη και μια πολιτική συμφωνία που θα επέτρεπε την πλήρη επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ δεν θα εξαφάνιζε αμέσως τη στενότητα. Οι ζημιές στις εγκαταστάσεις χρειάζονται χρόνο και σημαντικές επενδύσεις για να αποκατασταθούν, ενώ ο εξειδικευμένος εξοπλισμός των διυλιστηρίων δεν μπορεί να αντικατασταθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Αυτό σημαίνει ότι η τιμή του Brent μπορεί να υποχωρήσει ταχύτερα από τις τιμές των τελικών καυσίμων. Για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, η πραγματική κρίση δεν αποτυπώνεται πλέον μόνο στην αξία του αργού πετρελαίου, αλλά στην όλο και ακριβότερη διαδικασία μετατροπής του σε ντίζελ, βενζίνη και αεροπορικά καύσιμα.

Η διεθνής οικονομία βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με μια παρατεταμένη περίοδο υψηλού ενεργειακού κόστους. Και όσο η διυλιστική παραγωγή μειώνεται ταχύτερα από τη ζήτηση, η πίεση στις τιμές των καυσίμων δύσκολα θα υποχωρήσει ουσιαστικά, ακόμη και εάν υπάρξει προσωρινή αποκλιμάκωση στο πολεμικό μέτωπο.

Διαβάστε ακόμη

Oι Λιβανέζοι που, μετά την Αθήνα, επενδύουν στο real estate της Σύρου (pics)

Τα τρελά ποσά στις μεταγραφές του ποδοσφαίρου

Το «τρίγωνο του λιθίου»: Η νέα μάχη για τον λευκό χρυσό της Νότιας Αμερικής

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ