Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Του Αργύρη Παπαστάθη

Τη σημαντική πρόοδο που σημειώθηκε κατά την αποστολή των θεσμών στην Αθήνα τον Οκτώβριο σημείωσαν τόσο ο πρόεδρος του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ όσο και ο Επίτροπος Οικονομικών Πιερ Μοσκοβισί μετά το Eurogroup της Δευτέρας, στο οποίο το θέμα της Ελλάδας συζητήθηκε μόλις για λίγα λεπτά. Ο κ. Μοσκοβισί πρόσθεσε ότι οι τεχνικές συζητήσεις συνεχίζονται, ότι οι Θεσμοί αναμένονται πίσω στην Αθήνα στο τέλος Νοεμβρίου και ότι είναι εφικτή μια συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο (Staff-Level-Agreement) μεταξύ Αθήνας και Θεσμών πριν το τέλος του έτους, «το συντομότερο δυνατόν», όπως ανέφερε.

Δέσμευση Τσακαλώτου σε… ρόλο Τόσκα

To «καμπανάκι» στη διάρκεια της συνεδρίασης του Eurogroup ήλθε από τον επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι ο οποίος τόνισε την ανάγκη εύρεσης λύσης για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και έκανε ειδική αναφορά και στην αποχή των συμβολαιογράφων, τονίζοντας πως αποτελεί πρόβλημα και πρέπει να λυθεί ώστε να προχωρήσουν και οι πλειστηριασμοί.

Ερωτηθείς για την αποχή των συμβολαιογράφων στη συνέντευξη Τύπου ο κ. Ντάισελμπλουμ επιβεβαίωσε ότι το θέμα ετέθη στη συνεδρίαση και ότι η ελληνική πλευρά δεσμεύθηκε ότι θα λάβει μέτρα για την προστασία των συμβολαιογράφων που κινδυνεύουν να δεχτούν επιθέσεις ώστε να λειτουργήσουν οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί.

Ερωτηθείς για το χρέος ο πρόεδρος του Eurogroup είπε ότι από τώρα ως το τέλος του προγράμματος προβλέπει ότι θα συζητηθεί περισσότερο ο Γαλλικός μηχανισμός που θα δείξει πόση ελάφρυνση χρέους θα χρειαστεί η Ελλάδα στο μέλλον και ότι η διαδικασία αυτή θα αρχίσει τον Ιανουάριο.

Από την πλευρά τους, ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ μίλησε επίσης για καλή πρόοδο στις διαβουλεύσεις και σημείωσε την εκταμίευση της τελευταίας υπο-δόσης, ύψους 800 εκατ. ευρώ για την εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Νωρίτερα, θετικό κλίμα από την απογευματινή συζήτηση στο Eurogroup μετέδιδαν πηγές του υπουργείου Οικονομικών καθώς σημειώνοντας ότι η συζήτηση για το ελληνικό θέμα κράτησε μόλις 2 λεπτά και «έγινε σε καλό κλίμα». Από το περιβάλλον του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου τόνιζαν ότι οι Θεσμοί διαβεβαίωσαν το Eurogroup ότι «όλα πήγαν καλά στην πρώτη κάθοδο των κλιμακίων» στην Αθήνα. Περιγράφοντας τη στάση της ελληνικής πλευράς οι ίδιες πηγές σημείωσαν: «συνεχίζουμε χωρίς να βγάζουμε το πόδι από το γκάζι, υπάρχει δουλειά που έχει να γίνει».

Από την πλευρά της η Ελληνική Ένωση Τραπεζών αναφέρει:

Μετά την απόφαση του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείων Αθηνών – Πειραιώς – Αιγαίου & Δωδεκανήσου για αποχή των μελών τους από πλειστηριασμούς έως την 31η Δεκεμβρίου 2017, τα μέλη των εννέα συμβολαιογραφικών συλλόγων της χώρας απέχουν πλέον από τη διαδικασία, είτε αυτή διεξάγεται με φυσικό, είτε με ηλεκτρονικό τρόπο. Επομένως, είναι αδύνατη η διεξαγωγή οποιουδήποτε πλειστηριασμού όσο διαρκεί το καθεστώς αποχής, καθώς με βάση την ισχύουσα νομοθεσία αποκλειστικά αρμόδιοι για τη διεξαγωγή πλειστηριασμών είναι οι συμβολαιογράφοι.

Το τραπεζικό σύστημα στο σύνολό του έχει λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε η διαδικασία των πλειστηριασμών να στοχεύει τους στρατηγικούς κακοπληρωτές και έχει προβεί σχετικά σε όλες τις νόμιμες ενέργειες. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν αναλάβει έναντι των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών συγκεκριμένες δεσμεύσεις για την μείωση του αποθέματος μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σε συγκεκριμένο και αυστηρό χρονοδιάγραμμα. Η αντιμετώπιση του προβλήματος του μη εξυπηρετούμενου δανεισμού είναι κομβικής σημασίας για την εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών και για τη δυνατότητά τους να χρηματοδοτούν απρόσκοπτα την ελληνική οικονομία και τις επιχειρήσεις, στηρίζοντας την ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Η ομαλή και απρόσκοπτη είσπραξη των απαιτήσεων είναι και πράξη ευθύνης απέναντι στους συνεπείς δανειολήπτες.

Υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, η ομαλή λειτουργία των χορηγήσεων δανείων στηρίζεται και στη δυνατότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων να παρέχουν εμπράγματες εξασφαλίσεις. Η εκ των πραγμάτων στέρηση της δυνατότητας για λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης υποσκάπτει τις θεμελιώδεις αρχές της τραπεζικής πίστης και της οικονομίας και βέβαια αντίκειται στο Σύνταγμα.