Δημήτρης Μαρκόπουλος

Επειδή μπορούμε ακόμα να το αποκαλούμε ως «μάχη» καθώς τίποτα δεν κρίθηκε ακόμη, αν και οι τάσεις καταγράφονται. Επειδή έχουν απομείνει λίγες αλλά καθοριστικές ημέρες. Καλό θα είναι στην παράταξη που εκφράζει τον αστικό χώρο να σκεφτούν διαφορετικά. Σαφώς οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν τις συνέπειες της ψήφου τους. Σαφώς οφείλουμε όλοι να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Σαφώς τα πράγματα δεν είναι ρόδινα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όντως πολλά χρήματα καθημερινά σηκώνονται από τα ΑΤΜ όμως δεν μπορεί να κάνει κάποιος καμπάνια επάνω μόνο σε αυτό. Θα πρέπει να έχει και πρόταση. Να εκφράσει όραμα. Να φωτίσει τις θέσεις του κι όχι απλά τις αδυναμίες της άλλης πλευράς. Να αναγνωρίσει με γενναιότητα λάθη. Κακά λοιπόν τα ψέματα. Ποτέ κανένας δεν κέρδισε εκλογές επειδή κατέδειξε τον άλλο ως επικίνδυνο. Όλες οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις αναδείχθηκαν μέσα από την προοπτική που δημιούργησαν. Μέσα από την ελπίδα που επικοινώνησαν. Η εμμονή λοιπόν στην κατάδειξη του τί θα πάθει η χώρα από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελεί το μοναδικό πολιτικό εργαλείο για τη ΝΔ. Το να ποντάρει κανείς στην καταστροφή δεν είναι σωστό. Η ΝΔ χρειάζεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά τη στροφή στον μεσαίο, μεταρρυθμιστικό χώρο. Με πρόγραμμα. Με συγκεκριμένες δεσμεύσεις. Με πράξεις που θα αποτελέσουν δέσμευση. Με κοστολογημένες λύσεις. Αλλιώς η ιστορία θα μιλήσει για μια μάχη που δόθηκε με λάθος τρόπο ή από ένα κόμμα που κινήθηκε σε λάθος χρόνο. Για έναν πολιτικό φορέα που αντί να δώσει πραγματικά τον αγώνα του προέδρου της Δημοκρατίας αποφάσισε να μετακινήσει το πεδίο μάχης λανθασμένα στις εθνικές εκλογές, αν και επί της ουσίας είχε το βλέμμα στραμμένο περισσότερο στις μεθεπόμενες εκλογές παρά σε αυτές της 25ης Ιανουαρίου. 

Η απίστευτη κατρακύλα του κοινοβουλευτισμού, δεν έχει τέλος. Η υπόθεση δωροδοκίας Ξουλίδου μέσω …facebook, η πρόταση εξαγοράς Χαϊκάλη που κατέληξε σε ένα φιάσκο που ούτε σε σενάριο ελληνικής φάρσας του ’60 δεν θα βλέπαμε, η ανεκδιήγητη επίθεση των Παραστατίδη – Βουδούρη που θεωρούν πως όποιος δεν είναι μαζί τους είναι προδότης και πουλημένος αν και οι ίδιοι καλά- καλά δεν έχουν αποφασίσει με ποιον είναι καθώς αλλάζουν κόμματα σαν φανέλες, αποδεικνύουν κάτι που κοντεύουμε να ξεχάσουμε. Ποιο είναι αυτό; Πως τελικά η Ελλάδα χρειάζεται ένα ισχυρό δικομματικό σύστημα κι όχι αυτή την πανσπερμία κομμάτων που με μεγαλύτερη ευκολία οδηγεί εντός Κοινοβουλίου πρόσωπα που δεν θα έπρεπε ούτε απ’ έξω από τη Βουλή να περνάνε. Κακά τα ψέματα. Ο δικομματισμός όπως εξελίχθηκε στη δεκαετία του ’80 και ’90 έφερε στη χώρα θετικά αποτελέσματα αν και με μεγάλα λάθη που πρέπει να υπογραμμιστούν. Στα θετικά του δικομματισμού ήταν η εγκόλπωση εντός της Νέας Δημοκρατίας του ακροδεξιού ακροατηρίου, των λαϊκοδεξιών, των εκκλησιαστικό-πληκτων και όσων ήθελαν την Ελλάδα μια χώρα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Αυτούς για πολλά χρόνια τους ξεχάσαμε καθώς χάνονταν μέσα σε ένα μεγαλύτερο των ιδίων σύνολο. Από την άλλη πλευρά, το ΠΑΣΟΚ εντός του είχε από τσε γκεβαρικούς – βαρεμένους που ονειρεύονταν μια νέα λατινική Αμερική στη χώρα μας, παλαιοσταλινικούς που αναζητούσαν τη ρεβάνς της ήττας στα βουνά του εμφυλίου, τρελαμένους φιλοπαλαιστίνιους της PLO που τώρα άκριτα θα στήριζαν τη Χαμάς και το κάθε μουρλο-ισλαμικό γκρουπούσκουλο της Γάζας που χρηματοδοτείται από την Τουρκία, τροτσκιστές και άλλους αστείους. Όλοι οι παραπάνω – δυστυχώς- λόγω της κρίσης κι εξαιτίας των φυγόκεντρων δυνάμεων που υπήρξαν, οδηγήθηκαν στη δημιουργία κομμάτων. Για κάθε «τρέλα», για κάθε φιλοδοξία, δια πάσα νόσο και πάσα μαλακία πλέον στην πατρίδα μας γεννιούνται κόμματα. Όμως αυτή η τρέλα, αυτή η τάση, οδηγεί σε καταστάσεις όπως αυτές που βιώσαμε πρόσφατα. Οδηγούν σε ψεκασμένους συνωμοσιολόγους, σε ασυγκράτητους ακροδεξιούς που όλα τα σφάζουν, όλα τα μαχαιρώνουν, σε ανανεωτικούληδες κεντροαριστερούς που δεν μπορούν να ακολουθήσουν κοινή γραμμή ούτε σε μισή ψηφοφορία, σε κόμματα new wave που πέραν των κόκκινων, πράσινων ή πορτοκαλί πανταλονιών του αρχηγού τους δεν έχουν κάτι φρέσκο να κομίσουν. Αναγορεύουν τον κάθε απροσάρμοστο πολιτικά πρώην πρωθυπουργό σε πρόεδρο μιας νέας σέχτας, τον κάθε πρώην γραμματέα της κυβέρνησης σε πρόεδρο νέου κόμματος χωρίς καν από κάτω να έχει στελέχη. Κι όλοι αυτοί αύριο θα κληθούν να σώσουν τη χώρα. Ποιοι; Εκείνοι που δεν καταφεύγουν σε έναν ψυχαναλυτή να σώσουν τον ίδιο τους τον εαυτό από την τρέλα. Γι’ αυτό σας λέω: καλύτερα δικομματισμός παιδιά. Δικομματισμός κι μάλιστα σκληρός, τύπου ΗΠΑ.

Η Ελλάδα με την υπογραφή της πράξης προσχώρησης της στην Ε.Ο.Κ. στις 28 Μαΐου 1979 από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, το γνώριζε. Το ήξερε. Το αναγνώριζε. Ποιο δηλαδή; Μα πως ξεκινάει από τότε μια πορεία μέσα στον χρόνο όπου μέρος της εθνικής κυριαρχίας, ένα κομμάτι του αποκαλούμενου ως «εθνικό» παραχωρείται προς χάριν της δημιουργίας μιας μεγαλύτερης – και σημαντικότερης εδώ που τα λέμε – ευρωπαϊκής οντότητας. Της Ηνωμένης Ευρώπης ή Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως συνηθίζουμε να τη λέμε σήμερα. Μπορεί στα αμέσως επόμενα χρόνια να μην έγινε αντιληπτό καθώς η Ευρώπη είχε άλλες προτεραιότητες όπως την πτώση του ανατολικού μπλοκ, την ένωση των δύο Γερμανιών, τη διεύρυνση κατόπιν προς ανατολάς, τις σχέσεις με τον μουσουλμανικό κόσμο, τον εμφύλιο της Γιουγκοσλαβίας και κατόπιν την ΟΝΕ, όμως τώρα που το εγχείρημα περνάει εκ των συνθηκών της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας σε πιο ώριμες συνθήκες, η πίεση υποχώρησης του «εθνικού» έναντι του «ευρωπαϊκού» είναι παραπάνω από ορατή. Θα πει κανείς γιατί τα θυμήθηκα όλα αυτά; Μα για να απαντηθεί επιτέλους το τί πραγματικά ήθελε να πει ο …ποιητής. Όπου «ποιητής» ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ. Με την πρόσφατη παρέμβαση για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα σε γερμανικό τηλεοπτικό δίκτυο, ο πρόεδρος της Κομισιόν πολύ απλά ενεργοποίησε το πέρασμα στην επόμενη φάση για την Ευρώπη. Όπου αυτή η φάση ξεκάθαρα δίνει στον πρόεδρο της Ε.Ε. την άνεση να μιλάει ακόμα και για εθνικά ζητήματα κρατών – μελών της Ε.Ε. Ο Μπαρόζο ως προϊόν μιας ευρωπαϊκής αριστοκρατίας, λογικό ήταν να μην είχε το δικαίωμα να μιλήσει. Ο Γιούνκερ όμως είναι αλλιώς. Ψηφίστηκε από όλους τους λαούς της Ε.Ε. και – για να μην ξεχνιόμαστε – έλαβε μια ισχυρότατη πλειοψηφία, πολύ μεγαλύτερη του ανταγωνιστή του πολιτικά και συνυποψηφίου του Αλέξη Τσίπρα. Και να το θυμηθείτε: ο Γιούνκερ θα μιλήσει και για άλλες χώρες όπως μίλησε για τη δική μας, όχι γιατί ξαφνικά του βγήκε μια περίεργη «τσαχπινιά» αλλά πολύ απλά γιατί το παιχνίδι στην Ε.Ε. αλλάζει. Δεν μπορώ λοιπόν να καταλάβω για ποιο λόγο ο κ. Τσίπρας μιλάει για «ωμή παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδος» όταν ο κ. Γιούνκερ λέει πως αναζητεί για την Ελλάδα μια κυβέρνηση που να νιώθει πιο άνετα μαζί της. Μήπως και σε επίπεδο Ε.Ε. ο κ. Τσίπρας θα αρχίσει να ζητάει «πρόωρες εκλογές» έξι μήνες μετά την καταφανή και δίκαιη νίκη Γιούνκερ; Επίσης δεν κατανοώ για ποιο λόγω ο ΣΥΡΙΖΑ απευθύνει τόσο δριμύ κατηγορώ κατά του Επιτρόπου Οικονομικών Υποθέσεων Πιερ Μοσκοβισί όταν ο τελευταίος μιλάει για τον φόβο του Grexit. Το ίδιο το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν ήταν που ανέφερε πως σημαντικό διαπραγματευτικό «ατού» της Ελλάδος είναι πως η Ευρώπη δεν αντέχει την έξοδο της χώρας από το Ευρώ; Τότε γιατί να μην ανησυχεί – άρα και να παρεμβαίνει – για την Ελλάδα ο Επίτροπος ή για να το κάνουμε και πιο λιανά ο υπουργός Οικονομικών των Ηνωμένων Κρατών της Ευρώπης; Δηλαδή καλή είναι η Ευρώπη όταν μας δανείζει, κακή όταν θέτει όρους; Καλή η Ε.Ε για τα ΕΣΠΑ κακή όμως όταν ενδιαφέρεται να μην κυλίσει η πατρίδα μας ξανά στην ανωμαλία και επανέλθει ο κακός χαμός που ζήσαμε το 2012; Ας σοβαρευτούν λοιπόν κάποιοι στην αντιπολίτευση και ας πουν την αλήθεια στον κόσμο. Θέλουν την Ευρώπη ή δεν την θέλουν τελικά; Γιατί εάν συμβαίνει το πρώτο, για να υπάρξει συμμετοχή σε αυτό το ενιαίο οικοδόμημα υπάρχουν κανόνες. Αν όμως δεν θέλει το κόμμα που επιδιώκει να μας κυβερνήσει την Ένωση με τα άλλα κράτη, ας το δηλώσει ξεκάθαρα. Γιατί εκατομμύρια Ελλήνων μπορεί μεν να νιώθουν πρώτα Έλληνες, όμως βάζουν σε ίδια μοίρα και την ευρωπαϊκή τους υπόσταση.

Να το ξεκαθαρίσουμε για να μην ξεχνιόμαστε: ο ΣΥΡΙΖΑ "τζογάρει" εδώ και καιρό το μέλλον της χώρας. Να το κάνω πιο λιανά; Οι άνθρωποι αυτοί, μπροστά στο πάθος για εξουσία δεν βάζουν τίποτα. Ούτε τους κόπους των πολιτών που στωικά και με σιωπηρή συναίνεση υπομένουν μέτρα, λάθη και παραλείψεις, ούτε τα εθνικά προβλήματα που αναζωπυρώνονται στο Αιγαίο. Μόνο και μόνο για μια ιστορική ρεβάνς, τα εγγόνια του Βαφειάδη και του στρατηγού Σαράφη, τα παιδιά των εξεγερμένων της γενιάς του Πολυτεχνείου που μετά βολεύτηκαν στο δημόσιο, στα κόμματα, στα κρατικά έργα και στη δήθεν ελεύθερη αγορά, επιθυμούν να φωνάξουν για ένα βράδυ «πρώτη φορά Αριστερά». Να βγει ο Αλέξης στο μπαλκόνι, να χαιρετίσει τα πλήθη α λα Δούρου και μετά…   Και μετά η άβυσσος. Και μετά η Κύπρος α λα Γκρέκα. Γιατί ήδη το έργο το έχουμε δει. Ήδη το γνωρίζουμε και καμωνόμαστε πως δεν είδαμε, δεν ακούσαμε δεν μάθαμε. Πανηγύρια θυμάμαι στην Κύπρο αλλά και την πατρίδα μας για τη «δίκαιη» στάση και  την άρνηση του Κοινοβουλίου τους να συναινέσει σε bail in, σε κούρεμα δηλαδή καταθέσεων. Και χαρήκαμε. Και φούσκωσαν τα στήθη από εθνική υπερηφάνεια. Και στο Facebook υψώσαμες σημαίες. Και ρεζιλέψαμε στο εθνικό φαντασιακό την Μέρκελ. Και μετά, σαν χαπάκια για την πίεση, σαν ΖΑΝΑΧ για καλμάρισμα, τα κατάπιαν οι αδελφοί Κύπριοι όλα τα εις βάρος τους μέτρα και μάλιστα αμάσητα. Μη γελιέστε λοιπόν αδέλφια. Αυτά θα γίνουν και στην Αθήνα σε λίγες ημέρες εάν δεν ψηφιστεί πρόεδρος της Δημοκρατίας. Θα χαρούμε, θα πανηγυρίσουμε «πρώτη φορά Αριστερά» και μετά θα πρέπει εντός ολίγων ημερών να καλύψουμε το χρηματοδοτικό μας πρόβλημα. Κι όσο κι αν το ποτό της νίκης για τον ΣΥΡΙΖΑ θα είναι γλυκό, το μετέπειτα hangover θα είναι μεγάλο. Γιατί δύο οι δρόμοι που θα ανοιχτούν: ο πρώτος θα είναι ο «λαφαζανικός». Αφού η κυβέρνηση Τσίπρα δεν θα μπορέσει να χρηματοδοτηθεί από την ΕΕ και τους λοιπούς δανειστές οι οποίοι θα χρησιμοποιήσουν την Ελλάδα σαν πείραμα διακοπής της ανόδου των Podemos στην Ισπανία, ο πρωθυπουργός Αλέξης θα προτείνει την «τίμια» κι εθνικά «υπερήφανη» διενέργεια δημοψηφίσματος για το αν ο τόπος θα πάει με ευρώ αλλά και μέτρα ή με την δραχμούλα. Θα μας πει για την  Αργεντινή, για το μοντέλο αποφυγής πληρωμής του χρέους της το περασμένο καλοκαίρι, ξεχνώντας πως ακόμα και λαβωμένοι οι Έλληνες εξακολουθούμε να είμαστε μια από τις 35 κορυφαίες οικονομίες του πλανήτη, με κατά κεφαλήν ΑΕΠ μεγαλύτερο της αγαπημένης του χώρας της Λατινικής Αμερικής ή της Βενεζουέλας που τόσο θαυμάζει.   Η δεύτερη λύση είναι ακόμα χειρότερη για τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ και την εγχώρια αριστερά. Κι αυτό διότι θυμίζει και πάλι τους παππούδες στα εγγόνια τους. Θα είναι η νέα Βάρκιζα της αριστεράς καθώς υπογραφή σε νέα μνημόνια, σημαίνει τον οριστικό θάνατο αυτής της παράταξης σε μια Ελλάδα που δεν χωράει άλλο πολιτικό ψέμα και ένα ΠΑΣΟΚ που απλά θα έχει άλλα πρόσωπα.   Γι’ αυτό λοιπόν καμιά φορά εκεί στην αξιωματική αντιπολίτευση θα πρέπει να σκεφτούν καλά τι πραγματικά εύχονται για το βράδυ της 29ης Δεκέμβρη. Όλοι οι άλλοι εμείς, ας σκεφτούμε πιο παραδοσιακά. Δηλαδή πως "εκ της απομακρύνσεως εκ του ταμείου, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται". 

Να το πούμε το τετριμμένο; Άντε να το ξεφουρνίσουμε. «Η ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα» όπως έλεγε ο Θείος Μαρξ. Κι έτσι είναι στη χώρα μας. Πολλοί εδώ και μήνες υποστηρίζουν  πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι λίγο πολύ το νέου τύπου ΠΑΣΟΚ. Κάτι ο Μητρόπουλος και οι πασοκογενείς που αυξάνουν την παρουσία τους, κάτι τα 12ποντα της Θεοδώρας Τζάκρη, όλα δείχνουν πως η χώρα θα ξαναφορέσει τα ζιβάγκο. Αυτή όμως είναι η φάρσα. Είναι μια φενάκη για όσους δεν γνωρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ και τη γεωγραφία του.   Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένα κόμμα σαν το ΠΑΣΟΚ του 1980 που βρισκόταν εν αναμονή της εξουσίας του Οκτωβρίου του 1981. Η φύση και υφή του είναι ριζοσπαστική. Πρόκειται για τη γενιά που θέλει να δικαιώσει τους ηττημένους παππούδες της στα βουνά της διχασμένης Ελλάδας και που με νόημα βροντοφώναζε τον Μάιο «πρώτη φορά Αριστερά». Είναι τα εγγόνια του Γλέζου. Είναι εκείνοι που βίωσαν – ομολογουμένως – τον πολιτικό αποκλεισμό 7 δεκαετιών και που με τη διάσπαση τους στις αρχές του ’90 παρ’ ολίγον να εξαφανιστούν.   Για τους παραπάνω λόγους κανένας δεν μπορεί να πιστέψει πως τα όσα συζητήθηκαν και γράφτηκαν εχθές από το fund Capital δεν απηχούν ιδέες και απόψεις του κόμματος αυτού.   Κάποιοι βαυκαλίζονται για την «ρεαλιστική στροφή» Τσίπρα. Άλλοι μεγαλοστόμως μιλούν ακόμα και για συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ! Πόσο λάθος και πόσο εκτός Αριστεράς είναι όμως όλοι αυτοί. Όσοι έστω και για λίγο πέρασαν από τον πολιτικό χώρο αυτό γνωρίζουν πως κανένας δεν μπορεί να επιβάλλει τέτοιες πολιτικές.   Αγνοούν άπαντες πως το Αριστερό Ρεύμα δεν είναι μια μειοψηφία σαν τη Δημοκρατική Άμυνα που με μερικές διαγραφές του Ανδρέα Παπανδρέου εξαφανίστηκε. Ο Λαφαζάνης και οι συνοδοιπόροι του είναι η ραχοκοκαλιά του κόμματος. Η οργανωτική του βάση. Είναι εκείνοι που ελέγχουν έως και το 30% με 40% της κοινοβουλευτικής δύναμης του ΣΥΡΙΖΑ. Κι εκείνοι δεν θα συναινέσουν με αποκρατικοποιήσεις, με νέους φόρους, με μια μπασταρδεμένη πολιτική. Δηλαδή άπαντες θα δώσουν μάχη για μια οικονομική πορεία ανάλογη με αυτήν που – προβοκατόρικα έστω θέλετε – ο αναλυτής της Capital εχθές περιέγραψε. Όσοι λοιπόν ονειρεύονται να ξαναφορέσουν τα ζιβάνγκο, όσοι ξέθαψαν τις φωτογραφίες του Ανδρέα και τις σημαίες με τον πράσινο ήλιο ή ήδη βάζουν στο τέρμα τα τραγoύδια του Μπακαλάκου και του Λοίζου, καλό θα είναι να μην ξεχνάνε τον παππούλη Μαρξ. Γιατί είπαμε: «η ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα». Επειδή όμως από φάρσες στην Ελλάδα χορτάσαμε, μάλλον ήλθε η ώρα να ζήσουμε την τραγωδία.

Στην Ελλάδα, είσαι τελικά ό,τι δηλώσεις. Το μοντέλο Έλλη Παπαγγελή λοιπόν  δήλωσε πολιτικός. Με πολλές φωτογραφίες αν φας, προφίλ αλλά και με τον κώλο τούρλα, απαιτούσε από τους χιλιάδες φαν της να την καμαρώσουν όχι για τα εμφανή προσόντα της. Α πα πα. Η κοπέλα ήθελε να αποδείξει πως έχει και βάθος. Όχι από το άλλο. Το πνευματικό εννοώ. Το τί είναι βέβαια αυτή η κοπελίτσα, όλοι το γνωρίζουμε. Μια ωραία κρεμάστρα για ρούχα ή για μαγιώ είναι η κακομοίρα, η οποία θαμπώθηκε από την πολιτική και αποφάσισε πως θέλει να καταθέσει "τη δική της αλήθεια". Έτσι εξάλλου δεν λένε όλες οι ημι-εγγράμματες περσόνες που διεκδικούν ενίοτε την ψήφο ή το ενδιαφέρον των ΜΜΕ; Όμως το να σταθεί κανένας περισσότερο στην συγκεκριμένη κυρία που με εμφανή ιστορική άγνοια κι επειδή κάπου το άκουσε να το λέει ο μπαμπάς της αμφισβήτησε τον θάνατο δεκάδων παιδιών στη διάρκεια του Πολυτεχνείου, είναι λάθος. Είναι σαν να κλέβεις εκκλησία. Το σωστό είναι να σταθούμε στα κόμματα που δεν χάνουν ευκαιρία να επιστρατεύουν στα ψηφοδέλτια τους την κάθε είδους Παπαγγέλη. Τα τελευταία 20 χρόνια, έχει κυριαρχήσει λοιπόν η λογική στα κομματικά επιτελεία πως η τοποθέτηση «όμορφων» ανθρώπων ή τηλεπερσόνων δίνει πολιτικούς πόντους στα απολίτικα κοινά. Ωραίο το μπούστο της Βάνας Μπάρμπα; Καλός ο Λιάγκας στα κοινά 35 – 50; Συμπαθητικός ο τάδε ή ο δείνα ηθοποιός; Ε τότε έχει αυτόματα θέση στα ψηφοδέλτια. Αντίθετα από αυτή την τάση, σπάνια βλέπουμε τα κόμματα να κυνηγούν εκπροσώπους του πνεύματος, της επιστήμης ή των κοινωνικών αγώνων. Απλά περιορίζονται στον κάθε ποκ κορν Τατσόπουλο, στους μαϊντανούς των πρωινάδικων, στον κάθε αποτυχημένο λογοτεχνίζοντα τύπου Χωραφά και πάει λέγοντας και εν τέλει …κλαίγοντας. Όμως ας μη γελιόμαστε: αυτή η χώρα είμαστε, αυτό είναι και το πολιτικό μας προσωπικό. Άνθρωποι χωρίς βάθος, χωρίς ουσία που αναδείχθηκαν από τις ευκολίες ενός μετριοκρατικού συστήματος που γεννήθηκε στη δεκαετία του ’80 κι άκμασε απόλυτα στα χρόνια της χρηματιστηριακής ευκολίας των τελών του ’90 και των αρχών του 2000. Ήταν η εποχή του face off. Της αρπαχτής. Των ιλουστρέ αυτοκινήτων και του κάθε Κωστόπουλου. Του face control στα club και των δανεικών ονείρων. Όταν όμως η κοινωνία μας έκτιζε σε σαθρά θεμέλια δεν μπορούσε να διανοηθεί πως μια Παπαγγέλη θα έφθανε να εξελίσσεται σε πολιτικό. Δεν μπορούσε να σκεφτεί πως πρώτη σε όλες στις δημοσκοπήσεις θα εμφανιζόταν η Όλγα Κεφαλογιάννη την οποία οι σύμβουλοι της δεν τη συμβουλεύουν να μιλήσει με την δουλειά της αλλά με το μπούστο της. Είμαστε η ίδια χώρα στης οποίας το Κοινοβούλιο βουλευτής εκλέχθηκε η Ραχήλ Μακρή ή η Θεοδώρα Τζάκρη και που υπουργός έγινε με μοναδικό κριτήριο τα πλάνα μάτια της η Άτζελα Γκερέκου. Την ίδια στιγμή, ο Σταύρος Ξαρχάκος καταψηφίστηκε στις πρόσφατες εκλογές, η συμμετέχουσα σε αποστολές της NASA Χριστίνα Γιαννόπαπα ούτε καν στην πρώτη δεκάδα δεν κατόρθωσε να φθάσει, όταν εμείς στέλναμε στη Βουλή τον Θόδωρο Ζαγοράκη ή εξακολουθούμε να ψηφίζουμε την Έλενα Ράπτη. Μετά βεβαια γκρινιάζουμε. Ύστερα ζητούμε τα ρέστα από τους Γερμανούς και το «σύστημα». Το ότι όμως ψηφίζουμε με το Ciao, το ΟΚ ή το HELLO ανά χείρας το ξεχνάμε.

Πριν από μια εβδομάδα, πραγματοποιήθηκαν οι εορτασμοί για τα 25χρονα της πτώσης του τείχους. Στην Ελλάδα – όπως συνηθίζουμε – ελάχιστα ασχοληθήκαμε με το θεμελιώδες αυτό γεγονός που άλλαξε τη ρότα της Ευρώπης αλλά και τη δική μας ως χώρα. Εξάλλου πάντα μας αρέσει να πληρώνουμε τους λογαριασμούς που μας έρχονται και να γκρινιάζουμε πολύ μετά από την απομάκρυνση εκ του …ταμείου. Ας είναι όμως. Σήμερα δεν θα μιλήσουμε γι’ αυτά που εμείς κάνουμε λάθος. Θα δούμε την άλλη πλευρά του νομίσματος. Κακά λοιπόν τα ψέματα. Η Ευρώπη που γεννήθηκε μετά την ένωση των δύο Γερμανιών είναι αυτή που το Βερολίνο δημιούργησε. Πρόκειται για την Ευρώπη της Μέρκελ και του Σόιμπλε, η οποία όμως ξεκίνησε στα τέλη του ’80 ως η Ευρώπη του Κολ, του Μιτεράν και του Ντελόρ. Οι Γερμανοί είναι που σήμερα με αισιοδοξία, οικονομικό σφρίγος αλλά και μεγάλη πολιτική ατσαλοσύνη οδηγούν την ήπειρο μας σε έναν νέο διχασμό, έχοντας κατορθώσει δια των οικονομικών τους επιτευγμάτων να εκπαραθυρώσουν ακόμα και την παραδοσιακή ευρωπαϊκή υπερδύναμη, τη Γαλλία. Που 70 χρόνια μετά τη λήξη του Β Παγκοσμίου πολέμου δημιουργούν και πάλι τις προϋποθέσεις ώστε μέρος της Ε.Ε. να θεωρεί ότι οι Γερμανοί ουδέν έμαθαν, ουδέν κατανόησαν από την περιπέτεια στην οποία αρχικά υπέβαλλαν τον πλανήτη αλλά και δις στην οποία υποβλήθηκαν εκ της ήττας τους οι ίδιοι. 25 χρόνια μετά το γκρέμισμα στο δικό τους τείχος λοιπόν, αγνοώντας τον τρόπο με τον οποίο οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι τους συμπαραστάθηκαν, οι Γερμανοί αποφάσισαν να κτίσουν το δικό τους «νέο τείχος». Ένα τείχος που χωρίζει ξεκάθαρα την Ευρώπη  σε «καλό βορρά» και «κακό νότο». Με εμμονές από το παρελθόν και ποντάροντας σε μια Ευρώπη κατευθυνόμενη και πάλι από τους ίδιους ως αντιστάθμισμα της Ευρω-ατλαντικής Ευρώπης την οποία είχαμε συνηθίσει μεταπολεμικά, το Βερολίνο έχει ξεκάθαρα χαράξει εκ νέου μια αυτοκαταστροφική πορεία. Μια πορεία που αγνοεί εν μέρει την μοναδική – θέλουμε δεν θέλουμε – υπερδύναμη του πλανήτη, τις ΗΠΑ, που απομονώνει τις άλλες κουλτούρες χαρακτηρίζοντας αυτές από επικίνδυνες έως «μη χρήσιμες» καθότι «μη παραγωγικές» και που θέτει τα θεμέλια για ένα πολιτισμικό απαρτχάιντ εντός της Ευρωζώνης. Γιατί ας μην γελιόμαστε: για τους Γερμανούς χώρες όπως τα PIGS είναι από περιττές έως υποδεέστερες. Όποιος δεν παράγει, όποιος δεν περιστέλλει το κοινωνικό Κράτος (την ώρα που οι Γερμανοί το διατηρούν ακόμη ως κόρη οφθαλμού), όποιος επιδιώκει ανάπτυξη με άλλα εργαλεία, είναι παρείσακτος σε μια Ένωση που ολοένα περισσότερο λειτουργεί ως κλειστό club ξανθών και γαλαζομάτηδων βορειοευρωπαίων. Κι αν θεωρείτε πως όλα αυτά τα γράφω υπό την πίεση που η Ελλάδα υφίσταται τα τελευταία χρόνια, κάνετε λάθος. Τα ίδια τείχη είχαν κτίσει οι Γερμανοί στα τέλη της δεκαετίας του ’90 για τους περίφημους «Πολωνούς υδραυλικούς» καταγγέλλοντας την ενοποίηση προς ανατολάς, τα ίδια έλεγαν για τους προερχόμενους από τα Βαλκάνια Ρουμάνους και Βούλγαρους που ήθελαν να ενταχθούν στην Ε.Ε., ενώ ας μην ξεχνάμε και τη στάση του Βερολίνου στον πόλεμο της πρώην Γιουγκοσλαβίας που σε μεγάλο βαθμό υποδαύλισε τα πάθη μεταξύ Καθολικών Κροατών και Ορθοδόξων Σέρβων. Το μεθύσι λοιπόν από το πάρτι της γερμανικής επανένωσης καλά κρατεί εδώ και 25 χρόνια. Το ότι με τις λογικές τους όμως οι Γερμανοί ταπεινώνουν λαούς όπως οι Σύμμαχοι ταπείνωσαν τους ίδιους μετά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν θέλουν να το βλέπουν. Το ότι ενώ οι πατεράδες των Γερμανών είδαν τις πολεμικές αποζημιώσεις που έπρεπε να πληρώσουν να κουρεύονται με αποτέλεσμα να οδηγηθούν στο γερμανικό θαύμα του ’50 και ’60, δεν τους ευαισθητοποιεί για να πράξουν το ίδιο στις χειμαζόμενες από τα χρέη χώρες του νότου. Κι όλα αυτά διότι η πολιτική κληρονομιά του Μπίσμαρκ αλλά ενδεχομένως και των μεγάλων Γερμανών φιλοσόφων των τελών του 19ου αιώνα, η κληρονομιά των διαρκών αγώνων για επέκταση της Γερμανίας καθότι ποτέ δεν υπήρξε αποικιοκρατική δύναμη, φαίνεται πως έχουν κληρονομηθεί στους σύγχρονους Γερμανούς πολιτικούς που και πάλι ψάχνουν – αλλά με άλλα μέσα κι εργαλεία – «ζωτικό χώρο». 

Είναι της μοίρας μας γραφτό. Δεν εξηγείται διαφορετικά το «κισμέτ» επί το τουρκικότερο που κάθε φορά μας τυχαίνει. Δηλαδή η Ελλάδα να βρίσκεται σε πολιτικό αδιέξοδο, να κινδυνεύει εκ των έσω και τελικά ένα εθνικό πρόβλημα να είναι αυτό που αναδιατάσσει το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό. Το είδαμε το 1974, όταν η Χούντα των Συνταγματαρχών έπεσε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα λόγω του Αττίλα στην Κύπρο. Αυτό ήταν και το σημείο εκκίνησης της Γ Ελληνικής Δημοκρατίας. Αυτής δηλαδή που διαρκεί μέχρι σήμερα. Νομοτελειακά ο κύκλος αυτός 40 χρόνια μετά και υπό το βάρος των Μνημονίων και του οικονομικού αδιεξόδου ολοκληρώνεται. Τα πάντα δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Η Ελλάδα δεν είναι η χώρα που ήτανε, η κρίση μας γύρισε χρόνια πίσω, το πράγμα βρωμάει πως χρειάζεται μια κάπου είδους επανεκκίνηση. Ένα πολιτικό «restart». Το ερώτημα όμως είναι εάν και πάλι οι αισιόδοξοι οικονομικά και γεωστρατηγικά πάντα τσαμπουκάδες Τούρκοι κάνουν τη …ζημιά. Πληροφορίες μιλάνε για σχέδιο δύο κατευθύνσεων. Η μία αφορά την πόλωση των πραγμάτων στη Θράκη και την προσπάθεια συνδιαχείρισης της περιοχής από τους Μουσουλμάνους. Η άλλη – και πιο δύσκολη – είναι η προσπάθεια συνδιαχείρισης των κοιτασμάτων στην Κύπρο η οποία ενδέχεται να οδηγήσει και σε άλλες, πιο ακραίες καταστάσεις. Καταστάσεις κατά τις οποίες μπορεί να δούμε τους Τούρκους να προσαρτούν ακόμα και τη βόρεια Κύπρο σε αντίποινα της εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων. Σε μια τέτοια περίπτωση όμως κανένας δεν θα μπορεί να μιλάει για ομαλή πολιτική πορεία στη χώρα μας. Η κυβέρνηση θα έχει βρεθεί σε αδιέξοδο καθώς η τουρκική επιθετικότητα θα είναι παραπάνω από δεδομένη και υπό την από τα δεξιά της πίεση (βλέπε Χρυσή Αυγή) δύσκολα θα μπορεί να ελιχθεί. Ο τόπος ας μην ξεχνάμε πως δύσκολα χωνεύει δεύτερα Ίμια, παιδί των οποίων ήταν και η εθνικιστική Χρυσή Αυγή ή το ακροδεξιό ΛΑΟΣ με τα σημερινά του πρωτοπαλίκαρα Αδωνι Γεωργιάδη και Μάκη Βορίδη. Όμως οι εξελίξεις αφορούν και το Αριστερό μπλοκ. Ο κόσμος σε περίπτωση εθνικής περιπέτειας θα χρεώσει στην αξιωματική αντιπολίτευση την εμμονή της για συμβούλιο πολιτικών αρχηγών με θέμα τις εκλογές κι όχι για τα εθνικά θέματα. Δύσκολα – εάν οι Τούρκοι γίνουν πιο έμπρακτα απειλητικοί – θα κατανοήσουν την ανάγκη προσφυγής στις κάλπες ενώ ας μην ξεχνάμε πως πάντα οι εθνικές κρίσεις βοηθούν την εκάστοτε κυβέρνηση. Κάπως έτσι, σε μια στιγμή που κλιμακώνεται η ένταση και που οι γείτονες μας δείχνουν πιο απειλητικοί από ποτέ, αυτό που χρειάζεται είναι η εθνική ομοψυχία. Γιατί εάν δεν υπάρξει η αυτονόητη αυτή συνθήκη, τότε η 4η ελληνική Δημοκρατία και πάλι θα είναι μια γέννα δύσκολη

  Επειδή στην Ελλάδα διαχρονικά μας αρέσει ο Νίκος Ξανθόπουλος. Επειδή κλαίμε με την πρώτη ευκαιρία. Μόλις ο καθένας χάσει τη δουλειά του, ακόμα κι αν τον πληρώνουμε από την τσέπη μας για κάτι αχρείαστο. Που στεναχωριόμαστε μόλις η κάθε συντεχνιακή «σέχτα» αρχίσει τη μελούρα.   Επειδή κανένας δεν σεβάστηκε τους 1,5 εκατομμύρια ανέργους του ιδιωτικού τομέα.   Επειδή κανένας δεν σέβεται τους άλλους 2 εκατομμύρια εργαζόμενους στην ελεύθερη αγορά που παράγουν πλούτο υπό συνθήκες δύσκολες και που πληρώνουν όρους.   Επειδή πολύ μελάνι και πολύ …τραγούδι έπεσε για αυτές.   Ήλθε η ώρα να βάλουμε κάποια πράγματα σε τάξη.   Αν καταλάβαμε λοιπόν καλά, οι καθαρίστριες με την ανακοίνωσή τους υπέρ της κυρίας Δούρου λειτουργούν με δύο μέτρα και σταθμά. Μόνο και μόνο επειδή έχτισαν μια συμμαχία με την περιφερειάρχη Αττικής, τη βγάζουν «λάδι». Και τι μας λένε; Πως απαιτούν να προσληφθούν ΜΟΝΟ και ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ στο υπουργείο Οικονομικών. Αν δηλαδή, για παράδειγμα, η κυβέρνηση θελήσει να ελιχθεί και να τους προτείνει την εργασία σε κάποιον άλλο κρατικό φορέα, οι καθαρίστριες, είτε επειδή δεν θα τις βολεύει χιλιομετρικά η απόσταση, είτε εξαιτίας του ότι σε επιφάνεια τα νέα γραφεία που θα πρέπει να καθαρίζουν θα είναι μεγαλύτερα από αυτά του υπουργείου Οικονομικών, θα αρνηθούν να εργαστούν εκεί. Για τις καθαρίστριες, η κα Δούρου είναι η «συντρόφισσα». Γιατί απλά χάιδεψε τα αυτιά τους. Γιατί πήγε με τα νερά τους. Τι κι αν κάνει ακριβώς το ίδιο με αυτό που έπραξαν οι Γιάννης Στουρνάρας και Γκίκας Χαρδούβελης; Για αυτές, η υπόθεση Περιφέρεια Αττικής είναι μακριά. Δεν τις αφορά. Δεν είναι το δικό τους πρόβλημα. Κινούμενες στη λογική «τι με νοιάζει αν καίγεται το σπίτι του διπλανού αφού δεν είναι το δικό μου», οι καθαρίστριες θέλησαν να κατοχυρώσουν το δικό τους χωραφάκι. Όμως αυτό συμβαίνει την ίδια ώρα που διεκδικούν την στήριξη μιας ολόκληρης κοινωνίας. Που απαιτούν από όλους μας «συμπαράταξη» και «κοινές διεκδικήσεις». Ε, αυτός λοιπόν είναι ο δημόσιος τομέας στη χώρα μας, και καλό θα είναι άπαντες να το καταλάβουν. Πρόκειται για τους εργαζόμενους εκείνους που θεωρούν πως ανήκουν σε έναν άλλο πλανήτη. Πως η κοινωνία τους χρωστάει κι από πάνω. Πως θα πρέπει εκείνοι να καθορίζουν το πού, το πώς και το με πόσα θα εργάζονται.

Λυπάμαι που το λέω. Όμως τελικά αυτό είναι. Επικίνδυνοι. Αναφέρομαι στους εγκεφάλους της οδού Νίκης. Όλους εκείνους που «εφευρίσκουν» φόρους. Αλλά και στους πολιτικούς τους προϊσταμένους. Η νέα φοροεπιδρομή σε εταιρικά κινητά, αυτοκίνητα και κάρτες και το χαράτσι παροχών που ετοιμάζεται με αναδρομική μάλιστα ισχύ ως προς τις παροχές σε είδος από τις επιχειρήσεις, αποδεικνύει αυτό που λέγαμε και με την υπόθεση του ΕΝΦΙΑ. Πως δηλαδή κάποιοι στο υπουργείο Οικονομικών δρουν σε λογική πέμπτης φάλαγγας και επί της ουσίας θέλουν να ρίξουν με τις πράξεις τους τη δικομματική κυβέρνηση. Δεν εξηγείται αλλιώς το πράγμα. Μετά τους δικηγόρους, τους γιατρούς, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους ιδιοκτήτες ακινήτων, την επονομαζόμενη ραχοκοκαλιά της Νέας Δημοκρατίας ή αλλιώς τον «αστικό ιστό» οι εγκέφαλοι παρά τω Χαρδούβελη τα έβαλαν και με τους ανθρώπους που παράγουν (σ.σ. τους μόνους δηλαδή) κάτι σε αυτόν τον τόπο. Τον ιδιωτικό τομέα. Με τη μεταβίβαση φορολογικού κόστους από τις επιχειρήσεις προς τους εργαζόμενους και τα στελέχη της αγοράς, η ΝΔ είναι πλέον σαν να πετάει λευκή πετσέτα και να λέει πως «τον αστικό κόσμο δεν τον χρειάζομαι». Σαν να επιβεβαιώνει δηλαδή την πορεία της προς την ήττα όποτε κι αν γίνουν εκλογές. Μετά από έναν άθλιο ανασχηματισμό με λαϊκοδεξιά στοιχεία που έδειξε πως δεν ενδιαφέρεται για το μεταρρυθμιστικό κέντρο, η ΝΔ ολοένα περισσότερο θυμίζει εκείνες τις ποδοσφαιρικές ομάδες που όταν στο σκορ είναι μπροστά όλα πάνε πρίμα, άμα όμως φάνε το γκολ της ισοφάρισης ή βρεθούν πίσω στο σκορ βραχυκυκλώνουν. Βρέθηκε λοιπόν «πίσω στο σκορ» με τις Ευρωεκλογές ο Αντώνης Σαμαράς και τώρα κάνει το ένα λάθος πίσω από το άλλο. Με το να χάνει όμως η αστική παράταξη το ένα έρεισμα πίσω από το άλλο, νομίζω πως οι εκλογές θα είναι μια διαδικασία οδυνηρή. Μια εμπειρία τραγική που θα δώσει μεγάλο προβάδισμα νίκης στις ριζοσπαστικές δυνάμεις αλλά – το χειρότερο – μια ηχηρή και ίσως μια ανατάξιμη ήττα στις μεταρρυθμιστικές δυνάμεις της χώρας.