Σαν σήμερα το 1999 ο Γενικός Δείκτης του ελληνικού χρηματιστηρίου έφθασε ενδοσυνεδριακά τις 6.484,38 μονάδες για να κλείσει στο τέλος της συνεδρίασης στις 6.355,04 μονάδες ένα ρεκόρ που παραμένει ακατάρριπτο επί 27 χρόνια. Στη συνεδρίαση του ιστορικού ρεκόρ άλλαξαν χέρια μετοχές αξίας 613 δισ. δραχμών, δηλαδή σχεδόν 1,8 δισ. ευρώ. Η κεφαλαιοποίηση της αγοράς είχε εκτοξευθεί στα 212,8 δισ. ευρώ, ποσό ίσο με το 182% του ελληνικού ΑΕΠ.
Η Αθήνα —και μαζί της ολόκληρη η Ελλάδα— ζούσε στους ρυθμούς του ταμπλό. Τα τηλέφωνα των χρηματιστηριακών γραφείων χτυπούσαν ασταμάτητα, οι οικονομικές εφημερίδες εξαντλούνταν και τα τηλεοπτικά δελτία παρακολουθούσαν λεπτό προς λεπτό τις τιμές των μετοχών με την κορδέλα των τιμών να διατρέχει συνεχώς την οθόνη της τηλεόρασης και «ειδικούς» να σχολιάζουν τα δρώμενα σαν αθλητική εκπομπή. Περίπου 1,5 εκατομμύριο πολίτες διέθεταν επενδυτικό κωδικό, έναντι συνολικά 4,5 εκατομμυρίων εργαζομένων. Περισσότερες από 1.000 εταιρείες λήψης και διαβίβασης εντολών είχαν εμφανιστεί σε πόλεις και χωριά, μεταφέροντας τη «Σοφοκλέους» μέχρι την τελευταία γωνιά της χώρας. Εντολές αγορών δίνονταν από καφενεία, παραλίες, στρατόπεδα ακόμα και από στάνες σε ορεινές περιοχές. Το μόνο που χρειάζονταν να έχει κάποιος ήταν ένα χρηματιστηριακό κωδικό καθώς οι χρηματιστηριακές εταιρίες έδιναν άπειρη πίστωση για άπειρο χρόνο. Η διεκπεραίωση των συναλλαγών ξεκινούσε από το κλείσιμο της συνεδρίασης (13:30) και διαρκούσε σχεδόν μέχρι το πρωί της επόμενης ημέρας. Υπήρχαν χρηματιστηριακές εταιρίες που δεν έκλειναν ποτέ προκειμένου να διεκπεραιώσουν τον όγκο της δουλειάς καθώς οι περισσότερες εταιρίες είχαν μετοχές έγχαρτες.
Το εντυπωσιακό στοιχείο ήταν η ταχύτητα ολόκληρης της διαδρομής: οι 4.000 μονάδες είχαν κατακτηθεί στις 7 Μαΐου, οι 5.000 στις 23 Αυγούστου και οι 6.000 μόλις στις 13 Σεπτεμβρίου.
Το αφήγημα εκείνης της εποχής έμοιαζε ακαταμάχητο. Η Ελλάδα βάδιζε προς την ΟΝΕ, τα επιτόκια υποχωρούσαν, οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 υπόσχονταν έργα και ανάπτυξη, ενώ η διεθνής «Νέα Οικονομία» που πατούσε πάνω στην δημιουργία εμπορικών εφαρμογών στο διαδίκτυο καλλιεργούσε την εντύπωση ότι οι παλιοί κανόνες αποτίμησης είχαν καταργηθεί. Φήμες για εξαγορές, αυξήσεις κεφαλαίου και επιχειρηματικές συμφωνίες αρκούσαν για να οδηγήσουν μετοχές καθημερινά στο τότε ανώτατο όριο ανόδου του 8%.
Η απλή σύγκριση των μονάδων του Γενικού Δείκτη δεν αποτυπώνει πάντως την πραγματικότητα. Από το 1999 έχουν υπάρξει αλλαγές στην σύνθεση του δείκτη, το μωσαϊκό των εισηγμένων εταιριών, το θεσμικό πλαίσιο, την συμμετοχή των θεσμικών και αλλοδαπών κεφαλαίων και τα θεμελιώδη της οικονομίας και των εταιριών. Το 1999 παραμένει η βαριά σκιά μιας υπόσχεσης εύκολου πλουτισμού, ενισχυμένης από τις απαραίτητες δόσεις υπερβολής που διαχρονικά χαρακτηρίζουν το ελληνικό χρηματιστηριακό ταπεραμέντο.
Η πιθανότητα να δει η σημερινή γενιά επενδυτών τον Γενικό Δείκτη να επιστρέφει στα ιστορικά υψηλά του 1999 φαντάζει περιορισμένη, καθώς, με τα σημερινά δεδομένα, μια τέτοια άνοδος θα προϋπέθετε χρηματιστηριακή αξία της τάξης των 450 δισ. ευρώ. Οι αγορές, όμως, υπάρχουν κυρίως για να διαψεύδουν τις βεβαιότητες. Ποιος θα περίμενε ότι, μετά τα «πέτρινα χρόνια» της προηγούμενης δεκαετίας, θα ακολουθούσε μια περίοδος επιστροφής της επενδυτικής βαθμίδας, ισχυρής εταιρικής κερδοφορίας, υψηλών μερισμάτων και επανένταξης της Αθήνας στον χάρτη των ανεπτυγμένων αγορών; Οι 6.355 μονάδες μπορεί σήμερα να μοιάζουν μακρινές. Στο Χρηματιστήριο, όμως, η απόσταση ανάμεσα στο αδιανόητο και στο πραγματικό είναι συχνά μικρότερη από όσο πιστεύουμε.

Διαβάστε ακόμη
Παραγωγικότητα: Πώς οι επιχειρήσεις μπορούν να μετρούν την αξία που δημιουργούν (pics)
Τι είδαν Metlen και Motor Oil στις Joule και Satori Analytics
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.