Με απώλειες σχεδόν 25% από την έναρξη της σύγκρουσης, ο χρυσός συγκαταλέγεται στις επενδύσεις με τις χειρότερες επιδόσεις. Όπως επισημαίνεται σε ανάλυση της Handelsblatt, αυτή η πτώση αυτή προκαλεί έκπληξη, καθώς ιστορικά οι πόλεμοι και η αβεβαιότητα ενίσχυαν τη ζήτηση για το πολύτιμο μέταλλο. Ωστόσο, τονίζεται ότι παρά τη μεταβολή αυτή, οι επενδυτές δεν θα πρέπει να αγνοούν τον χρυσό, καθώς εξακολουθεί να διαθέτει μια ισχυρή και σταθερή βάση αγοραστών.
Με βάση την κλασική οικονομική θεωρία, οι ισραηλινοαμερικανικές πυραυλικές επιθέσεις που ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου θα έπρεπε να είχαν οδηγήσει την τιμή του χρυσού ακόμη υψηλότερα. Άλλωστε, μέσα σε μόλις τρία χρόνια η αξία του είχε υπερδιπλασιαστεί, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η πρόσφατη σημαντική διόρθωση.
Ωστόσο, πολλοί επενδυτές ανησυχούν ότι η σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές πετρελαίου, γεγονός που θα ενισχύσει τον πληθωρισμό και θα αναγκάσει τις κεντρικές τράπεζες να αυξήσουν τα επιτόκια. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο χρυσός, που δεν αποδίδει τόκο, γίνεται λιγότερο ελκυστικός σε σχέση με επενδύσεις όπως οι καταθέσεις ή τα ομόλογα που προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις.
Πλέον, το επίκεντρο της αγοράς δεν είναι τόσο οι διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου όσο οι ανησυχίες για τα επιτόκια. Οι φόβοι αυτοί ενισχύθηκαν μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του νέου προέδρου της Fed, Κέβιν Γουόρς, ο οποίος υπογράμμισε τη σημασία της σταθερότητας των τιμών.
Πολλοί επενδυτές εξέλαβαν τις δηλώσεις αυτές ως ένδειξη ότι ενδέχεται να υπάρξει νέα αύξηση των επιτοκίων. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα αιφνιδίαζε τις αγορές, καθώς ο Γουόρς ήταν η προσωπική επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος στο παρελθόν είχε επανειλημμένα ζητήσει σημαντικές μειώσεις επιτοκίων, ασκώντας έντονη κριτική στον προκάτοχο του Γουόρς, Τζερόμ Πάουελ, και πιέζοντας για την αποχώρησή του.
Επιπλέον, αρνητικός παράγοντας για τον χρυσό αποτελεί η αβεβαιότητα γύρω από την επικοινωνιακή στρατηγική της Federal Reserve. Η αμερικανική κεντρική τράπεζα σχεδιάζει να εγκαταλείψει τη λεγόμενη forward guidance, δηλαδή την πρακτική παροχής σαφών ενδείξεων προς τις αγορές για τη μελλοντική πορεία της νομισματικής πολιτικής.
Παρ’ όλα αυτά, ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που στηρίζουν τον χρυσό παραμένει αμετάβλητος: η ραγδαία αύξηση του δημόσιου χρέους. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το δημόσιο χρέος αυξάνεται σήμερα με ρυθμό περίπου 8% ετησίως. Αυτό ενισχύει την άποψη ότι ο χρυσός, σε αντίθεση με το χαρτονόμισμα, δεν μπορεί να δημιουργηθεί απεριόριστα και συνεπώς διατηρεί μακροπρόθεσμα μεγαλύτερη αξία.
Την εικόνα αυτή επιβεβαιώνει και η τελευταία έρευνα του World Gold Council μεταξύ κεντρικών τραπεζών παγκοσμίως. Σχεδόν 9 στις 10 κεντρικές τράπεζες εκτιμούν ότι τα αποθέματα χρυσού των κεντρικών τραπεζών διεθνώς θα αυξηθούν μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες. Παράλληλα, 45% των ερωτηθέντων –το υψηλότερο ποσοστό από την έναρξη της έρευνας το 2018– προβλέπει ότι και η δική του κεντρική τράπεζα θα ενισχύσει τα αποθέματα χρυσού.
Κύριος στόχος είναι η μεγαλύτερη διαφοροποίηση των συναλλαγματικών αποθεμάτων και η μείωση της εξάρτησης από το αμερικανικό δολάριο. Αν οι κεντρικές τράπεζες υλοποιήσουν τις προθέσεις τους, υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες η πτώση της τιμής του χρυσού να ανακοπεί.
Ωστόσο, οι πρόσφατες απώλειες υπενθυμίζουν ότι ο χρυσός δεν προσφέρει τόκους, εταιρικά κέρδη ή μερίσματα. Αυτά τα χαρακτηριστικά εξακολουθούν να καθιστούν τις μετοχές και τα ομόλογα τις βασικές επιλογές για τους περισσότερους επενδυτές, ενώ ο χρυσός παραμένει περισσότερο ένα μέσο διαφοροποίησης του επενδυτικού χαρτοφυλακίου παρά η κύρια επένδυση.
Διαβάστε ακόμη
Loro Piana: Ο οίκος μόδας που ντύνει το σπίτι με κασμίρι
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.