Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Το κόστος δανεισμού της αμερικανικής κυβέρνησης έχει ανέλθει στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών, πυροδοτώντας ανησυχίες ότι το αυξανόμενο χρέος της χώρας θα μπορούσε τελικά να προκαλέσει δημοσιονομική κρίση.

Η απόδοση των 10ετών ομολόγων του Δημοσίου, που αποτελεί σημείο αναφοράς, βρίσκεται πλέον σταθερά πάνω από το 5%, ενώ το καθαρό κόστος τόκων της κυβέρνησης εκτιμάται σε περίπου 1,05 τρισεκατομμύρια δολάρια για τους πρώτους 11 μήνες του οικονομικού έτους 2026.

Οι αναλυτές εκφράζουν ανησυχίες για τον φαύλο κύκλο της αύξησης του χρέους και των υψηλότερων αποδόσεων. Η Μάγια ΜακΓκίνις, πρόεδρος τoυ Committee for a Responsible Federal Budget, ενός αμερικανικού think tank, προειδοποίησε ότι το υψηλότερο κόστος δανεισμού κινδυνεύει να γίνει αυτοενισχυόμενο, καθώς τα αυξανόμενα έξοδα τόκων αναγκάζουν την κυβέρνηση να δανειστεί ακόμη περισσότερα.

Ορισμένοι αναλυτές της αγοράς ομολόγων, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι οι ΗΠΑ απέχουν αρκετά από ένα σημείο δημοσιονομικής κατάρρευσης και ότι η πρόσφατη άνοδος των αποδόσεων μπορεί να οφείλεται εξίσου στην εκπληκτικά ανθεκτική οικονομία όσο και στους φόβους για το δημόσιο χρέος.

Ένα σημαντικό αποθεματικό ασφαλείας είναι το γεγονός ότι η Ουάσινγκτον δεν χρειάζεται να αναχρηματοδοτήσει αμέσως το σύνολο του χρέους της με τα σημερινά υψηλότερα επιτόκια, ανέφεραν οι αναλυτές της TD Securities.

Η σταθμισμένη μέση διάρκεια του κρατικού χρέους των ΗΠΑ είναι περίπου 5,9 έτη, πράγμα που σημαίνει ότι τα υψηλότερα κόστη δανεισμού μετακυλίονται σταδιακά, καθώς τα υφιστάμενα ομόλογα λήγουν και εκδίδεται νέο χρέος. To μέσο τοκομερίδιο των κρατικών τίτλων, εξαιρουμένων των γραμματίων, παραμένει μόλις στο 3,1%, σύμφωνα με την TD Securities.

Ίσως το πιο σημαντικό είναι ότι το μέσο επιτόκιο του αμερικανικού χρέους, στο 3,4% περίπου, παραμένει κάτω από το ρυθμό με τον οποίο αναπτύσσεται η οικονομία σε ονομαστικούς όρους. Το ονομαστικό ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξήθηκε με ετήσιο ρυθμό 8,5% το β’ τρίμηνο, σύμφωνα με την τελευταία εκτίμηση του Γραφείου Οικονομικής Ανάλυσης. Αυτό συμβάλλει στο να παραμείνει το βάρος του χρέους διαχειρίσιμο, ακόμη και αν τα ελλείμματα παραμένουν μεγάλα, ανέφερε η TD.

Ο Μάθιου Ρις, επικεφαλής παγκόσμιων στρατηγικών ομολόγων στην L&G Asset Management, δήλωσε επίσης ότι οι φόβοι για μια επικείμενη δημοσιονομική κρίση στις ΗΠΑ ήταν «υπερβολικοί».

«Υπάρχουν βάσιμες ανησυχίες ότι οι ΗΠΑ, μαζί με πολλές άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες, θα υποστούν τις αρνητικές επιπτώσεις ενός φαύλου κύκλου που προκαλείται από τα υψηλότερα κόστη απόδοσης, τα οποία αυξάνουν το δημοσιονομικό τους βάρος καθώς αναχρηματοδοτούν το χρέος τους και χρηματοδοτούν το δημοσιονομικό τους έλλειμμα», δήλωσε στο CNBC.

«Ωστόσο, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διατηρούν μεγάλο μέρος του υπερβολικού προνομίου του δολαρίου ΗΠΑ και του ρόλου τους ως της οικονομίας με τη μεγαλύτερη ρευστότητα και την υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση. Επομένως, απέχουμε αρκετά από μια δημοσιονομική κρίση», προσέθεσε.

Ο αρνητικός κύκλος ανατροφοδότησης γίνεται πιο επικίνδυνος όταν η ονομαστική οικονομική ανάπτυξη πέφτει σε χαμηλά επίπεδα, προκαλώντας τη συνεχή αύξηση του χρέους σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας, ανέφερε ο Ρις. Ωστόσο, το υψηλό χρέος από μόνο του δεν προκαλεί απαραίτητα κρίση.

Το ομοσπονδιακό χρέος που κατέχει το κοινό προβλέπεται να ανέλθει σε περίπου 101% του ΑΕΠ κατά το οικονομικό έτος 2026, σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου. Αν και αυτή η πορεία αρκεί για να διατηρήσει την ανησυχία των επενδυτών, η TD Securities δεν θεωρεί ότι μια δημοσιονομική κρίση είναι επικείμενη.

Επιπλέον, τα δημοσιονομικά ενδέχεται να μην αποτελούν καν τον κύριο λόγο για τον οποίο οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί τόσο απότομα.

Η TD επεσήμανε την ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη, τις προσδοκίες για αυξήσεις των επιτοκίων από την Fed, τις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου, την έκδοση εταιρικών ομολόγων και την αναδιάρθρωση των χαρτοφυλακίων από επενδυτές που επιδιώκουν γρήγορα κέρδη, παράλληλα με τις δημοσιονομικές ανησυχίες, ως παράγοντες που ωθούν τις αποδόσεις προς τα πάνω.

Ο Ίαν Λίνγκεν, επικεφαλής της στρατηγικής επιτοκίων των ΗΠΑ στην BMO Capital Markets, επεσήμανε επίσης την ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας ως σημαντικό παράγοντα για την άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων.

Στην έρευνα της BMO, μόλις το 1% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι η αγορά εργασίας θα ήταν ο πρώτος τομέας που θα παρουσίαζε σαφή σημάδια πίεσης από την άνοδο των πραγματικών επιτοκίων. Ο τομέας της στέγασης κατέλαβε την πρώτη θέση με 42%, ακολουθούμενος από τις μετοχές με 26% και τα εταιρικά ομόλογα με 21%.

Η εικόνα θα μπορούσε, ωστόσο, να αλλάξει, εάν τα υψηλότερα επιτόκια αρχίσουν τελικά να προκαλούν σημαντική ζημιά στην οικονομία ή στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ο Λίνγκεν ανέφερε ότι «ο μόνος διαρκής περιοριστικός παράγοντας για ακόμη υψηλότερες αποδόσεις ομολόγων θα ήταν αδιαμφισβήτητα στοιχεία ότι είτε η οικονομία είτε τα περιουσιακά στοιχεία υψηλού κινδύνου υποκύπτουν υπό την πίεση των αυξημένων δαπανών δανεισμού».

Διαβάστε ακόμη 

Ευρωπαϊκό «πράσινο φως» αποκλειστικά για την Ελλάδα στη ρήτρα διαφυγής για την ενέργεια

Μυτιληναίος: Η Κομισιόν οδηγεί ξανά σε απόγνωση τις βιομηχανίες ανακύκλωσης αλουμινίου – Ηχηρή παρέμβαση

Fed: Τα χρέη των Αμερικανών εκπέμπουν σήμα κινδύνου που παραπέμπτει στην εποχή της Μεγάλης Υφεσης

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ