Πτωτικές τάσεις κυριάρχησαν την Πέμπτη στη Wall Street, με τις μετοχές των κατασκευαστών ημιαγωγών να ηγούνται των απωλειών, καθώς δημοσίευμα για τα έσοδα της OpenAI ενέτεινε τις ανησυχίες ότι οι τεράστιες δαπάνες για την τεχνητή νοημοσύνη (AI) καθίστανται ολοένα δυσκολότερο να δικαιολογηθούν.
Στο ταμπλό, ο Nasdaq έκανε βουτιά 1,25% στις 27.193 μονάδες και ο S&P 500 διολίσθησε σε ποσοστό 0,47% και τις 7.765 μονάδες. Ο Dow Jones, αντιθέτως, κατάφερε να «γυρίσει» σε θετικό έδαφος κοντά στο φώτο φίνις με ελαφρά αύξηση 0,10% στις 51.231 μονάδες.
Η αγορά ομολόγων παρέμεινε σε τροχιά σταθεροποίησης για δεύτερη συνεδρίαση με παράγοντα-κλειδί μια επιτυχημένη δημοπρασία 30ετών ομολόγων.
Συγκεκριμένα, η δημοπρασία 30ετών κρατικών ομολόγων ύψους 22 δισ. δολαρίων, της μεγαλύτερης διάρκειας τίτλων που εκδίδει το αμερικανικό Δημόσιο, συνάντησε θετική ανταπόκριση από τους επενδυτές, επιβεβαιώνοντας την εικόνα ισχυρής ζήτησης που είχε καταγραφεί και στη δημοπρασία 10ετών ομολόγων που διεξήχθη χθες.
Έτσι, οι αποδόσεις αποκλιμακώθηκαν, με το 30ετές να πέφτει περίπου έξι μονάδες βάσης, στο 5,604%, απομακρυνόμενο από τα υψηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί από το 2002 και το 10ετές μειώθηκε στο 5,229%.
«Η ζήτηση (στη δημοπρασία) διατηρήθηκε σε ικανοποιητικά επίπεδα», σχολίασε η Μόλι Μπρουκς, αναλύτρια στρατηγικής επιτοκίων της TD Securities. «Είναι ένα θετικό σημάδι για όσους επιθυμούν να αρχίσουν να επιστρέφουν σταδιακά στις τοποθετήσεις σε μακροπρόθεσμα ομόλογα», πρόσθεσε.
Την ίδια ώρα, ωστόσο, το sell-off στις τεχνολογικές μετοχές με επίκεντρο κυρίως τις εταιρείες ημιαγωγών επηρέασε αρνητικά το κλίμα. Αίτια στάθηκαν οι πληροφορίες ότι τα έσοδα της εταιρείας που δημιούργησε το ChatGPT θα είναι χαμηλότερα από ορισμένες εκτιμήσεις που είχαν δημοσιοποιηθεί πρόσφατα.
Σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα των Financial Times, η OpenAI βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης ετησιοποιημένων εσόδων ύψους περίπου 50 δισ. δολαρίων, με βάση τις τρέχουσες επιδόσεις της, ήτοι πολύ χαμηλότερα από τα 70 δισ. δολάρια που είχαν αναφέρει μέσα ενημέρωσης τον περασμένο μήνα.
Η σημαντική απόκλιση μεταξύ των δύο μεγεθών προκάλεσε προβληματισμό στην επενδυτική κοινότητα, η οποία προσπαθεί να αξιολογήσει κατά πόσο η ανάπτυξη της ζήτησης για υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να στηρίξει τις τεράστιες επενδύσεις που πραγματοποιούνται στον κλάδο.
Οι επενδυτές αναρωτιούνται πλέον για πόσο ακόμη μπορεί να διατηρηθεί ο σημερινός ρυθμός δαπανών για την AI, ιδιαίτερα καθώς τα επενδυτικά σχέδια των επιχειρήσεων δέχονται πιέσεις από την άνοδο του κόστους δανεισμού.
«Με άλλα λόγια, οι επενδυτές αρχίζουν να αντιμετωπίζουν με κάποια επιφυλακτικότητα το πόσο μπορεί να διαρκέσει αυτό το τεράστιο κύμα δαπανών για την τεχνητή νοημοσύνη, καθώς το κόστος δανεισμού αυξάνεται σημαντικά», δήλωσε ο Ματ Μάλεϊ της Miller Tabak.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street η Broadcom επιδιώκει να εξασφαλίσει χρηματοδότηση άνω των 50 δισ. δολαρίων για τον εξειδικευμένο επεξεργαστή τεχνητής νοημοσύνης που αναπτύσσει από κοινού με την OpenAI, δημιουργό του ChatGPT.
Παράλληλα, σύμφωνα με την ίδια εφημερίδα, η Oracle βρίσκεται σε συζητήσεις με το fund της Apollo και την Goldman Sachs για τη χρηματοδότηση μιας μεγάλης αγοράς ημιαγωγών.
Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, οι Financial Times είχαν αναφέρει, επίσης, ότι η SpaceX του Έλον Μασκ βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με πιστωτές για την εξασφάλιση κολοσσιαίας χρηματοδότησης ύψους 40 δισ. δολαρίων, προκειμένου να αγοράσει επεξεργαστές της Nvidia.
Οι κινήσεις αυτές αναδεικνύουν το μέγεθος των κεφαλαίων που απαιτούνται για την ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και τις αυξανόμενες ανησυχίες για τις επιπτώσεις του δανεισμού στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Πάντως, παρά τα ερωτηματικά αυτά, η UBS σε νέο σημείωμα της επανέλαβε τη θετική εκτίμηση της για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της τεχνητής νοημοσύνης.
«Διατηρούμε ισχυρή πεποίθηση για την αναπτυξιακή δυναμική της AI και πιστεύουμε ότι οι επενδύσεις που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό παράγοντα στήριξης για την ευρύτερη χρηματιστηριακή αγορά», ανέφερε η Ουλρίκε Χόφμαν-Μπούρχαρντι, από το τμήμα επενδυτικών αναλύσεων της UBS.
Ωστόσο, όπως επεσήμανε, η αυξανόμενη συγκέντρωση των χρηματιστηριακών κερδών σε περιορισμένο αριθμό εταιρειών καθιστά ακόμη σημαντικότερη τη διαχείριση κινδύνου μέσω ενός ευρέως διαφοροποιημένου χαρτοφυλακίου μετοχών.
«Τα συνεχιζόμενα ερωτήματα σχετικά με τις αποδόσεις των επενδύσεων, την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης, τη χρηματοδότηση και την υλοποίηση των σχεδίων θα μπορούσαν επίσης να συμβάλουν σε περιόδους μεταβλητότητας, ιδιαίτερα όσο οι υψηλές αποδόσεις των ομολόγων αυξάνουν το κόστος κεφαλαίου», προειδοποίησε.
Οι επενδυτές παρακολουθούν παράλληλα τις τελευταίες δηλώσεις αξιωματούχων της Fed, αναζητώντας ενδείξεις για την πορεία της νομισματικής πολιτικής.
Ο διοικητής, Κρίστοφερ Γουόλερ, δήλωσε ότι πιθανότατα θα χρειαστούν νέες αυξήσεις επιτοκίων, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι οι αξιωματούχοι διαθέτουν κάποια ευελιξία ως προς τον χρόνο των παρεμβάσεων. Όπως εξήγησε, δεν είναι απαραίτητο οι αυξήσεις να πραγματοποιούνται σε διαδοχικές συνεδριάσεις νομισματικής πολιτικής.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της Fed του Σεντ Λούις, Αλμπέρτο Μουσαλέμ, άφησε να εννοηθεί ότι τα επιτόκια θα πρέπει να αυξηθούν μέσα στους επόμενους έξι έως εννέα μήνες. Αν και απέφυγε να ταχθεί υπέρ μιας αύξησης ήδη από τη συνεδρίαση του τρέχοντος μήνα.
Οι τοποθετήσεις αυτές ενισχύουν την προσοχή των επενδυτών απέναντι στο κόστος χρηματοδότησης, σε μια περίοδο κατά την οποία οι μεγάλες τεχνολογικές επιχειρήσεις χρειάζονται ολοένα περισσότερα κεφάλαια για την ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης.
Θυμίζουμε κιόλας πως τα πρακτικά της συνεδρίασης του Σεπτεμβρίου, που δημοσιεύτηκαν χθες, έδειξαν ότι οι περισσότεροι αξιωματούχοι τάχθηκαν υπέρ νέας αύξησης των επιτοκίων μέχρι τα τέλη της χρονιάς. Αν και πολλά θα εξαρτηθούν από τη ροή των οικονομικών στοιχείων, με επίκεντρο την αγορά εργασίας και βέβαια τον πληθωρισμό.
Ειδικά για τον τελευταίο, βέβαια, οι προοπτικές δεν είναι ευοίωνες όσο μαίνεται η ενεργειακή κρίση λόγω Μέσης Ανατολής και Στενών του Ορμούζ.
Το ράλι του πετρελαίου αναζωπυρώθηκε σήμερα λόγω των νέων επιθέσεων από τους Χούθι με το Brent να εκτινάσσεται πάνω από τα 105 δολάρια, ωστόσο οι τιμές περιορίστηκαν κάπως μετά τη δήλωση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να επιτεθούν στο Ιράν πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Μάλιστα, ο Τραμπ υποστήριξε πως οι ΗΠΑ βρίσκονται και σε παραγωγικές συνομιλίες με την Τεχεράνη.
Έτσι η προθεσμιακή τιμή του Brent συμβολαίων Δεκεμβρίου «έκλεισε» στα 104,28 δολάρια με άνοδο 4% και το αμερικανικό αργό WTI στα 91,49 δολάρια το βαρέλι.
Σε επίπεδο μετοχών, στην πλευρά των κερδισμένων βρέθηκε η Chipotle Mexican Grill μετά το δημοσίευμα των Financial Times ότι η Starbucks είχε εξετάσει το ενδεχόμενο εξαγοράς της αλυσίδας εστίασης. Το ενδιαφέρον για μια πιθανή συμφωνία ενίσχυσε τις προσδοκίες των επενδυτών για την αποτίμηση της Chipotle. Πάντως, η μετοχή της Starbucks έχασε έδαφος.
Σημαντικά κέρδη και για τη Marathon Petroleum, η οποία επωφελήθηκε από τη γενικότερη ενίσχυση του ενεργειακού κλάδου, καθώς η άνοδος του πετρελαίου αναζωπυρώνει το ενδιαφέρον για τις εταιρείες διύλισης. Στο ίδιο κλίμα, η APA Corporation, καθώς οι υψηλότερες τιμές του αργού βελτιώνουν τις προσδοκίες για τα έσοδα των παραγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Κερδοφόρα ήταν, επίσης, η πορεία PepsiCo, καθώς τα τριμηνιαία αποτελέσματά της ξεπέρασαν τις προβλέψεις των αναλυτών, αντισταθμίζοντας τις επιφυλάξεις που προκάλεσε η υποβάθμιση των εκτιμήσεων για την ετήσια κερδοφορία της.
Στον αντίποδα, κύμα ρευστοποιήσεων έπληξε τον τεχνολογικό κλάδο και τους ημιαγωγούς με τον Philadelphia Semiconductor Index, τον βασικό χρηματιστηριακό δείκτη του κλάδου, να καταγράφει βουτιά που ξεπέρασε το 3,3%.
Στο επίκεντρο του sell-off βρέθηκαν η Broadcom, η Micron Technology και η Nvidia, ενώ απώλειες κατέγραψαν επίσης οι AMD, Intel, Marvell και Arm Holdings.
Διαβάστε ακόμη
Αποθήκευση ενέργειας: Η HELLENiQ ENERGY ενεργοποιεί το πρώτο μεγάλο πάρκο μπαταριών στη Θεσσαλονίκη
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
