Η γεωπολιτική αβεβαιότητα οδήγησε σε μείωση της ζήτησης για τραπεζικό δανεισμό και σε αυστηρότερους όρους χορήγησης πιστώσεων για τις επιχειρήσεις της Eυρωζώνης που εξάγουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με ανάλυση οικονομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που δημοσιεύτηκε στο blog της Τράπεζας.
Η ανάλυση επισημαίνει ότι οι αλλαγές στην παγκόσμια εμπορική πολιτική και η κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων έχουν αυξήσει τους πιστωτικούς κινδύνους για τις τράπεζες, καθώς οι εξαγωγικές επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με ασταθή ζήτηση, διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού, πιέσεις στα περιθώρια κέρδους και δυσκολότερη εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων.
Οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες, οι οποίες συγκαταλέγονται στις επιχειρήσεις που έχουν πληγεί περισσότερο από την επιβολή δασμών, βρέθηκαν αντιμέτωπες με αυστηρότερα πιστωτικά κριτήρια, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω τα διαρθρωτικά προβλήματα που ήδη αντιμετωπίζουν, επεσήμαναν οι οικονομολόγοι με επικεφαλής την Πέτρα Κέλερ-Ούλμπριχ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, οι τράπεζες που έχουν μεγαλύτερη έκθεση σε επιχειρήσεις οι οποίες εξάγουν στις ΗΠΑ ήταν εκείνες που περιόρισαν περισσότερο τη χορήγηση νέων δανείων μετά τον Απρίλιο του 2025, όταν κορυφώθηκαν οι ανησυχίες για την επιβολή αμερικανικών δασμών.

Σε άλλες περιπτώσεις, οι τράπεζες διατήρησαν αμετάβλητους τους όρους χρηματοδότησης, αλλά ενίσχυσαν την παρακολούθηση των επιχειρήσεων που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στους εμπορικούς κινδύνους, σημείωσαν. Μάλιστα, οι επιπτώσεις των εμπορικών εντάσεων στη δυναμική της τραπεζικής χρηματοδότησης κορυφώθηκαν στο διάστημα από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο του 2025.
«Στη συνέχεια η επίδραση υποχώρησε αργότερα μέσα στο ίδιο έτος, καθώς το κλίμα στο εμπόριο βελτιώθηκε μετά την προκαταρκτική συμφωνία-πλαίσιο ΗΠΑ-ΕΕ για το εμπόριο που διαπραγματεύθηκαν οι δύο πλευρές το καλοκαίρι και καθώς περιορίστηκε η αβεβαιότητα γύρω από την οικονομική πολιτική», εξήγησαν οι οικονομολόγοι.
Η μελέτη δείχνει επίσης ότι οι τράπεζες της Ευρωζώνης είναι συνολικά περισσότερο εκτεθειμένες στους κινδύνους που προέρχονται από τις εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες παρά από τις εισαγωγές, ενώ η έκθεση αυτή διαφέρει σημαντικά από τράπεζα σε τράπεζα. Μάλιστα, ένας μικρός αριθμός πιστωτικών ιδρυμάτων εμφανίζει ιδιαίτερα υψηλή εξάρτηση από επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται έντονα στην αμερικανική αγορά.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, περίπου οι μισές τράπεζες που συμμετείχαν στην Έρευνα Τραπεζικών Χορηγήσεων (Bank Lending Survey) της ΕΚΤ εκτίμησαν ότι οι εμπορικοί κίνδυνοι αποτέλεσαν σημαντικό παράγοντα το 2025 και αναμένουν ότι θα συνεχίσουν να επηρεάζουν τη δραστηριότητά τους και το 2026.
Τα στοιχεία της έρευνας των οικονομολόγων της ΕΚΤ δείχνουν ακόμη ότι καθαρό ποσοστό 11% των τραπεζών αυστηροποίησε τα πιστωτικά του κριτήρια το 2025 εξαιτίας των αλλαγών στην παγκόσμια εμπορική πολιτική και της αυξημένης αβεβαιότητας, ενώ αντίστοιχες επιπτώσεις αναμένονται και το 2026. Οι αποφάσεις αυτές συνδέονται κυρίως με τη χαμηλότερη διάθεση ανάληψης κινδύνου και τις ανησυχίες για την ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων.

Οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ καταλήγουν ότι η αβεβαιότητα γύρω από την οικονομική πολιτική έχει ήδη αποδυναμώσει τη δυναμική της τραπεζικής χρηματοδότησης, ενώ οι εμπορικές εντάσεις επιδείνωσαν περαιτέρω την κατάσταση, τόσο μέσω της υποχώρησης της ζήτησης για δάνεια όσο και μέσω της αυστηροποίησης των όρων χρηματοδότησης από τις τράπεζες που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στις εξαγωγικές επιχειρήσεις. Αν και οι ισολογισμοί των τραπεζών της Ευρωζώνης παραμένουν ισχυροί, τα πιστωτικά ιδρύματα αναγκάζονται να αναπροσαρμόζουν διαρκώς τη στρατηγική τους και να ακολουθούν πιο συντηρητική πιστωτική πολιτική απέναντι στους κινδύνους που απορρέουν από το διεθνές εμπόριο.
Ταυτόχρονα, οι εμπορικές εντάσεις επηρέασαν και τη ζήτηση για χρηματοδότηση από τις ίδιες τις επιχειρήσεις. Καθαρό ποσοστό 6% των τραπεζών κατέγραψε μείωση της ζήτησης δανείων το 2025, ενώ ένα καθαρό ποσοστό 3% εκτιμά ότι η υποχώρηση αυτή θα συνεχιστεί και το 2026, καθώς οι επιχειρήσεις περιορίζουν τα επενδυτικά τους σχέδια εν μέσω αβεβαιότητας.

Παρότι η συγκεκριμένη ανάλυση δεν κάνει καμία αναφορά στις πιο πρόσφατες εντάσεις που προκλήθηκαν από τον πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, αναδεικνύει τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η οικονομία της Ευρωζώνης, η οποία εξακολουθεί να δυσκολεύεται να επανέλθει σε τροχιά ανάπτυξης. Οι υπεύθυνοι χάραξης νομισματικής πολιτικής σταθμίζουν πλέον αυτή την απειλή απέναντι στον κίνδυνο του πληθωρισμού, καθώς προετοιμάζονται για τη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας (στις 23 Ιουλίου), στην οποία το συμβούλιο της ΕΚΤ θα συζητήσει και πάλι την πορεία της νομισματικής πολιτικής υπό τα πιεστικά δεδομένα που έχει δημιουργήσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η ενεργειακή κρίση.
Πάντως, ούτε οι αναλυτές ούτε οι χρηματοπιστωτικές αγορές αναμένουν αύξηση των επιτοκίων την ερχόμενη εβδομάδα. Aκόμη και μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, μεταξύ των οποίων ο επικεφαλής της γερμανικής Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ, που μέχρι πρόσφατα διατηρούσε ανοιχτό το ενδεχόμενο αύξησης τον Ιούλιο, πλέον αφήνουν να εννοηθεί ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν αμετάβλητα.
Διαβάστε ακόμη
Morningstar: Η παγκοσμιοποίηση των χρηματιστηρίων – Η AI μετατρέπει τις αγορές σε διεθνή στοιχήματα
Βακάκης: Στον «πάγο» η είσοδος της Jumbo στην Τουρκία – «Δεν είμαστε τζογαδόροι»
Πετρέλαιο: ΟΠΕΚ+, Ορμούζ και Σουέζ διαμορφώνουν το νέο σκηνικό στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.