Το ερώτημα «θα μας πάρει η Τεχνητή Νοημοσύνη τις δουλειές;» δεν αποτελεί ορθή αφετηρία για την κατανόηση της βαθύτερης αλλαγής που ήδη συντελείται στην εργασία. Η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) δεν καταργεί απλώς επαγγέλματα. Τα αποσυνθέτει σε επιμέρους καθήκοντα και τα ανασυνθέτει: άλλα αυτοματοποιούνται, άλλα επαυξάνονται και νέα δημιουργούνται. Γι’ αυτό και η πραγματική μονάδα μέτρησης της αλλαγής δεν είναι πλέον το επάγγελμα, αλλά η δεξιότητα. Διεθνώς, μέσα σε μόλις τρία χρόνια έχει ήδη μεταβληθεί περίπου το ένα τρίτο των δεξιοτήτων που απαιτεί η μέση θέση εργασίας.
Για την Ελλάδα, η μετάβαση αυτή συναντά ένα ιδιαίτερο «Ελληνικό Παράδοξο»: υψηλό επιστημονικό κεφάλαιο και ερευνητικό δυναμικό, αλλά περιορισμένη ψηφιακή ωριμότητα σε μεγάλο μέρος της παραγωγικής βάσης.
Ταυτόχρονα, το δημογραφικό και ψηφιακό χάσμα δημιουργεί μια αγορά εργασίας δύο ταχυτήτων. Ενώ το 88% των νέων 16-24 ετών διαθέτει βασικές ψηφιακές δεξιότητες, οι μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες –που κατέχουν σημαντικό μέρος της συσσωρευμένης επαγγελματικής εμπειρίας– υστερούν αισθητά. Αν αυτή η συσσωρευμένη εμπειρία δεν πλαισιωθεί έγκαιρα από τα νέα εργαλεία, κινδυνεύει με απαξίωση, στερώντας από την ελληνική οικονομία την πιο κρίσιμη θεσμική της μνήμη.
Η πρόκληση είναι ταυτόχρονα παραγωγική και κοινωνική. Πρόσφατα ευρωπαϊκά δεδομένα δείχνουν ότι η υιοθέτηση της ΤΝ μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα χωρίς, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, να συνεπάγεται αντίστοιχη μείωση της απασχόλησης. Τα οφέλη, όμως, δεν κατανέμονται αυτόματα ούτε ισόρροπα: εξαρτώνται από την οργανωτική ετοιμότητα των επιχειρήσεων, τις επενδύσεις σε δεδομένα και τεχνολογία και, κυρίως, από την ικανότητα του ανθρώπινου δυναμικού να αξιοποιήσει τα νέα εργαλεία.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς περισσότερη τεχνική κατάρτιση. Είναι μια νέα αρχιτεκτονική υβριδικών δεξιοτήτων, η οποία συνδυάζει την αλγοριθμική παιδεία και την προσαρμοστικότητα με την κριτική σκέψη, την ηθική κρίση απέναντι στις αυτοματοποιημένες αποφάσεις, καθώς και την ικανότητα ουσιαστικής συνεργασίας και επίβλεψης μεταξύ ανθρώπου και μηχανής.
Αυτό απαιτεί αλλαγή εκπαιδευτικού υποδείγματος, συνεχή επανειδίκευση, εξατομικευμένες μαθησιακές διαδρομές και πολιτικές που θα βοηθούν ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τους εργαζομένους μεγαλύτερης ηλικίας να μετατρέπουν την εμπειρία τους σε αξία ενισχυμένη από την ΤΝ.
Η επιτυχία της ΤΝ στην Ελλάδα δεν θα κριθεί από το πόση τεχνολογία ή υπολογιστική ισχύ θα εγκαταστήσουμε, αλλά από το αν θα καταφέρουμε να μετατρέψουμε την τεχνολογική αλλαγή σε συλλογική ικανότητα προσαρμογής. Αυτό είναι, τελικά, το νέο κοινωνικό συμβόλαιο της εποχής της ΤΝ.
* Το άρθρο αντλεί από τη συμβολή της συγγραφέως στην έρευνα της διαΝΕΟσις «[Πώς] μπορεί η Τεχνητή Νοημοσύνη να είναι ηθική και σύννομη;» (Ιούλιος 2026), με αντικείμενο τον δομικό μετασχηματισμό της εργασίας και των δεξιοτήτων στην Ελλάδα (https://www.dianeosis.org/2026/07/ai-ithikes-kai-nomikes-prokliseis/).
Κλειώ Σγουροπούλου, Μέλος Συμβουλίου Διοίκησης Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής (ΠΑΔΑ), Καθηγήτρια Τμήματος Μηχανικών Πληροφορικής και Υπολογιστών ΠΑΔΑ, και μέλος ΔΣ του Εθνικού Δικτύου Υποδομών Τεχνολογίας και Έρευνας (ΕΔΥΤΕ)
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.