Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Κάθε καλοκαίρι επαναλαμβάνεται το ίδιο έργο. Οι ξενοδόχοι και οι επιχειρηματίες της εστίασης αναζητούν προσωπικό, οι αγγελίες πληθαίνουν, οι ελλείψεις διογκώνονται και η δημόσια συζήτηση καταλήγει σχεδόν πάντα στο ίδιο συμπέρασμα: «Οι νέοι δεν θέλουν να δουλέψουν».

(ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI)

Είναι ίσως η πιο βολική εξήγηση. Και πιθανότατα η πιο λανθασμένη.

Γιατί η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη από το στερεότυπο του «κακομαθημένου» ή «τεμπέλη» νέου που προτιμά να κάθεται σπίτι του αντί να εργαστεί στη βαριά βιομηχανία της χώρας. Αντίθετα, αυτό που απορρίπτει ένα μεγάλο μέρος της νέας γενιάς δεν είναι η εργασία. Είναι ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται εδώ και δεκαετίες ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής τουριστικής αγοράς.
Η Ελλάδα επενδύει σχεδόν τα πάντα στον τουρισμό. Παρουσιάζει τον κλάδο ως τον βασικό πυλώνα της οικονομίας, τη «βαριά βιομηχανία της χώρας» (sic), ως τη μεγάλη αναπτυξιακή της δύναμη. Όμως, την ίδια στιγμή, δυσκολεύεται να εξασφαλίσει στους ανθρώπους που κρατούν όρθια αυτή τη βιομηχανία στοιχειώδεις συνθήκες αξιοπρεπούς εργασίας.

Οι ιστορίες είναι γνωστές. Χαμηλοί μισθοί που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της δουλειάς. Αδήλωτες υπερωρίες ή μέρος των αποδοχών που συνεχίζει να καταβάλλεται «στο χέρι». Ελλιπή ένσημα. Εργασία επτά ημέρες την εβδομάδα, για μήνες, χωρίς πραγματικό ρεπό. Βάρδιες που ξεκινούν νωρίς το πρωί και τελειώνουν αργά τη νύχτα.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, σε αρκετές περιπτώσεις οι εργαζόμενοι καλούνται να ζήσουν σε συνθήκες που δεν συνάδουν ούτε με τον όρο «φιλοξενία». Δωμάτια όπου στοιβάζονται πολλοί άνθρωποι, πρόχειρες κατασκευές, ακόμη και κοντέινερ που βαφτίζονται εργατικές κατοικίες, σε νησιά όπου το κόστος στέγασης έχει εκτοξευθεί.

Βεβαίως, δεν λειτουργούν όλες οι επιχειρήσεις έτσι. Υπάρχουν σοβαροί εργοδότες που πληρώνουν σωστά, προσφέρουν αξιοπρεπή διαμονή και επενδύουν στους ανθρώπους τους. Το πρόβλημα όμως είναι ότι οι κακές πρακτικές εξακολουθούν να είναι αρκετά διαδεδομένες ώστε να διαμορφώνουν τη συνολική εικόνα του κλάδου. Και αυτή την εικόνα τη βλέπει καθαρά η Gen Z.

Οι νέοι κάτω των 30 ετών μεγάλωσαν σε μια διαφορετική εποχή – και ναι, έχουν τα θεματάκια τους, όπως ακριβώς η γενιά σου και η δική μου. Εχουν διαφορετικές προσδοκίες από την εργασία. Δεν θεωρούν φυσιολογικό να εργάζονται εξαντλητικά για μήνες χωρίς προσωπικό χρόνο. Δεν αντιμετωπίζουν ως πολυτέλεια το ρεπό, την πληρωμένη υπερωρία ή την αξιοπρεπή διαμονή. Ζυγίζουν πιο προσεκτικά τι κερδίζουν και τι χάνουν από μια δουλειά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν διάθεση να εργαστούν. Σημαίνει ότι αρνούνται να αποδεχθούν άκριτα όσα οι προηγούμενες γενιές είχαμε μάθει να θεωρούμε δεδομένα. Οπου το ατέρμονο χώσιμο με παραπάνω εργασία βαφτιζόταν ως «φιλότιμο» για να σε κάνουν να αισθανθείς τύψεις.

Το αποτέλεσμα είναι ήδη ορατό. Οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να στελεχώσουν ξενοδοχεία, εστιατόρια και τουριστικές μονάδες. Οι ελλείψεις προσωπικού επιβαρύνουν όσους εργάζονται, η ποιότητα των υπηρεσιών υποχωρεί και ο επισκέπτης έρχεται αντιμέτωπος με καθυστερήσεις, χαμηλότερο επίπεδο εξυπηρέτησης και μια συνολική εμπειρία που απέχει από την εικόνα που θέλει να προβάλλει η χώρα.

Έτσι, το πρόβλημα παύει να αφορά μόνο την αγορά εργασίας. Μετατρέπεται σε ζήτημα ανταγωνιστικότητας του ελληνικού τουρισμού.
Η εύκολη λύση είναι να κατηγορεί κανείς τους νέους – όπως οι μεγαλύτεροί μας κατηγορούσαν, αντίστοιχα, εμάς. Η δύσκολη είναι να αναρωτηθεί γιατί μια χώρα που βασίζει τόσο μεγάλο μέρος της οικονομίας της στον τουρισμό εξακολουθεί να μην έχει λύσει βασικά προβλήματα εργασιακής οργάνωσης. Γιατί εξακολουθεί να συζητά για αδήλωτη εργασία, για εξαντλητικά ωράρια, για ελλιπείς ελέγχους και για συνθήκες διαβίωσης που δεν τιμούν ούτε τις επιχειρήσεις ούτε την ίδια τη χώρα.

Καμία κυβέρνηση δεν κατάφερε μέχρι σήμερα να αντιμετωπίσει οριστικά αυτές τις παθογένειες. Και δύσκολα θα το πετύχει κάποια στο άμεσο μέλλον, όσο οι ελλείψεις προσωπικού αντιμετωπίζονται ως συγκυριακό πρόβλημα και όχι ως αποτέλεσμα ενός μοντέλου που έχει εξαντλήσει τα όριά του.

Η Gen Z δεν εγκαταλείπει τη δουλειά. Εγκαταλείπει ένα σύστημα που ζητά ολοένα περισσότερα, προσφέροντας πολύ λιγότερα από όσα θεωρεί πλέον αυτονόητα. Και όσο ο ελληνικός τουρισμός δεν προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της νέας αγοράς εργασίας, τόσο θα δυσκολεύεται να βρει ανθρώπους για να στηρίξουν την ανάπτυξή του. Γιατί η πραγματική κρίση δεν είναι ότι οι νέοι δεν θέλουν να δουλέψουν. Είναι ότι ολοένα και λιγότεροι θεωρούν πως αξίζει να δουλέψουν με αυτούς τους όρους.