Οι Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν νέο στρατιωτικό πλήγμα κατά του Ιράν, το πρώτο εδώ και περισσότερο από έναν μήνα, βάζοντας ξανά το στρατιωτικό σκέλος της σύγκρουσης στο προσκήνιο σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση Τραμπ είχε μετατοπίσει το βάρος της στρατηγικής της στην οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη.
Στόχος της αμερικανικής επίθεσης ήταν ιρανικοί εκτοξευτές ρουκετών, οι οποίοι, σύμφωνα με την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM), προετοιμάζονταν να εκτοξεύσουν πυραύλους που μετέφεραν θαλάσσιες νάρκες προς τα Στενά του Ορμούζ. Η νέα ένταση είχε άμεσο αντίκτυπο στις αγορές, με το Brent να ενισχύεται κατά 2,37% στα 90,19 δολάρια το βαρέλι και τα futures των αμερικανικών χρηματιστηριακών δεικτών να υποχωρούν στις πρώτες συναλλαγές στην Ασία.
Νέα ένταση γύρω από το Ορμούζ
Ο πλοίαρχος Τιμ Χόκινς, εκπρόσωπος της CENTCOM, δήλωσε ότι οι ιρανικές δυνάμεις βρίσκονταν στη διαδικασία προετοιμασίας των εκτοξευτών με στόχο τη ναρκοθέτηση του κρίσιμου θαλάσσιου περάσματος.
Την ίδια ώρα, η ένταση επεκτάθηκε και στην Ιορδανία. Σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο, ο ιορδανικός στρατός αναχαίτισε οκτώ πυραύλους, λίγο αφότου οι ένοπλες δυνάμεις του Ιράν ανακοίνωσαν ότι είχαν επιτεθεί σε στόχους που συνδέονται με αμερικανικές δυνάμεις στο βασίλειο.
Η εξέλιξη έρχεται λίγες ημέρες αφότου ο αμερικανικός στρατός ανακοίνωσε ότι είχε ολοκληρώσει την εκκαθάριση ναρκών από τις ναυτιλιακές οδούς στα Στενά του Ορμούζ, από όπου πριν από τον πόλεμο περνούσε περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Σύμμαχοι των ΗΠΑ, ωστόσο, έχουν προειδοποιήσει σε ιδιωτικές συνομιλίες ότι είναι πιθανό να εξακολουθούν να υπάρχουν νάρκες στην περιοχή.
«Οι αμερικανικές δυνάμεις παρακολουθούν στενά την περιοχή και παραμένουν έτοιμες να προστατεύσουν την ελεύθερη ροή του εμπορίου μέσω αυτής της κρίσιμης θαλάσσιας οδού», δήλωσε ο Χόκινς.
Επιστροφή στη στρατιωτική δράση
Το αμερικανικό πλήγμα αποτελεί την πρώτη στρατιωτική ενέργεια εναντίον του Ιράν εδώ και περισσότερο από έναν μήνα. Η τελευταία φορά που οι ΗΠΑ είχαν εκτοξεύσει πυραύλους εναντίον ιρανικών στόχων ήταν στα τέλη Ιουλίου.
Έκτοτε, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε στραφεί σε μια εκστρατεία οικονομικής πίεσης, με στόχο να οδηγήσει την Τεχεράνη πίσω στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Η αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής, πάντως, παραμένει αμφίβολη. Χώρες που διατηρούν εμπορικές σχέσεις με το Ιράν δεν έχουν μέχρι στιγμής ανταποκριθεί στις αμερικανικές απειλές για κυρώσεις, ενώ αναλυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί για τα πρώτα αποτελέσματα των μέτρων.
Μια πιο παρατεταμένη επιστροφή στις εχθροπραξίες θα μπορούσε να προκαλέσει νέα άνοδο στις τιμές της ενέργειας και πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις, επιβαρύνοντας το επενδυτικό κλίμα. Παράλληλα θα δημιουργούσε πολιτικό κόστος για τους Ρεπουμπλικανούς ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, καθώς οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν αυξανόμενη δυσαρέσκεια για τη διάρκεια του πολέμου.
Το διπλωματικό παράθυρο της Τεχεράνης
Παρά τη νέα στρατιωτική ένταση, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι η Τεχεράνη παραμένει ανοικτή στην επανέναρξη της διπλωματίας με τις ΗΠΑ.
Μετά τις συνομιλίες με το Κατάρ, το οποίο έχει αναλάβει διαμεσολαβητικό ρόλο, ο Αραγτσί υποστήριξε ότι οποιαδήποτε πρόοδος εξαρτάται από την εγκατάλειψη της αμερικανικής στρατηγικής πίεσης.
Όπως ανέφερε, η επανεκκίνηση της διπλωματικής διαδικασίας προϋποθέτει να αντιληφθούν οι ΗΠΑ ένα βασικό δεδομένο: «Η πίεση δεν λειτουργεί».
Ο Μπέσεντ απειλεί με «οικονομική επίθεση»
Η Ουάσιγκτον, ωστόσο, δείχνει αποφασισμένη να συνεχίσει και να εντείνει την οικονομική πίεση. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχει προαναγγείλει μια «οικονομική επίθεση» κατά του Ιράν και των εμπορικών του εταίρων, με ιδιαίτερη έμφαση στην Κίνα, η οποία αγοράζει περίπου το 90% του ιρανικού πετρελαίου.
Ο Μπέσεντ έχει δηλώσει ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα συζητήσει με συμμάχους της τις κινήσεις που απαιτούνται ώστε να περιορίσουν τις αγορές ιρανικών προϊόντων. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν έχει επιτευχθεί σχετική συμφωνία.
Μιλώντας στο Associated Press πριν από τη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών της G20 στη Βόρεια Καρολίνα, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών προανήγγειλε νέες κυρώσεις αυτή την εβδομάδα σε δεύτερη τράπεζα που συναλλάσσεται με το Ιράν.
Την περασμένη εβδομάδα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών πρότεινε μέτρα που θα μπορούσαν να αποκόψουν τα υποκαταστήματα της αιγυπτιακής Banque Misr στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
«Θα πρόκειται για οικονομική βία, εάν χρειαστεί», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Μπέσεντ.
Η νέα αμερικανική επίθεση, ωστόσο, επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσο η Ουάσιγκτον μπορεί να διατηρήσει τη στρατηγική της οικονομικής πίεσης χωρίς να διολισθήσει ξανά σε ευρύτερη στρατιωτική κλιμάκωση, ιδιαίτερα εάν απειληθεί εκ νέου η ναυσιπλοΐα στο Ορμούζ.
Διαβάστε επίσης
OpenAI: Δώρα στους υπαλλήλους ελβετικά ρολόγια αξίας 1 εκατ. ευρώ
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.