Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Καθώς ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν συμπληρώνει πλέον επτά μήνες, η πίεση δεν περιορίζεται μόνο στο πεδίο των επιχειρήσεων. Ένα δεύτερο, λιγότερο ορατό μέτωπο έχει ανοίξει στην ίδια την αμερικανική αμυντική βιομηχανία, καθώς η παρατεταμένη χρήση προηγμένων οπλικών συστημάτων δοκιμάζει τα διαθέσιμα αποθέματα και αναδεικνύει τα όρια της σημερινής παραγωγικής ικανότητας.

Σύμφωνα με το Reuters, ο αμερικανικός στρατός έχει καταναλώσει σημαντικό μέρος των παγκόσμιων αποθεμάτων του σε ιδιαίτερα ακριβείς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς. Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν αξιοποιήσει συστήματα όπως τα Army Tactical Missile Systems και τους Precision Strike Missiles για πλήγματα εναντίον στόχων στο Ιράν, ενώ για την αντιμετώπιση ιρανικών βαλλιστικών επιθέσεων χρησιμοποιούνται εκτεταμένα τα συστήματα αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας Patriot και THAAD.

Η συνεχής επιχειρησιακή χρήση αυτών των όπλων έχει προκαλέσει ανησυχίες για την ταχύτητα με την οποία μειώνονται τα αποθέματα, ιδιαίτερα στα συστήματα για τα οποία δεν υπάρχουν άμεσα ή ισοδύναμα υποκατάστατα.

Πόσο έχουν μειωθεί τα Patriot και τα THAAD

Πιο αναλυτική εικόνα για την εξέλιξη των αποθεμάτων έδωσε το Center for Strategic and International Studies (CSIS), το οποίο παρακολούθησε την κατανάλωση πυραύλων Patriot και αναχαιτιστών THAAD σε όλη τη διάρκεια του πολέμου.

Σε έκθεση που δημοσιεύθηκε στις 27 Ιουλίου, το CSIS υπολόγισε ότι στις 27 Φεβρουαρίου οι ΗΠΑ διέθεταν περίπου 2.330 πυραύλους Patriot και 452 αναχαιτιστές THAAD.

Πέντε μήνες αργότερα, στις 27 Ιουλίου, η εικόνα είχε αλλάξει σημαντικά. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οργανισμού, το διαθέσιμο απόθεμα Patriot είχε περιοριστεί σε 759 έως 827 πυραύλους, ενώ οι αναχαιτιστές THAAD είχαν μειωθεί σε περίπου 234 έως 278 μονάδες.

Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν τη μεγάλη ένταση κατανάλωσης προηγμένων συστημάτων αεράμυνας σε μια παρατεταμένη σύγκρουση, όπου η ανάγκη προστασίας στρατιωτικών βάσεων, υποδομών και συμμαχικών στόχων παραμένει σταθερά υψηλή.

Τραμπ και Χέγκσεθ απορρίπτουν σενάρια κρίσης

Η αμερικανική κυβέρνηση, ωστόσο, επιμένει ότι η κατάσταση δεν συνιστά κρίση πυρομαχικών, σημειώνει το Forbes.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει απορρίψει τις αναφορές περί επικίνδυνης μείωσης των αμερικανικών αποθεμάτων, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν «τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών», ιδιαίτερα σε συγκεκριμένες κατηγορίες όπλων.

Όπως έχει αναφέρει, μεγάλες ποσότητες νέων πυρομαχικών βρίσκονται ήδη σε παραγωγή και αποστέλλονται στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο.

Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος χαρακτήρισε «κατασκευασμένη ιστορία» τις αναφορές ότι η χώρα αντιμετωπίζει κρίση αποθεμάτων. Όπως υποστήριξε, τα αμερικανικά αποθέματα παραμένουν ισχυρά και συνεχίζουν να ενισχύονται.

Παρ’ όλα αυτά, η συζήτηση για το πραγματικό επίπεδο των διαθέσιμων πυρομαχικών έχει ήδη οδηγήσει αμυντικές εταιρείες, πολιτικούς και στρατιωτικούς αναλυτές σε μια ευρύτερη επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο οι ΗΠΑ παράγουν και αποθηκεύουν τα πιο κρίσιμα οπλικά τους συστήματα.

Η κληρονομιά της μεταψυχροπολεμικής περιόδου

Οι σημερινές δυσκολίες έχουν τις ρίζες τους στις αποφάσεις που ελήφθησαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Καθώς η πιθανότητα μιας παρατεταμένης σύγκρουσης μεταξύ μεγάλων δυνάμεων φαινόταν να απομακρύνεται, οι Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να μειώνουν σταδιακά τα αποθέματα πυρομαχικών τους. Η στρατηγική προσανατολίστηκε περισσότερο σε σύντομες περιφερειακές συγκρούσεις, όπως εκείνες που θεωρούνταν πιθανές απέναντι σε χώρες όπως το Ιράκ ή η Βόρεια Κορέα.

Παράλληλα, αρκετές παραγωγικές εγκαταστάσεις έκλεισαν, καθώς η διατήρηση μεγάλης κλίμακας γραμμών παραγωγής θεωρούνταν δαπανηρή και περιττή.

Το ίδιο διάστημα σημειώθηκε και δραματική συγκέντρωση της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας. Έκθεση του υπουργείου Άμυνας είχε καταγράψει ότι ο αριθμός των μεγάλων εταιρειών στον κλάδο μειώθηκε από 51 σε μόλις 5 βασικούς εργολάβους αεροδιαστημικής και άμυνας.

Ο Μαρκ Κάνσιαν, ανώτερος σύμβουλος του CSIS στον τομέα της Άμυνας και της Ασφάλειας, εξηγεί ότι η μεταβολή αυτή αντανακλούσε τις τότε στρατηγικές παραδοχές.

Όπως σημείωσε, μετά τον Ψυχρό Πόλεμο οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν την προσδοκία ενός πολέμου μεταξύ μεγάλων δυνάμεων και στράφηκαν στο ενδεχόμενο μικρότερων και βραχύτερων περιφερειακών συγκρούσεων. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, δεν θεωρούνταν απαραίτητη η διατήρηση τεράστιων αποθεμάτων πυρομαχικών, με αποτέλεσμα αυτά να μειωθούν σταδιακά.

Ουκρανία και Ιράν άλλαξαν ξανά τα δεδομένα

Αυτή η στρατηγική παραδοχή άρχισε να καταρρέει μετά τη ρωσική εισβολή πλήρους κλίμακας στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022 και ακόμη περισσότερο μετά την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026.

Οι δύο συγκρούσεις εκτόξευσαν τη ζήτηση για δυτικά οπλικά συστήματα και πυρομαχικά. Η ταχύτητα με την οποία καταναλώνονται ορισμένα από αυτά έχει αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερη από τον ρυθμό με τον οποίο μπορούν να αντικατασταθούν.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η αμερικανική αμυντική βιομηχανική βάση καλείται σήμερα να ανταποκριθεί σε επίπεδα παραγωγής για τα οποία δεν είχε σχεδιαστεί επί δεκαετίες.

Ο Τζέρι ΜακΓκιν, διευθυντής του Center for the Industrial Base στο CSIS, επισημαίνει ότι συστήματα όπως οι Tomahawk και Patriot έχουν εξαιρετικές επιχειρησιακές επιδόσεις και έχουν δοκιμαστεί σε πραγματικές συνθήκες πολέμου, αλλά σχεδιάστηκαν σε μια διαφορετική εποχή.

Η βασική προτεραιότητα κατά την ανάπτυξή τους ήταν η απόδοση στο πεδίο και όχι η δυνατότητα μαζικής και ταχύτατης παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι η βιομηχανία δεν μπορεί απλώς να πολλαπλασιάσει μέσα σε λίγους μήνες τον αριθμό των πυραύλων που κατασκευάζει.

Γιατί η αναπλήρωση χρειάζεται χρόνια

Η παραγωγή τέτοιων εξελιγμένων συστημάτων απαιτεί σύνθετες βιομηχανικές διαδικασίες, εξειδικευμένα εξαρτήματα, πιστοποιήσεις και ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό.

Σύμφωνα με έκθεση του The Hill, οι ΗΠΑ θα χρειαστούν τουλάχιστον αρκετά χρόνια για να επαναφέρουν τα αποθέματά τους στα επίπεδα που υπήρχαν πριν από τον πόλεμο με το Ιράν.

Ο ΜακΓκιν εξηγεί ότι η αύξηση της παραγωγικής ικανότητας δεν μπορεί να γίνει από τη μία ημέρα στην άλλη. Νέες εγκαταστάσεις απαιτούν αδειοδοτήσεις, εγκρίσεις, κατασκευή, εξοπλισμό και τελική πιστοποίηση προτού μπορέσουν να ενταχθούν στην παραγωγική αλυσίδα.

Με άλλα λόγια, ακόμη και όταν υπάρχει διαθέσιμη χρηματοδότηση, ο χρόνος παραμένει ένας από τους σημαντικότερους περιοριστικούς παράγοντες.

Ο Κάνσιαν σημειώνει ότι πολλές από τις παραδόσεις που πραγματοποιούνται σήμερα αποτελούν αποτέλεσμα χρηματοδοτήσεων που είχαν εγκριθεί ήδη από το 2023 και το 2024.

THAAD: Αναπλήρωση έως το τέλος του 2029

Η εικόνα των THAAD είναι χαρακτηριστική των δυσκολιών.

Το CSIS διαπίστωσε ότι παλαιότερα δημοσιονομικά έγγραφα προέβλεπαν μηδενικές παραδόσεις αναχαιτιστών THAAD από τον Αύγουστο του 2023 έως τον Απρίλιο του 2027.

Ωστόσο, λόγω της έκρηξης της ζήτησης, φαίνεται ότι το χρονοδιάγραμμα άλλαξε, πιθανώς μέσω εκτροπής παραδόσεων που αρχικά προορίζονταν για συμμάχους.

Ο προϋπολογισμός της κυβέρνησης Τραμπ για το οικονομικό έτος 2027, εφόσον εγκριθεί, προβλέπει περίπου 11 δισ. δολάρια για το πρόγραμμα THAAD. Ακόμη και έτσι, οι νέες παραδόσεις δεν αναμένεται να ξεκινήσουν πριν από τα μέσα του 2029.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του CSIS, η πλήρης αντικατάσταση των THAAD που έχουν χρησιμοποιηθεί στον πόλεμο με το Ιράν δεν αναμένεται να ολοκληρωθεί πριν από το τέλος του 2029.

Patriot: Επιστροφή στα προπολεμικά επίπεδα το 2030

Ανάλογη είναι η κατάσταση και για τα συστήματα Patriot.

Οι προμήθειες που θα χρηματοδοτηθούν στο οικονομικό έτος 2027 αναμένεται να αρχίσουν να παραδίδονται τον Μάιο του 2029.

Σύμφωνα με τον Κάνσιαν, τα αποθέματα Patriot των ΗΠΑ δεν αναμένεται να επιστρέψουν στα επίπεδα που βρίσκονταν πριν από τον πόλεμο με το Ιράν πριν από το 2030.

Αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστούν περισσότερα από τρία χρόνια ώστε οι νέες παραδόσεις να αποκαταστήσουν όσα έχουν καταναλωθεί μέχρι σήμερα. Και το διάστημα αυτό μπορεί να αποδειχθεί ακόμη μεγαλύτερο εφόσον συνεχιστούν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και ο πόλεμος με το Ιράν και απαιτηθεί νέα κατανάλωση πυραύλων.

Το πιο δύσκολο πρόβλημα είναι η αντιπυραυλική άμυνα

Για τον Κάνσιαν, η σοβαρότερη πρόκληση αφορά ακριβώς τα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας.

Patriot και THAAD θεωρούνται ιδιαίτερα κρίσιμα επειδή δεν υπάρχουν εύκολα διαθέσιμα και εξίσου αποτελεσματικά υποκατάστατα. Αυτό περιορίζει σημαντικά τις επιλογές του Πενταγώνου εάν η επιχειρησιακή κατανάλωση συνεχιστεί με υψηλό ρυθμό.

Παράλληλα, έχει αλλάξει και η φύση του προβλήματος που αντιμετωπίζει η αμερικανική αμυντική παραγωγή.

Για πολλά χρόνια, το βασικό εμπόδιο ήταν η χρηματοδότηση. Τα πυρομαχικά βρίσκονταν χαμηλότερα στη λίστα προτεραιοτήτων του Πενταγώνου και συχνά έχαναν τη μάχη για κονδύλια απέναντι σε άλλα μεγάλα προγράμματα.

Η κυβέρνηση Μπάιντεν άρχισε να αυξάνει σημαντικά τους διαθέσιμους πόρους, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ επιτάχυνε ακόμη περισσότερο την προσπάθεια. Σήμερα, ωστόσο, το πρόβλημα δεν είναι πλέον πρωτίστως τα χρήματα αλλά η ίδια η παραγωγική δυνατότητα.

Για να αυξηθεί η παραγωγή απαιτούνται περισσότεροι εργαζόμενοι, νέες εγκαταστάσεις, πρόσθετος βιομηχανικός εξοπλισμός και μεγαλύτερες εφοδιαστικές αλυσίδες. Όλα αυτά χρειάζονται χρόνο.

Νέα εργοστάσια για αύξηση της παραγωγής

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη ξεκινήσει προσπάθεια επέκτασης της βιομηχανικής τους βάσης.

Τον Μάρτιο, ο αμερικανικός στρατός άρχισε την κατασκευή νέας εγκατάστασης αποστρατιωτικοποίησης στην Οκλαχόμα, ενώ τον Ιούλιο ξεκίνησαν οι εργασίες για εγκατάσταση παραγωγής πυρομαχικών στην Αϊόβα.

Τον Απρίλιο εγκαινιάστηκε επίσης νέο εργοστάσιο παραγωγής πυρομαχικών πυροβολικού στο Κάνσας.

Οι νέες εγκαταστάσεις δεν πρόκειται να λύσουν άμεσα το πρόβλημα. Θα απαιτηθεί χρόνος μέχρι να τεθούν σε πλήρη λειτουργία και να αρχίσουν να προσθέτουν σημαντικές ποσότητες όπλων και πυρομαχικών στα αμερικανικά αποθέματα.

Μακροπρόθεσμα, όμως, η επέκταση του δικτύου παραγωγής θεωρείται απαραίτητη για να μπορέσουν οι ΗΠΑ να ανταποκριθούν σε μια περίοδο κατά την οποία η ζήτηση έχει επιστρέψει σε επίπεδα που θυμίζουν περισσότερο ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων παρά τις περιορισμένες επιχειρήσεις των προηγούμενων δεκαετιών.

Το ΝΑΤΟ και η λύση της συμπαραγωγής

Μέρος της αμερικανικής στρατηγικής αφορά και την ενεργότερη συμμετοχή των συμμάχων.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα ζητήσει μεγαλύτερο επιμερισμό των αμυντικών βαρών μεταξύ των μελών του ΝΑΤΟ, τόσο ως προς τις δαπάνες όσο και ως προς τις παραγωγικές υποχρεώσεις.

Μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο του 2026, ο Λευκός Οίκος υποστήριξε ότι η Συμμαχία κινείται προς μεγαλύτερο επιμερισμό βαρών και αυξημένη αυτονομία.

Εάν η κατεύθυνση αυτή μετατραπεί σε συγκεκριμένα βιομηχανικά προγράμματα, η συμπαραγωγή αμερικανικών οπλικών συστημάτων σε εγκαταστάσεις εκτός ΗΠΑ θα μπορούσε να αυξήσει αισθητά τη συνολική παραγωγική δυνατότητα της Δύσης.

Μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε την πίεση στην αμερικανική βιομηχανία και θα επέτρεπε στους συμμάχους να συμβάλουν περισσότερο στην παραγωγή τόσο νέων όσο και υφιστάμενων οπλικών συστημάτων. Ωστόσο, και αυτή η λύση απαιτεί επενδύσεις, μεταφορά τεχνογνωσίας, νέες γραμμές παραγωγής και χρόνο.

Το πραγματικό στοίχημα είναι πλέον η ταχύτητα παραγωγής

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και ο πόλεμος ΗΠΑ-Ιράν έχουν αναγκάσει την αμερικανική κυβέρνηση, το Πεντάγωνο και τη βιομηχανία να επανεξετάσουν συνολικά το μοντέλο πάνω στο οποίο είχε οργανωθεί η αμυντική παραγωγή μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Το σημερινό σύστημα δεν είχε σχεδιαστεί για να υποστηρίζει επί μακρόν τόσο υψηλή και ταυτόχρονη ζήτηση προηγμένων οπλικών συστημάτων.

Η χρηματοδότηση αυξάνεται, νέα εργοστάσια κατασκευάζονται και περισσότερες γραμμές παραγωγής προγραμματίζονται. Το βασικό εμπόδιο, όμως, παραμένει ο χρόνος που απαιτείται ώστε όλα αυτά να μετατραπούν σε πραγματικούς πυραύλους και αναχαιτιστές.

Για την αμερικανική αμυντική βιομηχανία, επομένως, το επόμενο μεγάλο στοίχημα δεν είναι μόνο να παράγει περισσότερα όπλα. Είναι να καταφέρει να μειώσει δραστικά τον χρόνο παραγωγής χωρίς να θυσιάσει την αξιοπιστία, την ακρίβεια και την τεχνολογική υπεροχή των συστημάτων από τα οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η αμερικανική στρατιωτική ισχύς.

Διαβάστε ακόμη 

FT: Ας απολαύσουμε την ιδιαίτερη στιγμή όπου η Ελλάδα μπορεί και συμβουλεύει τη Γερμανία

Τράπεζες: Ανοίγει η βεντάλια των χορηγήσεων – Νέοι παίκτες θα διεκδικήσουν μερίδιο αγοράς

Γιατί είναι δύσκολο να πάρουμε αποφάσεις

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ