Ο Τζον Κένι έχει αναλάβει για δεύτερη φορά την πώληση μιας ξύλινης εξοχικής κατοικίας δύο υπνοδωματίων στο Γκάτλινμπεργκ του Τενεσί, κοντά στα Smoky Mountains και το Dollywood. Παρά την υψηλή τουριστική ζήτηση στην περιοχή, το ακίνητο παραμένει στην αγορά χωρίς να έχει πωληθεί εδώ και δύο χρόνια. Την περίοδο που η ζήτηση και οι τιμές των ακινήτων ήταν ιδιαίτερα υψηλές, ένα αντίστοιχο ακίνητο πιθανότατα θα είχε προσελκύσει περισσότερες από μία προσφορές.
Η κατοικία διατέθηκε προς πώληση τον Ιανουάριο του 2024 έναντι 850.000 δολαρίων. Έπειτα από επανειλημμένες μειώσεις της τιμής, οι ιδιοκτήτες ζητούν πλέον λιγότερα από 600.000 δολάρια. Όπως εξηγεί ο Κένι, «η τιμή προσαρμόζεται στις συνθήκες της αγοράς».
Οι εξοχικές κατοικίες έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς το 2021, όταν τα χαμηλά επιτόκια και η μεγάλη αύξηση των τουριστικών κρατήσεων έστρεψαν πολλούς επενδυτές στην αγορά. Η άνθηση αυτή, όμως, δεν κράτησε. Η αγορά των βραχυχρόνιων μισθώσεων έχει πλέον σταθεροποιηθεί, ενώ τα υψηλότερα επιτόκια και η μειωμένη ζήτηση έχουν περιορίσει τα κέρδη των επενδυτών. Παράλληλα, αρκετοί ιδιοκτήτες εξοχικών διαπιστώνουν ότι δεν αξίζει πλέον να πληρώνουν το κόστος συντήρησης ενός ακινήτου που χρησιμοποιούν μόνο λίγες φορές τον χρόνο. Έτσι, όλο και περισσότερα εξοχικά βγαίνουν προς πώληση, συχνά με μεγάλες μειώσεις στις τιμές. Σύμφωνα με έκθεση της εταιρείας ερευνών ακινήτων Parcl Labs, οι πωλητές εξοχικών κατοικιών στις ΗΠΑ είναι σήμερα από τους πιο πρόθυμους να πουλήσουν.
Παρότι οι τιμές των εξοχικών κατοικιών παραμένουν στις περισσότερες περιοχές υψηλότερες από τα επίπεδα του 2019, όσοι αγόρασαν όταν οι τιμές βρίσκονταν στα υψηλότερα επίπεδά τους ενδέχεται πλέον να καταγράψουν σημαντικές απώλειες. Οι ιδιοκτήτες της εξοχικής κατοικίας στο 317 Matterhorn Drive, για παράδειγμα, την αγόρασαν το 2020 έναντι 380.000 δολαρίων. Παρότι αναμένεται να αποκομίσουν κέρδη από την πώλησή της, θα είναι λιγότερα από αυτό που είχαν αρχικά υπολογίσει, καθώς οι πολύ υψηλές τιμές του 2021 και του 2022 είχαν δημιουργήσει μεγαλύτερες προσδοκίες, σύμφωνα με το Business Insider.
Στις αρχές της δεκαετίας, η ζήτηση για εξοχικές κατοικίες αυξήθηκε απότομα, καθώς η πανδημία οδήγησε πολλούς Αμερικανούς να εγκαταλείψουν προσωρινά τις μεγάλες πόλεις και να αναζητήσουν κατοικίες σε παραθεριστικές περιοχές. Σύμφωνα με στοιχεία της Zillow, μιας από τις μεγαλύτερες διαδικτυακές πλατφόρμες αγοραπωλησίας και ενοικίασης ακινήτων στις ΗΠΑ, οι αιτήσεις για στεγαστικά δάνεια για εξοχικές κατοικίες αυξήθηκαν το 2020 κατά 30% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η Redfin, επίσης μεγάλη εταιρεία του αμερικανικού κλάδου ακινήτων, κατέγραψε τον Μάρτιο του 2021 αύξηση 88% στη ζήτηση για εξοχικές κατοικίες σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την πανδημία.
Η αυξημένη ζήτηση αύξησε κατά πολύ και τις τιμές. Στο Γκάτλινμπεργκ, η αξία των κατοικιών υπερδιπλασιάστηκε μέσα σε δύο χρόνια, στο Big Bear Lake αυξήθηκε κατά 77%, ενώ στην περιοχή του Destin στη Φλόριντα κατά σχεδόν 50%.
Την ίδια περίοδο, αυξήθηκε κατακόρυφα και η ζήτηση για βραχυχρόνιες μισθώσεις. Σύμφωνα με την AirDNA, εταιρεία που παρέχει στοιχεία για την αγορά βραχυχρόνιων ενοικιάσεων, οι κρατήσεις μέσω Airbnb και Vrbo αυξάνονταν με διψήφια ποσοστά από το 2021 έως το 2023. Η μεγάλη ζήτηση προσέλκυσε πολλούς νέους ιδιοκτήτες, με αποτέλεσμα οι βραχυχρόνιες μισθώσεις να φτάσουν σχεδόν τις 1,5 εκατομμύρια το 2023, δηλαδή 38% περισσότερες από το 2021 και 25% περισσότερες από το 2019.
Σήμερα η αγορά των βραχυχρόνιων μισθώσεων παραμένει σχετικά σταθερή, όμως οι συνθήκες δεν είναι πλέον τόσο ευνοϊκές για τους ιδιοκτήτες και τους επενδυτές. Η μεγάλη προσφορά καταλυμάτων μέσω Airbnb έχει αυξήσει τον ανταγωνισμό και πιέζει τις τιμές προς τα κάτω, περιορίζοντας ταυτόχρονα τα κέρδη από την αγορά νέων ακινήτων. Στο Γκάτλινμπεργκ, η μεσίτρια Κέιτλιν Γουόρεν, που ασχολείται με ακίνητα για βραχυχρόνια μίσθωση, χρησιμοποιεί τον «κανόνα του 10%». Σύμφωνα με τον κανόνα, για ένα σπίτι αξίας 500.000 δολαρίων, ο επενδυτής θα πρέπει να μπορεί να εισπράττει περίπου 50.000 δολάρια τον χρόνο από τις κρατήσεις, πριν αφαιρεθούν έξοδα όπως η συντήρηση, η ασφάλιση, οι φόροι και η διαχείριση του ακινήτου. Ενώ αυτό ήταν εύκολο να επιτευχθεί το 2021, σήμερα οι επενδυτές στην περιοχή στοχεύουν συνήθως σε απόδοση μόλις 7%-8%.
Παράλληλα, πολλοί ιδιοκτήτες που αγόρασαν εξοχικές κατοικίες πριν από πέντε ή έξι χρόνια επανεξετάζουν πλέον αν αξίζει να τις διατηρήσουν. Οι αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις και το γενικότερο κόστος κατοχής ενός ακινήτου περιορίζουν το όφελος από τη διατήρησή του. Στο Big Bear Lake, δημοφιλές θέρετρο στη Νότια Καλιφόρνια, ο έμπειρος μεσίτης Γκάρι Ντος αναφέρει ότι πολλοί από τους πωλητές με τους οποίους συνεργάστηκε το 2025 είχαν αγοράσει τα ακίνητά τους το 2021 και το 2022. «Η χαμηλότερη απόδοση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και τα υψηλότερα επιτόκια έχουν κάνει πλέον αρκετούς ιδιοκτήτες να εξετάζουν την πώληση των ακινήτων τους», σύμφωνα με τον ίδιο.
«Συνέπεσαν πολλές αρνητικές εξελίξεις ταυτόχρονα», όπως λέει με τον Ντος. Σύμφωνα με τη Zillow, οι τιμές στο Big Bear έχουν υποχωρήσει κατά 20% από το υψηλότερο επίπεδό τους, τον Ιούνιο του 2022. Παράλληλα, σύμφωνα με το Realtor.com, διαδικτυακή πλατφόρμα αγγελιών και αναζήτησης ακινήτων, οι διαθέσιμες κατοικίες στην ευρύτερη περιοχή έχουν αυξηθεί κατά 47%.
Η Parcl Labs διαπίστωσε τον Ιούνιο ότι το 37,3% των εξοχικών κατοικιών είχε υποστεί μείωση τιμής, έναντι 35,1% των υπόλοιπων κατοικιών. Τα υψηλότερα ποσοστά εξοχικών που βγήκαν προς πώληση καταγράφηκαν στο Destin, στα Florida Keys, στα Smoky Mountains και στο Palm Springs, όπου πωλείται πλέον το 3%-5% των εξοχικών κατοικιών. Τα στοιχεία αφορούν μόνο ιδιοκτήτες δεύτερης κατοικίας και όχι επενδυτές που διαθέτουν πολλά ακίνητα προς ενοικίαση.
«Καθώς οι μειώσεις τιμών είναι πλέον συχνές, οι αγοραστές εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί και περιμένουν καλύτερες προσφορές», σύμφωνα με τον Ντος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι δύο γειτονικές κατοικίες στο Big Bear Lake. Η μία, που είχε αγοραστεί έναντι 850.000 δολαρίων το 2020 και διατέθηκε ξανά για αγορά το 2025 έναντι 1,2 εκατ. δολαρίων, δεν προσέλκυσε αγοραστές μέχρι να μειωθεί η ζητούμενη τιμή. Τελικά, πουλήθηκε έναντι 1,1 εκατ. δολαρίων. Η διπλανή κατοικία, που είχε αγοραστεί το 2020 έναντι 905.000 δολαρίων, παρέμενε προς πώληση έναντι 1,3 εκατ. δολαρίων.
Ο Ντος σημειώνει ότι ιδιαίτερα δύσκολη είναι η αγορά κατοικιών αξίας 1-1,5 εκατ. δολαρίων, καθώς υπάρχει μεγάλη προσφορά και περιορισμένος αριθμός αγοραστών.
Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται πλέον σε πολλούς δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς στις ΗΠΑ. «Οι αγοραστές φαίνεται να περιμένουν πρώτα να μειωθούν οι τιμές και μετά να αρχίσουν να αναζητούν ακίνητο για αγορά», λέει ο μεσίτης Τζέιμι Κένι.
Από την άλλη, ορισμένοι ιδιοκτήτες περιμένουν να επικρατήσουν πιο ευνοϊκές συνθήκες, ιδιαίτερα σε ακριβούς προορισμούς όπως το Τζάκσον του Γουαϊόμινγκ και το Άσπεν του Κολοράντο. Άλλοι, όμως, που αγόρασαν ενώ οι τιμές βρίσκονταν σε υψηλά επίπεδα, δυσκολεύονται πλέον να καλύψουν το κόστος διατήρησης των ακινήτων τους. Σύμφωνα με τον Κένι, ένας πελάτης του αγόρασε δύο εξοχικές κατοικίες το 2022, τις οποίες δεν χρησιμοποιεί πλέον. Ακόμη και αν τις πουλήσει για 400.000 δολάρια συνολικά, θα υποστεί ζημία 150.000 δολαρίων.
Η κατάσταση αυτή φαίνεται να αποθαρρύνει και νέους επενδυτές από το να αγοράσουν ακίνητα με σκοπό τη βραχυχρόνια μίσθωση. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της AirDNA, οι ιδιοκτήτες που ήδη δραστηριοποιούνται στον κλάδο ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο να αγοράσουν επιπλέον ακίνητα από όσους δεν έχουν προηγούμενη εμπειρία. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της εταιρείας, Τζέιμι Λέιν, εξηγεί ότι τα υψηλά επιτόκια, η δυσκολία εύρεσης συμφέρουσας αγοράς και οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι «κάνουν τους νέους επενδυτές πιο διστακτικούς».
Ο Λέιν θεωρεί ότι η εξέλιξη αυτή αποτελεί ένδειξη σταθεροποίησης της αγοράς. Ο αριθμός των ακινήτων που διατίθενται για βραχυχρόνια μίσθωση αυξήθηκε μόλις κατά 1,7% σε ετήσια βάση τον Αύγουστο, ενώ το ποσοστό των ακινήτων που ενοικιάζονται παραμένει σταθερό ή παρουσιάζει μικρή άνοδο, καθώς ο ανταγωνισμός από νέους επενδυτές έχει περιοριστεί.
Οι αγοραστές και οι πωλητές εξοχικών κατοικιών είναι επίσης πιο επιφυλακτικοί. Σε αντίθεση με την κύρια κατοικία, ένα εξοχικό δεν αποτελεί βασική ανάγκη και, όταν αυξάνονται οι οικονομικές πιέσεις, μπορεί να είναι από τα πρώτα έξοδα που περιορίζονται. Έτσι, οι επενδυτές εξετάζουν πλέον πολύ προσεκτικά κάθε αγορά, ενώ όσοι θέλουν να πουλήσουν συχνά διστάζουν να αποδεχθούν ζημίες.
«Ειλικρινά, δεν ξέρω πώς καταφέρνουμε να πουλήσουμε οτιδήποτε εδώ», λέει ο Ντος. «Σχεδόν κάθε πωλητής που συναντώ λέει ότι δεν χρειάζεται να πουλήσει και σχεδόν κάθε αγοραστής ότι δεν χρειάζεται να αγοράσει», είπε.
Οι συναλλαγές, πάντως, συνεχίζονται, αν και συχνά σε τιμές και με όρους που δεν ικανοποιούν πλήρως ούτε τους αγοραστές ούτε τους πωλητές. «Κάποια στιγμή», λέει ο Ντος, «πρέπει να γίνει μια δύσκολη συζήτηση για το τι χρειάζεται να γίνει ώστε να πουληθεί το ακίνητο».
Διαβάστε ακόμη
UBS: Ψήφος εμπιστοσύνης στις ελληνικές τράπεζες – Top pick η Πειραιώς
Γραμμή 4: Χωρίς χρονοδιάγραμμα η επανεκκίνηση του μετροπόντικα
Ο ισοβίτης της αριστερής και ο άρχοντας της μεσαίας: Οι φυλές των λωρίδων στους ελληνικούς δρόμους
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.