Η συζήτηση για τους μισθούς στην Ελλάδα δεν εξαντλείται πλέον στο πόσα ευρώ προστίθενται κάθε χρόνο στον κατώτατο. Για έναν νέο εργαζόμενο, το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: πόσα χρήματα απομένουν στο τέλος του μήνα αφού πληρωθούν ενοίκιο, λογαριασμοί, τρόφιμα και μετακινήσεις και εάν το εισόδημα αρκεί τελικά για μια πραγματικά ανεξάρτητη ζωή.
Εκεί ακριβώς εντοπίζεται μία από τις μεγαλύτερες πιέσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η νεότερη γενιά. Οι αυξήσεις στις κατώτατες αποδοχές βελτιώνουν ονομαστικά το εισόδημα ενός μέρους των εργαζομένων, όμως η ακρίβεια και κυρίως το υψηλό στεγαστικό κόστος απορροφούν σημαντικό κομμάτι αυτής της ενίσχυσης.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η οικονομική αυτονόμηση μετατίθεται χρονικά και η οικογένεια εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικό δίχτυ προστασίας. Ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος επισημαίνει ότι η ελληνική οικογένεια συνεχίζει να στηρίζει οικονομικά τον νέο τουλάχιστον μέχρι την ηλικία των 22 ετών, μια πραγματικότητα που συνδέεται άμεσα με το ύψος των αποδοχών και το κόστος ανεξάρτητης διαβίωσης.
Το ενοίκιο ως μεγαλύτερο εμπόδιο για τους νέους
Η στέγαση αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της απόστασης ανάμεσα στην ονομαστική αύξηση ενός μισθού και στην πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Για έναν νέο που σχεδιάζει να εγκαταλείψει το πατρικό σπίτι, το ενοίκιο αποτελεί μόνο την αρχή της οικονομικής εξίσωσης. Στο μηνιαίο κόστος προστίθενται ηλεκτρικό ρεύμα, κοινόχρηστα, τηλεπικοινωνίες, τρόφιμα, μετακινήσεις και όλες οι υπόλοιπες καθημερινές ανάγκες.
Όταν μεγάλο μέρος του μισθού κατευθύνεται μόνο στην κατοικία, τα περιθώρια για αποταμίευση ή για την κάλυψη έκτακτων αναγκών περιορίζονται δραστικά. Έτσι, ακόμη και εργαζόμενοι με σταθερή απασχόληση μπορεί να δυσκολεύονται να δημιουργήσουν ένα αυτόνομο νοικοκυριό.
Η εικόνα γίνεται ακόμη δυσκολότερη για όσους βρίσκονται στα χαμηλότερα μισθολογικά επίπεδα. Ένας στους τρεις εργαζομένους βρίσκεται κάτω από τα 1.000 ευρώ μηνιαίως, ενώ περίπου έξι στους δέκα κινούνται έως τα 1.200 ευρώ σε μικτές αποδοχές.
Με τέτοια εισοδήματα, η αναζήτηση κατοικίας σε περιοχές όπου τα μισθώματα έχουν αυξηθεί σημαντικά μετατρέπεται σε ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία. Για πολλούς νέους, επομένως, η παραμονή στο οικογενειακό σπίτι δεν αποτελεί τόσο επιλογή τρόπου ζωής όσο οικονομική αναγκαιότητα.
Γιατί η αύξηση του κατώτατου δεν φτάνει σε όλους
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η έκταση στην οποία οι διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού μεταφέρονται στο σύνολο της αγοράς εργασίας.
Η αύξηση του κατώτατου βελτιώνει άμεσα τις αποδοχές εκείνων που αμείβονται στο χαμηλότερο νόμιμο επίπεδο. Μπορεί επίσης να δημιουργεί κάποια πίεση για αναπροσαρμογές σε μισθούς που βρίσκονται λίγο υψηλότερα.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε αύξηση του κατώτατου συμπαρασύρει αυτομάτως προς τα πάνω ολόκληρη τη μισθολογική κλίμακα.
Όσο απομακρύνεται ένας εργαζόμενος από το επίπεδο του κατώτατου μισθού, τόσο περισσότερο η εξέλιξη των αποδοχών του εξαρτάται από άλλους παράγοντες: την ατομική συμφωνία με τον εργοδότη, την ειδικότητα, τη ζήτηση για εργατικό δυναμικό, την προϋπηρεσία και, κυρίως, την ύπαρξη συλλογικής σύμβασης.
Έτσι δημιουργείται μια αγορά εργασίας στην οποία οι κατώτατες αποδοχές μπορούν να αυξάνονται χωρίς να ακολουθούν με τον ίδιο ρυθμό οι μισθοί εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων που βρίσκονται λίγο ή αρκετά υψηλότερα.
Άλλο ο μισθός, άλλο η πραγματική αγοραστική δύναμη
Ακόμη σημαντικότερη είναι η διάκριση μεταξύ ονομαστικού μισθού και πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.
Ένας εργαζόμενος μπορεί να λαμβάνει περισσότερα ευρώ από ό,τι πριν από δύο ή τρία χρόνια, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι βρίσκεται σε καλύτερη οικονομική θέση. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από το πόσο έχουν αυξηθεί στο μεταξύ οι τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών που χρειάζεται καθημερινά.
Εάν, για παράδειγμα, ο μισθός αυξηθεί κατά ένα ποσοστό αλλά το ενοίκιο, τα τρόφιμα, η ενέργεια και οι μετακινήσεις ακριβύνουν περισσότερο, η πραγματική δυνατότητα κατανάλωσης του εργαζομένου μπορεί ακόμη και να υποχωρήσει.
Αυτή η διαφορά εξηγεί και γιατί οι αυξήσεις των κατώτατων αποδοχών δεν γίνονται πάντοτε αισθητές στην καθημερινότητα στον βαθμό που υποδηλώνουν τα ονομαστικά ποσά.
Για τους νέους, η πίεση είναι εντονότερη επειδή η δημιουργία ενός ανεξάρτητου νοικοκυριού συνεπάγεται υψηλά πάγια έξοδα από την πρώτη ημέρα. Η αγορά βασικού εξοπλισμού, η εγγύηση για την ενοικίαση κατοικίας και οι σταθερές μηνιαίες υποχρεώσεις απαιτούν εισόδημα που να αφήνει ένα επαρκές περιθώριο πέρα από τις απολύτως βασικές ανάγκες.
Γι’ αυτό και η οικονομική στήριξη από τους γονείς παραμένει καθοριστική για σημαντικό μέρος της νεότερης γενιάς, ακόμη και όταν τα παιδιά έχουν ήδη εισέλθει στην αγορά εργασίας.
Ο νέος μηχανισμός για τον κατώτατο μισθό
Νέα δεδομένα στη συζήτηση αναμένεται να δημιουργήσει και η αλλαγή του τρόπου με τον οποίο θα προσδιορίζεται ο κατώτατος μισθός από το 2028.
Ο νέος μηχανισμός θα στηρίζεται σε μαθηματικό τύπο, στον οποίο θα λαμβάνονται υπόψη οικονομικές μεταβλητές, μεταξύ των οποίων η εξέλιξη του πληθωρισμού και των μισθών.
Η αλλαγή αυτή περιορίζει τον βαθμό στον οποίο η ετήσια αναπροσαρμογή θα εξαρτάται αποκλειστικά από πολιτικές αποφάσεις και συνδέει περισσότερο την εξέλιξη του κατώτατου με αντικειμενικά οικονομικά δεδομένα.
Ο Γιάννης Καρούζος εκτιμά ότι ο κατώτατος μισθός θα μπορούσε να κινηθεί προς τα 1.000 ευρώ έως το 2030. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτό το σενάριο, το σημαντικότερο ερώτημα δεν θα είναι μόνο εάν θα έχει επιτευχθεί το συγκεκριμένο ονομαστικό επίπεδο.
Το κρίσιμο θα είναι τι θα μπορούν πραγματικά να αγοράσουν τα 1.000 ευρώ εκείνη την περίοδο και, κυρίως, πόσο θα κοστίζουν τότε η κατοικία, τα τρόφιμα, η ενέργεια και οι υπόλοιπες βασικές ανάγκες ενός νοικοκυριού.
Οι συλλογικές συμβάσεις ως «κλειδί» για μεγαλύτερες αυξήσεις
Η μεγαλύτερη πρόκληση βρίσκεται στους μισθούς που είναι υψηλότεροι από τον κατώτατο. Εκεί δεν υπάρχει ένας αυτόματος μηχανισμός που να εγγυάται ότι κάθε αύξηση στη βάση της μισθολογικής πυραμίδας θα μεταφέρεται αναλογικά και στα επόμενα επίπεδα.
Σε αυτό το πεδίο, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας αποκτούν κεντρικό ρόλο. Μέσω των συλλογικών διαπραγματεύσεων μπορούν να καθορίζονται μισθολογικά κλιμάκια, επιδόματα, προσαυξήσεις λόγω προϋπηρεσίας και συνολικά καλύτεροι όροι αμοιβής για μεγαλύτερες ομάδες εργαζομένων.
Η ενίσχυση της κάλυψης από συλλογικές συμβάσεις μπορεί επομένως να αποτελέσει τον μηχανισμό μέσω του οποίου οι αυξήσεις θα περάσουν πέρα από όσους βρίσκονται αποκλειστικά στον κατώτατο μισθό.
Το πρόβλημα της οικονομικής ανεξαρτησίας των νέων, πάντως, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο από την πλευρά των αποδοχών. Μισθοί και στεγαστικό κόστος αποτελούν πλέον δύο πλευρές της ίδιας εξίσωσης.
Όσο το κόστος κατοικίας απορροφά δυσανάλογο μέρος του εισοδήματος, μια μισθολογική αύξηση μπορεί να βελτιώνει τους αριθμούς χωρίς να αλλάζει ουσιαστικά την καθημερινότητα. Και όσο αυτή η ισορροπία δεν μεταβάλλεται, το οικογενειακό σπίτι θα εξακολουθεί να λειτουργεί για πολλούς νέους ως το βασικότερο οικονομικό καταφύγιο στην πορεία προς την ανεξαρτησία.
Διαβάστε ακόμη
Στο σφυρί το GasLog Salem του Πήτερ Λιβανού μετά τη φωτιά στη Damietta
Volkswagen: Φουντώνει η οργή των εργαζομένων – Η δύσκολη αναμέτρηση του Μπλουμε για την αναδιάρθρωση
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.