Ένα νέο μέτωπο ακρίβειας ανοίγει για την ελληνική οικονομία, καθώς η είσοδος στο φθινόπωρο συμπίπτει με την αναζωπύρωση των διεθνών τιμών της ενέργειας. Η επιτάχυνση του πληθωρισμού τον Αύγουστο και η νέα άνοδος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου μέσα στον Σεπτέμβριο επαναφέρουν τον κίνδυνο ενός δύσκολου χειμώνα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με τις πιέσεις να μην περιορίζονται στους λογαριασμούς ενέργειας αλλά να απειλούν να διαχυθούν στο σύνολο της οικονομίας.
Η συγκυρία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά τις νέες εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος. Στο τελευταίο «Note on the Greek Economy», που δημοσιεύθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου, η ΤτΕ προβλέπει ότι ο εναρμονισμένος πληθωρισμός θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3,5% το 2026, κυρίως εξαιτίας των υψηλότερων ενεργειακών τιμών αλλά και της επιμονής των πληθωριστικών πιέσεων στις υπηρεσίες.
Στο βασικό της σενάριο, η κεντρική τράπεζα αναμένει σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στο 2,7% το 2027 και στο 2,2% το 2028. Η πρόβλεψη αυτή, όμως, στηρίζεται σε μία κρίσιμη προϋπόθεση: ότι οι τιμές των ενεργειακών εμπορευμάτων θα υποχωρήσουν.
Προς το παρόν, η εικόνα στις διεθνείς αγορές κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, παρά την αποκλιμάκωση που καταγράφηκε χθες στις τιμές του φυσικού αερίου. Η αβεβαιότητα παραμένει έντονη και η ενέργεια επιστρέφει ως ένας από τους βασικότερους παράγοντες που μπορούν να καθορίσουν την πορεία των τιμών τους επόμενους μήνες.
Ο πληθωρισμός ανέβασε ξανά ταχύτητα
Τα πρώτα σημάδια επιστροφής ισχυρότερων πιέσεων έγιναν ήδη εμφανή τον Αύγουστο. Ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα αυξήθηκε στο 3,7% από 2,7% τον Ιούλιο, ξεπερνώντας το 3,2% της Ευρωζώνης, σύμφωνα με την ανάλυση της Eurobank «7 Ημέρες Οικονομία» της 25ης Σεπτεμβρίου.
Η επιτάχυνση δεν προήλθε αποκλειστικά από την ενέργεια. Οι υπηρεσίες εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό πυρήνα των πληθωριστικών πιέσεων, με σημαντική συμβολή από τις υπηρεσίες οργανωμένων ταξιδιών και διαμονής.
Η νέα άνοδος των ενεργειακών τιμών, ωστόσο, προσθέτει ένα δεύτερο και ιδιαίτερα κρίσιμο κανάλι πίεσης, οι επιπτώσεις του οποίου είναι πιθανό να γίνουν περισσότερο αισθητές μέσα στο φθινόπωρο και τον χειμώνα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επεξεργάζεται η Eurobank, τον Αύγουστο οι υπηρεσίες πρόσθεσαν περίπου 2,2 ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό, ενώ η συμβολή της ενέργειας υπολογίζεται σε περίπου 1,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει και τη μεγάλη αβεβαιότητα για το επόμενο διάστημα. Η ενέργεια δεν επηρεάζει μόνο τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος, την τιμή της βενζίνης ή το κόστος θέρμανσης. Οι ανατιμήσεις μεταφέρονται στις μεταφορές, στην παραγωγή, στην αποθήκευση και στις πρώτες ύλες και μπορούν τελικά να περάσουν στις τιμές ενός πολύ μεγαλύτερου φάσματος προϊόντων και υπηρεσιών.
Το Brent επέστρεψε πάνω από τα 100 δολάρια
Χαρακτηριστική είναι η μεταβολή στην αγορά του πετρελαίου. Η μέση διεθνής τιμή του Brent τον Σεπτέμβριο, έως τις 22 του μήνα, είχε ανέλθει στα 101,2 δολάρια το βαρέλι, έναντι 88,1 δολαρίων τον Αύγουστο και 84 δολαρίων τον Ιούλιο.
Πρόκειται για άνοδο 14,9% μέσα σε έναν μήνα, ενώ σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο του 2025 η αύξηση προσεγγίζει το 50,6%.
Η νέα όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με τη συνέχιση του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας, έχει ενισχύσει τις πιέσεις τόσο στο πετρέλαιο όσο και στο φυσικό αέριο.
Η Eurobank επισημαίνει ότι εάν οι ενεργειακές τιμές παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, ο πληθωρισμός μπορεί να δεχθεί νέα ανοδική ώθηση τους επόμενους μήνες.
Αυτό σημαίνει ότι η εκτίμηση της Τράπεζας της Ελλάδος για μέσο πληθωρισμό 3,5% το 2026 δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την εξέλιξη των διεθνών αγορών. Το βασικό σενάριο προϋποθέτει αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας. Εάν αυτή καθυστερήσει, οι πληθωριστικές πιέσεις μπορεί να αποδειχθούν περισσότερο επίμονες από ό,τι υπολογίζεται σήμερα.
Πώς η ενεργειακή ακρίβεια περνά σε ολόκληρη την οικονομία
Ο σημαντικότερος κίνδυνος δεν περιορίζεται στην άμεση επιβάρυνση από ακριβότερα καύσιμα, φυσικό αέριο και ηλεκτρική ενέργεια. Μεγαλύτερη σημασία έχει η λεγόμενη «δεύτερη μετάδοση» του ενεργειακού κόστους, δηλαδή η μετακύλισή του στην υπόλοιπη οικονομική δραστηριότητα.
Μια επιχείρηση που πληρώνει περισσότερο για ηλεκτρικό ρεύμα, καύσιμα και μεταφορές βρίσκεται ουσιαστικά μπροστά σε τρεις επιλογές: μπορεί να απορροφήσει την επιβάρυνση μειώνοντας το περιθώριο κέρδους της, να περιορίσει την παραγωγή της ή να μεταφέρει μέρος του πρόσθετου κόστους στις τελικές τιμές.
Όσο περισσότερο διαρκεί η ενεργειακή πίεση, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τις επιχειρήσεις να απορροφούν τις ανατιμήσεις. Σε αυτό το σημείο, ένα αρχικά εξωγενές ενεργειακό σοκ μπορεί να μετατραπεί σε ευρύτερο και πιο επίμονο πληθωριστικό φαινόμενο.
Σημάδια αυτής της διαδικασίας καταγράφονται ήδη σε επιμέρους κλάδους της οικονομίας.
Τον Αύγουστο, οι τιμές των υλικών κατασκευής νέων κατοικιών αυξήθηκαν κατά 5% σε ετήσια βάση, όταν έναν χρόνο νωρίτερα η αντίστοιχη αύξηση ήταν 2,5%.
Αξιοσημείωτες ανατιμήσεις καταγράφηκαν, μεταξύ άλλων, στο diesel, στα τούβλα, στους χάλκινους αγωγούς, στο έτοιμο σκυρόδεμα, στα κονιάματα, στα πλαστικά και στα κουφώματα αλουμινίου.
Το ενεργειακό κόστος λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο ως πολλαπλασιαστής της ακρίβειας: ξεκινά από την ενέργεια, περνά στην παραγωγή και στις μεταφορές και μπορεί τελικά να καταλήξει σε υψηλότερο κόστος κατασκευής και ακριβότερα προϊόντα για τον καταναλωτή.
Τα νοικοκυριά έχουν ήδη επιβαρυμένο προϋπολογισμό
Η νέα ενεργειακή πίεση βρίσκει τα ελληνικά νοικοκυριά σε μια περίοδο κατά την οποία μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός τους κατευθύνεται ήδη στην κάλυψη βασικών αναγκών.
Σύμφωνα με την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025, η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών ανήλθε στα 21.842,40 ευρώ, δηλαδή στα 1.820,20 ευρώ τον μήνα, καταγράφοντας αύξηση 5,5% σε σχέση με το 2024. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 5.540 ιδιωτικών νοικοκυριών.
Τη μεγαλύτερη επιβάρυνση στον οικογενειακό προϋπολογισμό προκαλούν τα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά, τα οποία αντιστοιχούν στο 20,4% της συνολικής δαπάνης. Ακολουθούν η στέγαση με 14,7% και οι μεταφορές με 13,6%.
Η συγκεκριμένη διάρθρωση των δαπανών εξηγεί γιατί η ενέργεια αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την εξέλιξη του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος. Οι αυξήσεις στο κόστος θέρμανσης, στο ηλεκτρικό ρεύμα ή στα καύσιμα δεν έρχονται σε ένα ουδέτερο περιβάλλον, αλλά προστίθενται σε έναν οικογενειακό προϋπολογισμό που ήδη επιβαρύνεται σημαντικά από βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Μεγαλύτερο το βάρος για τα χαμηλά εισοδήματα
Η επίδραση μιας νέας ενεργειακής ανατίμησης δεν είναι ίδια για όλα τα νοικοκυριά. Τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα είναι περισσότερο εκτεθειμένα, καθώς μεγαλύτερο ποσοστό του προϋπολογισμού τους κατευθύνεται σε ανελαστικές δαπάνες.
Για το φτωχότερο 20% του πληθυσμού, τα τρόφιμα και η στέγαση απορροφούν συνολικά το 54,4% της καταναλωτικής δαπάνης. Στο πλουσιότερο 20%, το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 34,5%.
Η διαφορά είναι καθοριστική. Όσο μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος ενός νοικοκυριού κατευθύνεται σε τρόφιμα, κατοικία και ενέργεια, τόσο μικρότερο είναι το περιθώριο για να απορροφήσει μια νέα αύξηση των τιμών χωρίς να περιορίσει άλλες δαπάνες.
Έτσι, μια νέα ενεργειακή κρίση μπορεί να έχει πολύ πιο έντονες συνέπειες στα χαμηλότερα εισοδήματα, ακόμη και εάν η ονομαστική αύξηση του ενεργειακού κόστους είναι ίδια για όλους.
Ακριβή ενέργεια και ακριβό χρήμα πιέζουν τις επιχειρήσεις
Στην επιχειρηματική πλευρά, το πρόβλημα αποκτά διαφορετικά χαρακτηριστικά αλλά είναι εξίσου σημαντικό. Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ) έχει επισημάνει τον κίνδυνο που δημιουργεί ο συνδυασμός υψηλού ενεργειακού κόστους και ακριβότερης χρηματοδότησης.
Οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες ταυτόχρονα με ακριβότερη ηλεκτρική ενέργεια, καύσιμα, μεταφορές και πρώτες ύλες, ενώ το υψηλότερο κόστος χρήματος αυξάνει την επιβάρυνση για δανεισμό και επενδύσεις.
Ο συνδυασμός αυτός πιέζει τη ρευστότητα, συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους και μπορεί να οδηγήσει σε αναβολή ή ακύρωση επενδυτικών σχεδίων.
Ιδιαίτερα ευάλωτες είναι οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες συνήθως διαθέτουν λιγότερες εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης και μικρότερα περιθώρια για να απορροφήσουν παρατεταμένες αυξήσεις του λειτουργικού κόστους.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ Βασίλης Κορκίδης έχει περιγράψει την κατάσταση ως «διπλή πίεση» από το ακριβότερο χρήμα και την ακριβή ενέργεια.
Κατά την εκτίμηση του Επιμελητηρίου, η αντιμετώπιση ενός πληθωριστικού κύματος που τροφοδοτείται από ενεργειακούς και γεωπολιτικούς παράγοντες δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στη νομισματική πολιτική. Χρειάζονται παράλληλες παρεμβάσεις τόσο για το ενεργειακό κόστος όσο και για τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Οι δείκτες αντοχής δεν έχουν ακόμη ενσωματώσει το σοκ του Σεπτεμβρίου
Παρά τις νέες πιέσεις, η ελληνική οικονομία μέχρι και τον Αύγουστο δεν εμφάνιζε εικόνα γενικευμένης επιβράδυνσης, σύμφωνα με την ανάλυση της Eurobank.
Ο δείκτης οικονομικού κλίματος διαμορφώθηκε τον Αύγουστο στις 106,9 μονάδες, έναντι 98,4 μονάδων στην Ευρωζώνη, δείχνοντας ότι οι προσδοκίες στην ελληνική οικονομία παρέμεναν σχετικά ισχυρές.
Παράλληλα, ο PMI μεταποίησης ανήλθε στις 54,4 μονάδες, επίπεδο που εξακολουθεί να υποδηλώνει βελτίωση των επιχειρηματικών συνθηκών. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη παρουσίασε επίσης βελτίωση, αν και παρέμεινε σε σχετικά χαμηλά επίπεδα.
Η ανθεκτικότητα αυτή αποτελεί αναμφίβολα θετικό στοιχείο. Υπάρχει, όμως, μια σημαντική χρονική υστέρηση στα διαθέσιμα στοιχεία.
Οι δείκτες οικονομικής συγκυρίας του Αυγούστου δεν έχουν ακόμη ενσωματώσει πλήρως τη νέα αναζωπύρωση των διεθνών ενεργειακών τιμών που σημειώθηκε μέσα στον Σεπτέμβριο. Αυτό σημαίνει ότι η πραγματική επίδραση της νέας ενεργειακής πίεσης στην κατανάλωση, στις επιχειρήσεις και στις επενδύσεις θα αρχίσει να αποτυπώνεται στα δεδομένα των επόμενων μηνών.
Το κρίσιμο ερώτημα για το φθινόπωρο και τον χειμώνα είναι επομένως εάν η ενεργειακή αναζωπύρωση θα παραμείνει ένα εξωτερικό σοκ που η ελληνική οικονομία μπορεί να απορροφήσει ή εάν θα αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια και θα μετατραπεί σε ευρύτερη πίεση στις τιμές.
Τα επόμενα στοιχεία για τον πληθωρισμό, την κατανάλωση, το οικονομικό κλίμα και τις επενδύσεις θα δείξουν εάν η μέχρι σήμερα ανθεκτικότητα της οικονομίας μπορεί να διατηρηθεί απέναντι σε έναν νέο ενεργειακό κραδασμό ή εάν ο φετινός χειμώνας θα φέρει ένα νέο κύμα ακρίβειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Διαβάστε ακόμη
Καπνική Μιχαηλίδης: Μετά τα εργοστάσια, παίρνουν σειρά για το σφυρί τα καπνά (pics)
Σκλαβενίτης: «Φρεσκούλης», 250.000 μερίδες τη μέρα και Food Hall – Το μεγάλο σχέδιο στα τρόφιμα
Κινεζικά αυτοκίνητα: Από τον Δρόμο του Μεταξιού στη λεωφόρο Κηφισίας
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.