Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η συζήτηση για τη στεγαστική κρίση επικεντρώνεται συνήθως στην αύξηση των ενοικίων και των τιμών πώλησης. Υπάρχει, όμως, μία ακόμη διάσταση που γίνεται ολοένα και πιο έντονη και επηρεάζει ιδιαίτερα τους νέους, τους φοιτητές, τους εργαζόμενους που ζουν μόνοι τους και τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά: η σταδιακή εξαφάνιση των μικρών και πραγματικά οικονομικών κατοικιών από τη μακροχρόνια αγορά.

Τα διαμερίσματα των 25 έως 50 τ.μ., που παραδοσιακά αποτελούσαν την πρώτη και περισσότερο προσιτή στεγαστική επιλογή για έναν φοιτητή ή έναν νέο εργαζόμενο, σήμερα συγκαταλέγονται στα πλέον περιζήτητα ακίνητα της αγοράς.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο ότι αυξήθηκαν τα ενοίκια και οι τιμές πώλησης. Είναι ότι περιορίζεται το ίδιο το διαθέσιμο απόθεμα μικρών και οικονομικών κατοικιών, την ώρα που ολοένα περισσότερες κατηγορίες ενδιαφερομένων διεκδικούν τα ίδια ακίνητα.

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επισημάνει ότι η ισχυρή άνοδος των τιμών στην αγορά κατοικίας συνδέεται με την περιορισμένη προσφορά σε σχέση με την αυξημένη ζήτηση, ενώ παράγοντες όπως το απόθεμα κλειστών κατοικιών και η αξιοποίηση ακινήτων για βραχυχρόνια μίσθωση επηρεάζουν τη διαθέσιμη προσφορά.

Τα 25-50 τ.μ. είναι πλέον το πιο «πολυδιεκδικούμενο» τμήμα της αγοράς

Πριν από αρκετά χρόνια, ένα μικρό διαμέρισμα αποτελούσε κατά κύριο λόγο φοιτητική ή εργένικη κατοικία. Σήμερα το ίδιο ακίνητο μπορεί να ενδιαφέρει ταυτόχρονα έναν φοιτητή, έναν νέο εργαζόμενο, ένα μονοπρόσωπο νοικοκυριό, έναν εκπαιδευτικό ή γιατρό που μετακινείται σε άλλη πόλη, έναν εργαζόμενο που χρειάζεται προσωρινή κατοικία, αλλά και έναν επενδυτή που αναζητά ακίνητο με χαμηλότερο συνολικό κεφάλαιο αγοράς και δυνατότητα υψηλότερης απόδοσης.

Παράλληλα, το ίδιο διαμέρισμα μπορεί να αξιοποιηθεί ως επιπλωμένη κατοικία, μεσοπρόθεσμη μίσθωση ή τουριστικό κατάλυμα. Αυτό σημαίνει ότι η φοιτητική κατοικία δεν ανταγωνίζεται πλέον μόνο τη φοιτητική κατοικία. Ο φοιτητής που αναζητά ένα studio ή ένα μικρό δυάρι 30-40 τ.μ. ανταγωνίζεται στην πράξη πολλές διαφορετικές ομάδες ενδιαφερομένων για το ίδιο ακριβώς ακίνητο.
Και όσο αυξάνονται τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά και η ανάγκη για μικρότερες κατοικίες, τόσο μεγαλύτερη γίνεται αυτή η πίεση.

Η βραχυχρόνια μίσθωση ανταγωνίζεται ευθέως το ίδιο στεγαστικό προϊόν

Δεν μπορούμε να εξετάσουμε την έλλειψη μικρών κατοικιών χωρίς να εξετάσουμε και την ανάπτυξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Τα μικρά διαμερίσματα, ιδιαίτερα όταν βρίσκονται στο κέντρο μιας πόλης, κοντά σε σταθμούς μετρό, πανεπιστήμια, τουριστικά σημεία ή εμπορικούς άξονες, είναι ακριβώς τα ακίνητα που μπορούν να αξιοποιηθούν ευκολότερα και για τουριστική χρήση.

Ένα studio 30 τ.μ. ή ένα ανακαινισμένο δυάρι 40 τ.μ. μπορεί να είναι ιδανικό για έναν φοιτητή. Μπορεί όμως ταυτόχρονα να είναι ιδανικό για έναν επισκέπτη της πόλης.

Αυτός ο ανταγωνισμός χρήσεων έχει πραγματικές συνέπειες στη μακροχρόνια αγορά. Δεν είναι τυχαίο ότι η Πολιτεία έχει ήδη προχωρήσει σε περιορισμούς νέων εγγραφών βραχυχρόνιας μίσθωσης σε περιοχές υψηλής στεγαστικής πίεσης.

Το ζητούμενο, βεβαίως, δεν είναι να δαιμονοποιήσουμε μία δραστηριότητα που αποτελεί σημαντικό κομμάτι της τουριστικής οικονομίας – αλλά το πως ένα μέρος των δημοσιονομικών εσόδων να επιστρέφουν σε στοχευμένες στεγαστικές πολιτικές ανά γεωγραφική ζώνη. Δηλαδή, η υπεραξία του real estate να επιστρέφει στην κοινωνία.

Τα μικρά διαμερίσματα μετατράπηκαν σε επενδυτικό προϊόν

Υπάρχει όμως και μία ακόμη σημαντική αλλαγή. Τα μικρά ακίνητα δεν αποτελούν πλέον αποκλειστικά λύση στέγασης. Έχουν μετατραπεί σε ιδιαίτερα ελκυστικό επενδυτικό προϊόν. Ο λόγος είναι σχετικά απλός. Ένα μικρό διαμέρισμα απαιτεί χαμηλότερο συνολικό κεφάλαιο αγοράς σε σχέση με μία οικογενειακή κατοικία, μπορεί να ανακαινιστεί με συγκριτικά μικρότερο συνολικό προϋπολογισμό και διαθέτει πολλές διαφορετικές δυνατότητες αξιοποίησης. Μακροχρόνια μίσθωση, φοιτητική κατοικία, επιπλωμένη ή μεσοπρόθεσμη μίσθωση, βραχυχρόνια μίσθωση ή μεταπώληση μετά την ανακαίνιση.

Έτσι, ένα μέρος του αποθέματος των μικρών κατοικιών περνά σταδιακά από τη λογική της «προσιτής κατοικίας» στη λογική του «επενδυτικού asset». Και όταν η τιμή αγοράς ενός ακινήτου αυξάνεται σημαντικά, ο νέος ιδιοκτήτης θα επιδιώξει αντίστοιχα μεγαλύτερη απόδοση. Η πίεση, επομένως, μεταφέρεται τελικά και στο ζητούμενο μίσθωμα.

Μικρό δεν σημαίνει πλέον και οικονομικό

Αυτό ίσως αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην ελληνική αγορά κατοικίας. Για δεκαετίες θεωρούσαμε σχεδόν αυτονόητο ότι όσο μικρότερο είναι ένα σπίτι τόσο οικονομικότερο θα είναι. Σήμερα αυτή η σχέση έχει διαταραχθεί.

Ένα ανακαινισμένο studio 30 ή 35 τ.μ. σε περιοχή υψηλής ζήτησης μπορεί να καταγράφει ιδιαίτερα υψηλή τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο τόσο στην πώληση όσο και στην ενοικίαση. Επομένως, μπορεί να είναι μικρό σε τετραγωνικά, αλλά όχι μικρό σε κόστος.

Μάλιστα, τα μικρά διαμερίσματα εμφανίζουν συχνά υψηλότερη τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο από μεγαλύτερες κατοικίες, ακριβώς επειδή το συνολικό κεφάλαιο που απαιτείται για την αγορά τους παραμένει χαμηλότερο και επομένως είναι προσβάσιμο σε μεγαλύτερο αριθμό επενδυτών.

Για τη φοιτητική στέγη αυτή η αλλαγή είναι καθοριστική.  Οικογένειες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια περιόριζαν το κόστος αναζητώντας ένα μικρότερο σπίτι, σήμερα διαπιστώνουν ότι ακόμη και αυτή η επιλογή δεν εγγυάται πλέον ένα οικονομικά προσιτό μίσθωμα.

Οι κλειστές κατοικίες αποτελούν το μεγάλο ελληνικό παράδοξο

Την ίδια στιγμή υπάρχει ένα μεγάλο παράδοξο. Μπορεί να έχουμε στεγαστική κρίση και περιορισμένη προσφορά κατοικιών, αλλά ταυτόχρονα διαθέτουμε ένα σημαντικό απόθεμα κατοικιών που παραμένει κλειστό και αναξιοποίητο.

Πολλά μικρά διαμερίσματα προηγούμενων δεκαετιών χρειάζονται ουσιαστική ανακαίνιση, βρίσκονται σε ιδιοκτησιακές ή κληρονομικές εκκρεμότητες ή ανήκουν σε ιδιοκτήτες που δεν διαθέτουν τα κεφάλαια που απαιτούνται για να τα επαναφέρουν στην αγορά.

Αυτό σημαίνει ότι άλλο το συνολικό στεγαστικό απόθεμα μιας χώρας και άλλο το πραγματικά διαθέσιμο, κατοικήσιμο και οικονομικά προσιτό απόθεμα. Γι’ αυτό και η ενεργοποίηση των κλειστών κατοικιών θα πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα οποιασδήποτε σοβαρής στεγαστικής πολιτικής.

Γιατί η νέα οικοδομή δεν δημιουργεί αρκετά οικονομικά μικρά σπίτια

Συχνά ακούμε ότι η λύση στο στεγαστικό πρόβλημα είναι να χτιστούν περισσότερα σπίτια. Πράγματι, η χώρα χρειάζεται νέα προσφορά.

Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι: Τι σπίτια χτίζουμε και σε ποιες τιμές μπορούν τελικά να διατεθούν; Η νέα οικοδομή δεν σημαίνει αυτομάτως και νέα προσιτή κατοικία. Η αξία της γης, το κόστος κατασκευής, η χρηματοδότηση, οι σύγχρονες ενεργειακές προδιαγραφές, οι μελέτες, οι φόροι και συνολικά το κόστος ανάπτυξης ενός ακινήτου έχουν αυξηθεί σημαντικά.

Ο κατασκευαστής, επομένως, σχεδιάζει το προϊόν που μπορεί να αποδώσει οικονομικά. Ακόμη και όταν δημιουργούνται μικρότερες κατοικίες, αυτό δεν σημαίνει ότι δημιουργούνται οικονομικές μικρές κατοικίες. Ένα νεόδμητο studio 35 τ.μ. μπορεί να είναι μικρό ως προς την επιφάνεια, αλλά η τιμή αγοράς του να είναι απαγορευτική για έναν νέο άνθρωπο και η απόδοση που θα επιδιώξει ένας επενδυτής να οδηγεί σε υψηλό μίσθωμα.

Αυτό είναι το βασικό κενό της αγοράς: δεν αρκεί να παράγουμε μικρά σπίτια. Πρέπει να δημιουργούμε και μικρά σπίτια που μπορούν πραγματικά να πληρώσουν οι άνθρωποι που τα χρειάζονται.

Πού εντοπίζεται η μεγαλύτερη πίεση

Το πρόβλημα δεν εμφανίζεται με την ίδια ένταση σε ολόκληρη τη χώρα. Υπάρχουν περιοχές όπου στην ήδη αυξημένη οικιστική και φοιτητική ζήτηση προστίθενται η τουριστική δραστηριότητα, η βραχυχρόνια μίσθωση, η αγορά δεύτερης κατοικίας και το επενδυτικό ενδιαφέρον.
Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Χανιά, Ρόδος και Κέρκυρα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της νέας πραγματικότητας.

Αθήνα: Από Ζωγράφου και Ιλίσια έως Παγκράτι, Αμπελόκηπους και Κυψέλη

Στην Αθήνα η μεγαλύτερη πίεση στα μικρά διαμερίσματα εντοπίζεται κυρίως στις περιοχές του ευρύτερου κέντρου, αλλά και στις γειτονιές με εύκολη πρόσβαση στα πανεπιστήμια και στα μέσα σταθερής τροχιάς. Ζωγράφου, Ιλίσια, Καισαριανή, Παγκράτι, Αμπελόκηποι, Εξάρχεια, Νεάπολη, Κυψέλη, Γκύζη και Κουκάκι αποτελούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

Το ίδιο διαμέρισμα των 30 ή 40 τ.μ. μπορεί να ζητείται από έναν φοιτητή, έναν νέο εργαζόμενο, έναν επενδυτή ή να προσφέρεται ως επιπλωμένη ή βραχυχρόνια μίσθωση.

Στο κέντρο της Αθήνας οι μέσες ζητούμενες τιμές πώλησης έχουν πλέον ξεπεράσει τα 3.000 €/τ.μ., ενώ σε συγκεκριμένες περιοχές υψηλής ζήτησης κινούνται σημαντικά υψηλότερα. Στα μικρά και πλήρως ανακαινισμένα ακίνητα καλής θέσης, η τιμή ανά τετραγωνικό μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Θεσσαλονίκη: Η ζώνη των πανεπιστημίων βρίσκεται στο επίκεντρο

Αντίστοιχη είναι η εικόνα στη Θεσσαλονίκη. Η ζήτηση συγκεντρώνεται παραδοσιακά γύρω από τα πανεπιστήμια και το κέντρο: Καμάρα-Ροτόντα, ΔΕΘ-Πανεπιστήμια, Άγιος Δημήτριος, ιστορικό κέντρο και Λευκός Πύργος, ενώ τα τελευταία χρόνια αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον καταγράφεται και σε άλλες περιοχές του κέντρου.

Οι ζητούμενες τιμές στο κέντρο κινούνται πλέον περίπου στην περιοχή των 3.000 €/τ.μ., ενώ γύρω από τα πανεπιστήμια και σε προνομιακά σημεία μπορούν να διαμορφώνονται υψηλότερα. Και εδώ η κατηγορία των 25-50 τ.μ. είναι ιδιαίτερα περιζήτητη. Πρόκειται ακριβώς για το προϊόν που αναζητά ο φοιτητής, αλλά ταυτόχρονα και για μία από τις πλέον εμπορεύσιμες κατηγορίες για επενδυτική αγορά.

Χανιά: Όταν η φοιτητική κατοικία συναντά μια πανίσχυρη τουριστική αγορά

Στα Χανιά το πρόβλημα αποκτά διαφορετικά χαρακτηριστικά. Στην τοπική και φοιτητική ζήτηση προστίθεται μία εξαιρετικά δυναμική τουριστική αγορά. Η μεγαλύτερη πίεση εντοπίζεται στο κέντρο των Χανίων και στις περιοχές με εύκολη πρόσβαση στην πόλη και στο Πολυτεχνείο Κρήτης. Έτσι δημιουργείται μια ιδιόμορφη σύγκρουση χρήσεων: το ίδιο μικρό σπίτι που τον Σεπτέμβριο χρειάζεται ένας φοιτητής μπορεί κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου να αποκτά πολύ μεγαλύτερη οικονομική αξία ως τουριστικό κατάλυμα.

Τα Χανιά συγκαταλέγονται πλέον στις ακριβότερες αγορές κατοικίας της χώρας, με τις μέσες ζητούμενες τιμές στον Δήμο να κινούνται σε επίπεδα άνω των 3.500 €/τ.μ., ενώ στα μικρά ανακαινισμένα ακίνητα του κέντρου μπορούν να καταγράφονται ακόμη υψηλότερες τιμές.

Ρόδος: Ο μόνιμος κάτοικος ανταγωνίζεται την τουριστική οικονομία

Στη Ρόδο η μεγαλύτερη στεγαστική πίεση παρατηρείται κυρίως στην πόλη της Ρόδου και στις περιοχές που βρίσκονται κοντά στο αστικό κέντρο, όπου συγκεντρώνεται σημαντικό μέρος της ζήτησης για μόνιμη κατοικία. Παράλληλα, η ισχυρή τουριστική οικονομία δημιουργεί πρόσθετο ανταγωνισμό για το διαθέσιμο απόθεμα.

Οι μέσες ζητούμενες τιμές πώλησης στον Δήμο Ρόδου κινούνται πλέον στην περιοχή των 2.500 €/τ.μ., ενώ σε τουριστικές και προνομιακές περιοχές είναι σημαντικά υψηλότερες. Και εδώ η μόνιμη κατοικία, η τουριστική αξιοποίηση και η επενδυτική ζήτηση διεκδικούν συχνά το ίδιο ακίνητο.

Κέρκυρα: Περιορισμένη προσφορά απέναντι σε πολλαπλές μορφές ζήτησης

Ανάλογη είναι η κατάσταση στην Κέρκυρα. Η πόλη της Κέρκυρας, αλλά και οι περιοχές με εύκολη πρόσβαση προς το Ιόνιο Πανεπιστήμιο και τις βασικές υπηρεσίες, παρουσιάζουν αυξημένες ανάγκες για μικρές κατοικίες.

Η ιδιαιτερότητα είναι ότι το νησί διαθέτει ιδιαίτερα ισχυρή τουριστική αγορά και έντονο διεθνές ενδιαφέρον για αγορά ακινήτων. Ως αποτέλεσμα, μέρος του οικιστικού αποθέματος αποκτά πολύ μεγαλύτερη οικονομική αξία όταν απευθύνεται στον τουρισμό ή στην αγορά δεύτερης κατοικίας από ό,τι όταν διατίθεται σε έναν φοιτητή ή έναν νέο εργαζόμενο με μακροχρόνια μίσθωση.

Οι μέσες ζητούμενες τιμές πώλησης στον Δήμο Κέρκυρας προσεγγίζουν πλέον τα 3.000 €/τ.μ., με σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά περιοχή και κατάσταση ακινήτου.

Πόσο κοστίζει πλέον ένα μικρό διαμέρισμα

Η εικόνα των ζητούμενων τιμών δείχνει ότι το μικρό διαμέρισμα δεν αποτελεί πλέον αναγκαστικά τη «φθηνή» είσοδο στην αγορά κατοικίας.
Ειδικά στις ζώνες υψηλής ζήτησης, τα μικρά ακίνητα παρουσιάζουν συχνά premium στην τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο, καθώς το συνολικό τίμημα αγοράς παραμένει χαμηλότερο από εκείνο μιας οικογενειακής κατοικίας και επομένως απευθύνεται σε μεγαλύτερο αριθμό αγοραστών και επενδυτών.

Ενδεικτική εικόνα ζητούμενων τιμών μικρών διαμερισμάτων 25-50 τ.μ. – 2026

Μια δεκαετία που άλλαξε την αξία του μικρού διαμερίσματος

Για να αντιληφθούμε το μέγεθος της αλλαγής, πρέπει να θυμηθούμε πού βρισκόταν η ελληνική κτηματαγορά πριν από μία δεκαετία. Το 2016 η αγορά κατοικίας βρισκόταν ακόμη κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα της πολυετούς οικονομικής κρίσης. Έκτοτε συνέβησαν ταυτόχρονα πολλά.

Η αγορά ακινήτων επέστρεψε σε έντονα ανοδικό κύκλο, ο τουρισμός κατέγραψε διαδοχικά υψηλές επιδόσεις, η βραχυχρόνια μίσθωση επεκτάθηκε, αυξήθηκε το ενδιαφέρον ξένων επενδυτών, τα μικρά ακίνητα μετατράπηκαν σε επενδυτικό προϊόν και το κόστος κατασκευής και ανακαίνισης αυξήθηκε σημαντικά.

Γι’ αυτό και σε αρκετές περιοχές της χώρας η μεταβολή στις ζητούμενες τιμές των μικρών διαμερισμάτων σε σχέση με τα χαμηλά επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας δεν μετριέται πλέον σε 20% ή 30%, αλλά σε διπλασιασμό ή ακόμη μεγαλύτερη αύξηση.

Το πρόβλημα δεν είναι πόσα σπίτια υπάρχουν – αλλά πόσα είναι πραγματικά διαθέσιμα

Η στεγαστική πολιτική οφείλει πλέον να εξετάζει το ζήτημα διαφορετικά. Δεν αρκεί να μετράμε πόσες κατοικίες υπάρχουν συνολικά.

Πρέπει να γνωρίζουμε:
• Πόσες είναι πραγματικά διαθέσιμες;
• Πόσες παραμένουν κλειστές;
• Πόσες έχουν μεταφερθεί σε άλλες χρήσεις;
• Πόσες μπορούν να ενοικιαστούν σε τιμή συμβατή με τα εισοδήματα ενός νέου ανθρώπου ή μιας οικογένειας;
Και, κυρίως, πόσες νέες οικονομικές κατοικίες δημιουργούνται κάθε χρόνο;

Γιατί μπορεί θεωρητικά να υπάρχουν χιλιάδες κατοικίες σε μία πόλη και ταυτόχρονα ένας φοιτητής να μην μπορεί να βρει ούτε ένα αξιοπρεπές studio σε τιμή που μπορεί να πληρώσει η οικογένειά του.

Χρειαζόμαστε πολιτική ειδικά για τα μικρά και προσιτά διαμερίσματα

Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί ένα διαφορετικό μείγμα πολιτικής.

• Χρειάζονται ισχυρότερα κίνητρα ώστε να επιστρέψουν κλειστά μικρά ακίνητα στη μακροχρόνια μίσθωση.
• Προγράμματα ανακαίνισης που θα συνδέουν την κρατική ενίσχυση με τη διάθεση του ακινήτου σε πραγματικά προσιτό μίσθωμα.
• Αξιοποίηση δημόσιων και δημοτικών ακινήτων.
• Ανάπτυξη κοινωνικής και προσιτής κατοικίας.
• Ουσιαστική επιτάχυνση των νέων φοιτητικών εστιών.
• Και κίνητρα προς τον ιδιωτικό τομέα για την κατασκευή και διάθεση μικρών κατοικιών με προσιτούς όρους.
• Χρειάζεται επίσης γεωγραφική στόχευση.

Δεν αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα κάθε περιοχή της χώρας. Άλλες ανάγκες έχει το κέντρο της Αθήνας, άλλες η Θεσσαλονίκη και διαφορετικές ανάγκες τα Χανιά, η Ρόδος και η Κέρκυρα, όπου η στεγαστική αγορά συνδέεται άμεσα και με τον τουρισμό.

Ο φοιτητής ανταγωνίζεται πλέον τέσσερις διαφορετικές αγορές

Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζουν κυρίως το πρόβλημα του συνδυασμού φοιτητικής, μόνιμης και επενδυτικής ζήτησης.

Στα Χανιά, στη Ρόδο και στην Κέρκυρα προστίθεται ένας ακόμη εξαιρετικά ισχυρός παράγοντας: ο τουρισμός.
Έτσι, ο φοιτητής ή ο νέος εργαζόμενος δεν ανταγωνίζεται πλέον μόνο κάποιον άλλο που αναζητά ένα σπίτι για να κατοικήσει.
• Ανταγωνίζεται τον επενδυτή.
• Τον αγοραστή δεύτερης κατοικίας.
• Τον επισκέπτη της βραχυχρόνιας μίσθωσης.
• Και σε αρκετές περιπτώσεις τον ξένο αγοραστή που διαθέτει εντελώς διαφορετική αγοραστική δύναμη.

Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί τα 25-50 τ.μ. εξελίσσονται σε μία από τις πιο δυσεύρετες κατηγορίες κατοικίας στην Ελλάδα.
Η φοιτητική στέγη είναι ίσως ο πρώτος και πιο καθαρός καθρέφτης αυτής της πραγματικότητας. Κάθε καλοκαίρι χιλιάδες οικογένειες αναζητούν ταυτόχρονα ακριβώς το ίδιο προϊόν: ένα αξιοπρεπές διαμέρισμα 25-50 τ.μ., κοντά σε μέσα μεταφοράς ή στο πανεπιστήμιο και – κυρίως – σε οικονομικά διαχειρίσιμο μίσθωμα. Και ακριβώς αυτό το προϊόν είναι που γίνεται ολοένα και πιο δυσεύρετο.

Γι’ αυτό η απάντηση στη στεγαστική κρίση δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά σε επιδόματα που βοηθούν τον πολίτη να ακολουθήσει την άνοδο των τιμών.

Η πραγματική στεγαστική πολιτική πρέπει να αυξάνει την προσφορά εκεί όπου υπάρχει πραγματική κοινωνική ανάγκη.
• Να επαναφέρει κλειστά σπίτια στην αγορά.
• Να προστατεύει το οικιστικό απόθεμα στις περιοχές μεγάλης πίεσης.
• Να δημιουργεί νέες φοιτητικές εστίες.
• Να κινητοποιεί δημόσια και ιδιωτικά ακίνητα.
• Και, κυρίως, να δημιουργεί ξανά αυτό που σήμερα λείπει περισσότερο από την αγορά: μικρά, αξιοπρεπή και πραγματικά οικονομικά σπίτια.

Γιατί το μεγάλο στεγαστικό ερώτημα της επόμενης ημέρας δεν θα είναι απλώς εάν υπάρχουν κατοικίες. Θα είναι εάν υπάρχουν κατοικίες που ένας φοιτητής, ένας νέος εργαζόμενος ή ένα μονοπρόσωπο νοικοκυριό μπορεί πραγματικά να πληρώσει.

 

*Ο Θεμιστοκλής Μπάκας είναι Πρόεδρος Πανελλαδικού Δικτύου E-Real Estates

Διαβάστε ακόμη  

Τα δύο πλοία που ανοίγουν τον δρόμο για τη γεώτρηση ExxonMobil – Energean το 2027 στο Ιόνιο

Αναπτυξιακός νόμος: Επενδύσεις 3,1 δισ. ευρώ για δουλειές στην Περιφέρεια

Νέο περιστατικό ασφαλείας: AI agents της OpenAI «σάρωσαν» 16.000 φορές ιστοσελίδα του ΟΗΕ και παρέκαμψαν περιορισμούς

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ