Η Ευρώπη βρίσκεται και πάλι μπροστά σε μια δύσκολη ενεργειακή εξίσωση. Λίγους μήνες πριν από την έναρξη της περιόδου υψηλής κατανάλωσης, οι αποθήκες φυσικού αερίου παραμένουν αισθητά χαμηλότερα από τα επίπεδα που θα προσέφεραν άνεση για τον χειμώνα, ενώ η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή έχει περιορίσει τις διαθέσιμες ποσότητες LNG και έχει αυξήσει τον ανταγωνισμό με την Ασία.
Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερο αέριο. Είναι ότι πρέπει να το αγοράσει σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς ροές έχουν διαταραχθεί, το Κατάρ έχει περιορίσει τις εξαγωγικές του δυνατότητες και οι τιμές παραμένουν αρκετά υψηλές ώστε να αποθαρρύνουν τους traders από το να αγοράζουν σήμερα για παράδοση τον χειμώνα.
Η πληρότητα των ευρωπαϊκών αποθηκών είχε υποχωρήσει στις αρχές Αυγούστου περίπου στο 59%, το χαμηλότερο εποχικό επίπεδο από το 2009. Αυτό σημαίνει ότι η ήπειρος εισέρχεται στην τελική ευθεία πριν από τον χειμώνα με σαφώς μικρότερο «μαξιλάρι» ασφαλείας.
Το Ορμούζ μπλοκάρει τις ροές LNG
Η σημαντικότερη αλλαγή σε σχέση με έναν χρόνο πριν είναι η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ. Από εκεί περνά υπό κανονικές συνθήκες περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων ροών υγροποιημένου φυσικού αερίου, με το Κατάρ να αποτελεί έναν από τους βασικότερους προμηθευτές Ευρώπης και Ασίας.
Ο πόλεμος και οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα έχουν ουσιαστικά αποκόψει σημαντικό μέρος αυτής της προσφοράς. Για την Ευρώπη το πλήγμα είναι διπλό. Από τη μία πλευρά χάνονται φορτία που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στις ευρωπαϊκές αποθήκες. Από την άλλη, οι ασιατικές χώρες, ιδιαίτερα όσες εξαρτώνται περισσότερο από το LNG του Κόλπου, διεκδικούν πιο επιθετικά τις διαθέσιμες ποσότητες από άλλους προμηθευτές.
Το αποτέλεσμα είναι ένας διεθνής ανταγωνισμός για φορτία που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα ήταν σαφώς περισσότερα.
Η πίεση γίνεται μεγαλύτερη εξαιτίας και των υψηλών θερμοκρασιών στην Ασία, οι οποίες αυξάνουν την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας για ψύξη. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τη ζήτηση για φυσικό αέριο την ίδια ακριβώς περίοδο που η Ευρώπη προσπαθεί να γεμίσει τις αποθήκες της.
Γιατί οι υψηλές τιμές δεν βοηθούν την αποθήκευση
Θεωρητικά, η αγορά λειτουργεί με έναν απλό μηχανισμό: οι traders αγοράζουν φθηνότερα το καλοκαίρι, αποθηκεύουν και πουλούν ακριβότερα τον χειμώνα. Φέτος, όμως, αυτή η λογική έχει διαταραχθεί.
Οι ανησυχίες για άμεσες ελλείψεις έχουν οδηγήσει αρκετές φορές τις καλοκαιρινές τιμές φυσικού αερίου πάνω από τις χειμερινές. Όταν συμβαίνει αυτό, μειώνεται δραστικά το οικονομικό κίνητρο για αποθήκευση.
Για έναν ιδιώτη trader, δεν έχει νόημα να αγοράζει ακριβό αέριο τον Αύγουστο, να πληρώνει κόστος αποθήκευσης και να αναλαμβάνει τον κίνδυνο να το πουλήσει φθηνότερα τον Δεκέμβριο ή τον Ιανουάριο.
Αυτή η στρέβλωση είχε ήδη εμφανιστεί το 2025, όταν η διαδικασία αναπλήρωσης των ευρωπαϊκών αποθεμάτων αποδείχθηκε δύσκολη. Οι αποθήκες μπήκαν στον περασμένο χειμώνα χαμηλότερα από το συνηθισμένο και στη συνέχεια μειώθηκαν περαιτέρω εξαιτίας περιόδων χαμηλής αιολικής παραγωγής, οι οποίες αύξησαν την κατανάλωση αερίου για ηλεκτροπαραγωγή.
Η σημερινή κρίση βρίσκει έτσι την Ευρώπη χωρίς το επίπεδο αποθεμάτων που θα επιθυμούσε.
Το κρίσιμο 30% των χειμερινών αναγκών
Οι υπόγειες αποθήκες αποτελούν κρίσιμο πυλώνα της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας. Σε έναν τυπικό χειμώνα καλύπτουν περίπου το 30% της συνολικής κατανάλωσης φυσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ στις πιο ψυχρές ημέρες η συμβολή τους μπορεί να ξεπεράσει το 50%.
Αυτό συμβαίνει επειδή οι εισαγωγές μέσω αγωγών και τα φορτία LNG δεν επαρκούν από μόνα τους για να καλύψουν τις αιχμές της ζήτησης.
Όταν πέφτει η θερμοκρασία, η κατανάλωση για θέρμανση αυξάνεται απότομα. Και αν ταυτόχρονα υπάρχει χαμηλή παραγωγή από αιολικά, το φυσικό αέριο καλείται να καλύψει επιπλέον ανάγκες στην ηλεκτροπαραγωγή.
Ακόμη και με τη Νορβηγία, την Αλγερία και τις ΗΠΑ να στέλνουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερες ποσότητες, οι αποθήκες παραμένουν απαραίτητες για να ισορροπεί το σύστημα.
Γι’ αυτό η σημερινή χαμηλή πληρότητα δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η Ευρώπη θα ξεμείνει από αέριο. Σημαίνει, όμως, ότι θα διαθέτει μικρότερο περιθώριο αντίδρασης σε περίπτωση βαρύ χειμώνα ή νέας διακοπής προσφοράς.
Η διαφορετική στρατηγική Γερμανίας και Ιταλίας
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν ακολουθούν κοινή γραμμή ως προς το αν πρέπει να στηρίξουν οικονομικά την αποθήκευση.
Η Ιταλία έχει ανανεώσει τα κίνητρα ώστε οι εταιρείες να αυξήσουν τα αποθέματα. Η χώρα έχει ιδιαίτερο λόγο να κινηθεί επιθετικά, καθώς αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ευρωπαϊκούς αγοραστές LNG από το Κατάρ.
Η Γερμανία, αντίθετα, παραμένει περισσότερο επιφυλακτική απέναντι σε άμεσες κρατικές παρεμβάσεις, παρότι τα επίπεδα των αποθεμάτων της υπολείπονται εκείνων της Ιταλίας και της Γαλλίας.
Η λογική του Βερολίνου είναι ότι οι ιδιωτικοί φορείς μπορούν να αναπληρώσουν τις αποθήκες χωρίς κρατική παρέμβαση. Το ρίσκο είναι ότι, εάν οι τιμές παραμείνουν δυσμενείς για την αποθήκευση, η αγορά μπορεί να μην κινηθεί αρκετά γρήγορα.
Από την άλλη πλευρά, μια κρατική εντολή για μαζικές αγορές θα μπορούσε να προκαλέσει νέο ράλι τιμών, καθώς αρκετές χώρες θα ανταγωνίζονταν ταυτόχρονα για περιορισμένα φορτία.
Ο κίνδυνος είναι περισσότερο το κόστος παρά η επάρκεια
Η Ευρώπη πιθανότατα θα καταφέρει να εξασφαλίσει τις ποσότητες που χρειάζεται. Το μεγάλο ερώτημα είναι με ποια τιμή.
Οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου βρίσκονται ήδη πολύ υψηλότερα από τα αντίστοιχα επίπεδα του 2025. Αν η προσφορά LNG παραμείνει περιορισμένη, οι αγοραστές θα χρειαστεί να προσφέρουν υψηλότερες τιμές για να προσελκύσουν φορτία που διαφορετικά θα κατευθύνονταν στην Ασία.
Αυτό θα περάσει σταδιακά στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και θέρμανσης, αλλά και στο κόστος λειτουργίας της βιομηχανίας.
Η ανάμνηση της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης παραμένει νωπή. Η νέα πίεση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλότερο ενεργειακό κόστος σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους στις ΗΠΑ και άλλες αγορές.
Τι θα άλλαζε μια συμφωνία στο Ιράν
Η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ θα μπορούσε να αλλάξει σημαντικά την εικόνα. Η αποκατάσταση της ασφαλούς ναυσιπλοΐας θα ξεκλείδωνε ξανά τις εξαγωγές LNG του Περσικού Κόλπου και θα ενίσχυε την προσφορά προς Ευρώπη και Ασία.
Η βελτίωση, ωστόσο, δεν θα ήταν άμεση. Ένα δεξαμενόπλοιο LNG χρειάζεται περίπου δύο εβδομάδες ή περισσότερο για να ταξιδέψει από το Κατάρ στα ευρωπαϊκά λιμάνια. Επιπλέον, θα χρειαστεί χρόνος ώστε να επανέλθει πλήρως η παραγωγή και η λειτουργία των εξαγωγικών εγκαταστάσεων.
Η Ευρώπη, επομένως, δεν μπορεί να βασιστεί μόνο σε ένα πιθανό τέλος του πολέμου. Η επόμενη περίοδος θα κριθεί από το πόσο γρήγορα θα αυξηθούν τα αποθέματα φυσικού αερίου, πόσο έντονος θα παραμείνει ο ανταγωνισμός για LNG και αν οι κυβερνήσεις θα αποφασίσουν τελικά να παρέμβουν.
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο αν θα υπάρχει αρκετό αέριο για τον χειμώνα. Είναι αν η Ευρώπη θα μπορέσει να το εξασφαλίσει χωρίς να πληρώσει ξανά ένα ιδιαίτερα υψηλό ενεργειακό τίμημα.
Διαβάστε ακόμη
Oι Λιβανέζοι που, μετά την Αθήνα, επενδύουν στο real estate της Σύρου (pics)
Τα τρελά ποσά στις μεταγραφές του ποδοσφαίρου
Το «τρίγωνο του λιθίου»: Η νέα μάχη για τον λευκό χρυσό της Νότιας Αμερικής
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.