Σε άλλες εποχές, ένα τόσο βίαιο ενεργειακό σοκ θα είχε ήδη οδηγήσει την παγκόσμια οικονομία σε βαθιά ύφεση, προκαλώντας πανικό στις αγορές, εκτόξευση του πληθωρισμού και αλυσιδωτές καταρρεύσεις στην παραγωγή. Κι όμως, παρά το μπλόκο στα Στενά του Ορμούζ και την απώλεια εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου καθημερινά από την παγκόσμια αγορά, οι μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη συνεχίζουν να εμφανίζουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα.
Το σοκ θεωρείται ήδη το σοβαρότερο από τη δεκαετία του 1970, ωστόσο οι αγορές δεν έχουν καταρρεύσει, πολλές οικονομίες παραμένουν λειτουργικές και οι επενδύσεις εξακολουθούν να κινούνται σε υψηλά επίπεδα. Η εικόνα αυτή διαφοροποιείται αισθητά από τις ενεργειακές κρίσεις των δεκαετιών του 1970 και του 1990, όταν οι επιπτώσεις στην ανάπτυξη και στην κατανάλωση ήταν σχεδόν άμεσες.
Το μπλόκο στα Στενά του Ορμούζ και οι επιπτώσεις
Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει αφαιρέσει από την αγορά περίπου 13 εκατομμύρια βαρέλια ενεργειακών προμηθειών ημερησίως, προκαλώντας αλυσιδωτές πιέσεις σε μεταφορές, βιομηχανία και κατανάλωση.
Σε αρκετές περιοχές έχουν ήδη εμφανιστεί μπλακάουτ, δελτία καυσίμων και περιοριστικά μέτρα στην κατανάλωση ενέργειας, ενώ επιχειρήσεις και κυβερνήσεις προσπαθούν να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον υψηλού κόστους.
Η τιμή του Brent έχει αυξηθεί κατά τουλάχιστον 50% από την έναρξη της σύγκρουσης, εντείνοντας τις ανησυχίες για νέες πληθωριστικές πιέσεις και πιθανή επιβράδυνση της ανάπτυξης.
Όσο περισσότερο διαρκεί το κλείσιμο της θαλάσσιας διόδου, τόσο αυξάνονται και οι πιθανότητες ύφεσης, ιδιαίτερα για οικονομίες με υψηλή ενεργειακή εξάρτηση.
Τα αποθέματα και η ενεργειακή αποδοτικότητα
Ένας από τους βασικούς λόγους που η παγκόσμια οικονομία αντέχει μέχρι στιγμής είναι η ύπαρξη σημαντικών κρατικών ενεργειακών αποθεμάτων.
Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα διέθεταν στις αρχές του έτους αποθέματα που επαρκούν περίπου για 200 ημέρες, ενώ η Ευρώπη είχε περίπου 130 ημέρες κάλυψης και η Κίνα περίπου 100.
Τα αποθέματα αυτά λειτουργούν ως ασπίδα απέναντι στις ελλείψεις και περιορίζουν τον άμεσο πανικό στις αγορές ενέργειας.
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο παίζει και η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις, η ποσότητα ενέργειας που απαιτείται για την παραγωγή ενός δολαρίου ΑΕΠ έχει μειωθεί περίπου κατά ένα τρίτο σε Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρώπη από το 2000 μέχρι σήμερα, ενώ στην Κίνα η βελτίωση προσεγγίζει το 40%.
Η εξέλιξη αυτή επιτρέπει στις οικονομίες να απορροφούν πιο αποτελεσματικά μέρος των κραδασμών που προκαλεί η ενεργειακή κρίση.
Ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης και των ΑΠΕ
Σημαντική ώθηση στην παγκόσμια οικονομία προσφέρει και το κύμα επενδύσεων γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.
Η ταχεία ανάπτυξη των data centers, η αυξημένη ζήτηση για τσιπ, εξοπλισμό και ηλεκτρονικές υποδομές δημιουργούν έναν νέο κύκλο επενδυτικής δραστηριότητας, ιδιαίτερα στην Ασία.
Οι εξαγωγές τεχνολογικού εξοπλισμού και η υψηλή ζήτηση για ασιατικής κατασκευής ημιαγωγούς λειτουργούν ως σημαντικό αντίβαρο στις πιέσεις που προκαλεί το ενεργειακό κόστος.
Ταυτόχρονα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποκτούν όλο και μεγαλύτερο ρόλο στο ενεργειακό μίγμα των ανεπτυγμένων οικονομιών.
Η μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ, η βελτίωση της αποδοτικότητας των ηλεκτρικών συσκευών και ο εκσυγχρονισμός των βιομηχανικών διαδικασιών έχουν περιορίσει σημαντικά την ενεργειακή ένταση της οικονομικής δραστηριότητας.
Οι κίνδυνοι παραμένουν
Παρά την έως τώρα ανθεκτικότητα, οι κίνδυνοι για την παγκόσμια οικονομία παραμένουν έντονοι.
Αν το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ συνεχιστεί και μέσα στο επόμενο έτος, διεθνείς οργανισμοί προειδοποιούν ότι η παγκόσμια ανάπτυξη μπορεί να υποχωρήσει κοντά στο 2%.
Οι μεγαλύτερες πιέσεις καταγράφονται ήδη στις φτωχότερες χώρες, οι οποίες δεν διαθέτουν μεγάλα αποθέματα, δημοσιονομικά περιθώρια ή πρόσβαση στις επενδύσεις που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη.
Σε πολλές από αυτές τις οικονομίες, οι ενεργειακές ελλείψεις οδηγούν σε κλείσιμο εργοστασίων, ενώ το αυξημένο κόστος εισαγωγών επιβαρύνει σοβαρά τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Οι κεντρικές τράπεζες, πάντως, εμφανίζονται προς το παρόν πιο προσεκτικές σε σχέση με το 2022, όταν η ενεργειακή κρίση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία συνέπεσε με ήδη αυξημένο πληθωρισμό και οδήγησε σε επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων.
Σήμερα, οι νομισματικές αρχές επιχειρούν να αξιολογήσουν αν η άνοδος στις τιμές ενέργειας θα έχει μόνιμο χαρακτήρα ή αν πρόκειται για προσωρινό σοκ.
Πόσα σοκ αντέχει ακόμη η οικονομία;
Αρκετοί οικονομολόγοι εκφράζουν πλέον ανησυχία για το αν η παγκόσμια οικονομία μπορεί να συνεχίσει να απορροφά διαδοχικά σοκ χωρίς σοβαρές μακροπρόθεσμες συνέπειες.
Η πανδημία, η ενεργειακή κρίση, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και οι εμπορικές εντάσεις έχουν αφήσει πίσω τους χαμηλότερες επενδύσεις, περιορισμένη επιχειρηματική εμπιστοσύνη και πιο στενά δημοσιονομικά περιθώρια.
Παρά την τρέχουσα ανθεκτικότητα, η διάρκεια της κρίσης θα αποδειχθεί τελικά ο πιο κρίσιμος παράγοντας για το αν η διεθνής οικονομία θα συνεχίσει να αντέχει ή αν θα εισέλθει σε μια νέα περίοδο επιβράδυνσης.
Διαβάστε ακόμη
Ποιους κλάδους χρηματοδοτούν οι τράπεζες – Πάνω από τα 14 δισ. ευρώ η πιστωτική επέκταση το 2026
H μεγάλη μάχη των marketplaces για τα 9 δισ. δολάρια της ΝΑ Ευρώπης (pics)
Έρχεται και στην Ελλάδα το «κλείδωμα» φόρου πριν την επένδυση
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.