Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης αλλάζει τις ισορροπίες στον ευρωπαϊκό Βορρά, με τη Νορβηγία να καθιστά σαφές ότι δεν προτίθεται να εγκαταλείψει την αξιοποίηση των κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου στην Αρκτική. Το Όσλο σχεδιάζει να συνεχίσει την ανάπτυξη της Θάλασσας του Μπάρεντς, ακόμη και αν οι ευρωπαϊκές πολιτικές παραμένουν επιφυλακτικές απέναντι στις νέες εξορύξεις υδρογονανθράκων στις αρκτικές περιοχές.

Η νορβηγική στρατηγική αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα μετά τη ριζική αναδιάταξη του ενεργειακού χάρτη που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η χώρα έχει αναδειχθεί στον μεγαλύτερο προμηθευτή φυσικού αερίου της Ευρώπης, καλύπτοντας περίπου το 30% της ζήτησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Βρετανία.

Το πρόβλημα για το Όσλο και, κατ’ επέκταση, για τους Ευρωπαίους καταναλωτές βρίσκεται στην επόμενη δεκαετία. Παρά την ισχυρή σημερινή παραγωγή, οι υφιστάμενες εκτιμήσεις δείχνουν αισθητή κάμψη μετά το 2030, εφόσον δεν εντοπιστούν και δεν αναπτυχθούν νέα κοιτάσματα.

Η νορβηγική παραγωγή φυσικού αερίου κινήθηκε πέρυσι κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ εκείνη του πετρελαίου έφθασε στο υψηλότερο σημείο από το 2009. Ωστόσο, καθώς τα ώριμα κοιτάσματα σταδιακά εξαντλούνται, η διατήρηση της παραγωγικής δυναμικότητας προϋποθέτει νέες επενδύσεις. Και ένα σημαντικό μέρος των μελλοντικών ευκαιριών βρίσκεται βορειότερα, στη Θάλασσα του Μπάρεντς.

Η Αρκτική στο επίκεντρο της ενεργειακής στρατηγικής

Η στάση αυτή δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίθεση με την ευρωπαϊκή πολιτική για την Αρκτική. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υποστηρίξει περιορισμούς στην ανάπτυξη νέων έργων πετρελαίου και φυσικού αερίου στην περιοχή, επικαλούμενη την ανάγκη προστασίας ενός ιδιαίτερα ευαίσθητου οικοσυστήματος.

Η νέα πραγματικότητα της ενεργειακής ασφάλειας, ωστόσο, έχει περιπλέξει τη συζήτηση. Η μεγάλη μείωση της εξάρτησης από το ρωσικό αέριο, η αυξημένη σημασία του LNG και οι γεωπολιτικές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα εάν η Ευρώπη μπορεί να αποκλείσει εκ των προτέρων νέες πηγές εφοδιασμού.

Η Νορβηγία επιχειρεί να διαφοροποιήσει τη δική της περίπτωση από άλλες περιοχές της Αρκτικής. Υποστηρίζει ότι οι ζώνες της Θάλασσας του Μπάρεντς που έχουν ανοίξει για πετρελαϊκή δραστηριότητα είναι απαλλαγμένες από πάγους, παρουσιάζοντας συνθήκες περισσότερο συγκρίσιμες με εκείνες της Βόρειας Θάλασσας.

Το Όσλο συνδέει παράλληλα την ανάπτυξη των κοιτασμάτων με μια ευρύτερη οικονομική και γεωπολιτική στρατηγική. Οι επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα στηρίζουν θέσεις εργασίας και οικονομική δραστηριότητα στις βόρειες περιοχές της χώρας, κοντά στα σύνορα με τη Ρωσία. Με αυτόν τον τρόπο, η παρουσία της πετρελαϊκής βιομηχανίας αποκτά διάσταση που ξεπερνά την παραγωγή υδρογονανθράκων.

Η λογική είναι επίσης ότι το πετρέλαιο που θα παράγεται στην περιοχή δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ευρωπαϊκή αγορά. Μπορεί να διοχετεύεται διεθνώς, ενώ το φυσικό αέριο θα έχει τη δυνατότητα να μετατρέπεται σε LNG και να εξάγεται σε διαφορετικούς προορισμούς.

Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο κρίσιμη επειδή οι νέες επενδύσεις απαιτούν χρόνια μέχρι να φτάσουν στην παραγωγή. Αυτό αποτελεί και το βασικό επιχείρημα όσων αντιτίθενται στην επέκταση των γεωτρήσεων: νέα αρκτικά έργα δύσκολα μπορούν να αντιμετωπίσουν τις άμεσες ενεργειακές πιέσεις της Ευρώπης.

Για τη Νορβηγία, όμως, το ερώτημα αφορά περισσότερο το ενεργειακό ισοζύγιο της δεκαετίας του 2030 παρά τις ανάγκες του επόμενου χειμώνα. Εάν οι επενδύσεις καθυστερήσουν σήμερα, η παραγωγική υποχώρηση των επόμενων ετών θα είναι πολύ δυσκολότερο να ανακοπεί αργότερα.

Τέλος στο αφήγημα της «πράσινης μπαταρίας»

Παράλληλα με την επιμονή στους υδρογονάνθρακες, το Όσλο επαναπροσδιορίζει και τον ρόλο του στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Για χρόνια η Νορβηγία παρουσιαζόταν ως η «πράσινη μπαταρία» της Ευρώπης, χάρη στο τεράστιο υδροηλεκτρικό της σύστημα.

Οι μεγάλοι ταμιευτήρες επιτρέπουν στη χώρα να αποθηκεύει ουσιαστικά ενέργεια με τη μορφή νερού και να αυξάνει την παραγωγή ηλεκτρισμού όταν υπάρχει ανάγκη. Μέσω των διεθνών διασυνδέσεων, η πλεονάζουσα ηλεκτρική ενέργεια μπορεί να διοχετεύεται σε ευρωπαϊκές αγορές, συμπεριλαμβανομένων της Γερμανίας και της Βρετανίας.

Η αντίληψη ότι η Νορβηγία μπορεί να λειτουργήσει ως ο μεγάλος εξισορροπητικός μηχανισμός μιας Ευρώπης με ολοένα μεγαλύτερη παραγωγή από αιολικά και φωτοβολταϊκά θεωρείται πλέον υπερβολική. Το μέγεθος του ευρωπαϊκού συστήματος και η ταχύτητα ανάπτυξης των μεταβλητών ΑΠΕ καθιστούν αδύνατο για μία μόνο χώρα να αναλάβει αυτόν τον ρόλο.

Υπάρχει, όμως, και μια εσωτερική διάσταση. Οι νέες ηλεκτρικές διασυνδέσεις συνέδεσαν στενότερα τη νορβηγική αγορά με την ηπειρωτική Ευρώπη, αλλά ταυτόχρονα έκαναν τις εγχώριες τιμές περισσότερο ευάλωτες στις ευρωπαϊκές διακυμάνσεις. Όταν οι τιμές στη Γερμανία ή σε άλλες αγορές εκτοξεύονται, οι επιπτώσεις μπορούν να μεταφερθούν μέσω των διασυνδέσεων και στη Νορβηγία.

Αυτό έχει ενισχύσει τις αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας, όπου η ενεργειακή πολιτική καλείται πλέον να ισορροπήσει μεταξύ των εσόδων από τις εξαγωγές, της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και της προστασίας των Νορβηγών καταναλωτών.

Το μήνυμα προς την Ευρώπη

Η νέα νορβηγική προσέγγιση συνοδεύεται από ένα σαφές μήνυμα προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις: η ενεργειακή μετάβαση χρειάζεται περισσότερη σταθερή παραγωγή και δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στις διασυνδέσεις και στις εισαγωγές.

Το κλείσιμο μονάδων άνθρακα και πυρηνικών εργοστασίων, σε συνδυασμό με τις περιορισμένες επενδύσεις σε νέες μονάδες φυσικού αερίου, έχει μειώσει σε αρκετές αγορές τη διαθέσιμη ελεγχόμενη ισχύ που μπορεί να ενεργοποιείται ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες.

Η αύξηση της παραγωγής από αιολική και ηλιακή ενέργεια παραμένει κεντρικός πυλώνας της ευρωπαϊκής ενεργειακής μετάβασης. Όσο όμως αυξάνεται η συμμετοχή τους στο σύστημα, μεγαλώνει παράλληλα η ανάγκη για αποθήκευση, δίκτυα και μονάδες που μπορούν να εξισορροπούν την παραγωγή όταν δεν φυσά ή δεν υπάρχει επαρκής ηλιοφάνεια.

Για τη Νορβηγία, συνεπώς, η επόμενη φάση των ενεργειακών σχέσεων με την Ευρώπη δεν μπορεί να βασίζεται στην υπόθεση ότι το νορβηγικό υδροηλεκτρικό σύστημα θα λειτουργεί ως απεριόριστο απόθεμα ασφαλείας. Το Όσλο επιδιώκει μια περισσότερο αμφίδρομη ενεργειακή σχέση, με μεγαλύτερη δυνατότητα ανταλλαγής ενέργειας ανάλογα με τις συνθήκες κάθε αγοράς.

Η κατεύθυνση αυτή εξηγεί και γιατί η χώρα δεν δείχνει πρόθυμη να εγκαταλείψει τα νέα κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη επιχειρεί ταυτόχρονα να επιταχύνει την πράσινη μετάβαση, να περιορίσει τη ρωσική ενέργεια και να προστατευθεί από νέες διεθνείς κρίσεις, η Νορβηγία τοποθετεί πετρέλαιο, φυσικό αέριο και υδροηλεκτρική ενέργεια στο ίδιο στρατηγικό παζλ.

Διαβάστε ακόμη 

Οι νέες «συμμαχίες» του λιανεμπορίου: Γιατί οι αλυσίδες στέλνουν πελάτες η μία στην άλλη (pics) 

Τα πιάτα των εστιατορίων που είναι πιο νόστιμα και από το φαγητό 

Παιδικός κουμπαράς με τραπεζική «ένεση» – Τα κίνητρα για μεγαλύτερη απόδοση 

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ