Νέος συναγερμός χτυπά στην παγκόσμια αγορά ντίζελ, καθώς η Ρωσία παρατείνει εκ νέου την απαγόρευση των εξαγωγών της, προσθέτοντας ακόμη έναν κρίκο στην αλυσίδα των προβλημάτων που έχουν οδηγήσει σε εκτόξευση των τιμών και αυξανόμενες ανησυχίες για την επάρκεια καυσίμων ενόψει του χειμώνα.
Η Μόσχα ανακοίνωσε ότι η απαγόρευση εξαγωγών ρωσικού ντίζελ θα παραμείνει σε ισχύ έως τα τέλη Οκτωβρίου, σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία η διεθνής αγορά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές διαταραχές στις προμήθειες λόγω της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς η Ρωσία αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα ντίζελ παγκοσμίως μετά τις ΗΠΑ. Η Μόσχα έχει περιορίσει τις εξαγωγές προκειμένου να διασφαλίσει την επάρκεια της εγχώριας αγοράς, καθώς οι ουκρανικές επιθέσεις έχουν προκαλέσει προβλήματα σε κρίσιμες εγκαταστάσεις διύλισης.
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), ρωσικά διυλιστήρια έχουν δεχθεί επιθέσεις 15 φορές από το 2022, με αποτέλεσμα η παραγωγή ντίζελ στη χώρα να βρίσκεται περίπου 30% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2025. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ρωσική κυβέρνηση επιλέγει να διατηρήσει μεγαλύτερες ποσότητες καυσίμων στο εσωτερικό της χώρας, περιορίζοντας την προσφορά στη διεθνή αγορά.
Διπλή απειλή από Ρωσία και ΗΠΑ
Η αγορά ντίζελ βρισκόταν ήδη υπό έντονη πίεση επί μήνες εξαιτίας των προβλημάτων στις μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ. Τώρα, όμως, οι ανησυχίες εντείνονται καθώς και οι Ηνωμένες Πολιτείες εξετάζουν περιορισμούς στις εξαγωγές.
Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει ζητήσει την απαγόρευση εξαγωγών αμερικανικού ντίζελ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών για το Κογκρέσο, καθώς η εκτόξευση των τιμών της ενέργειας έχει εξελιχθεί σε σημαντικό πολιτικό ζήτημα στις ΗΠΑ.
Οι πιέσεις είναι ήδη εμφανείς στις αντλίες. Η τιμή του ντίζελ έχει ξεπεράσει τα 6,5 δολάρια το γαλόνι, σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ (EIA), έναντι 3,74 δολαρίων πριν από έναν χρόνο και 3,53 δολαρίων πριν από δύο χρόνια.
Ο Τραμπ έχει μάλιστα επιρρίψει μέρος της ευθύνης για την κατάσταση στην Ουκρανία, ζητώντας από το Κίεβο να σταματήσει τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια, υποστηρίζοντας ότι αυτές προκαλούν ελλείψεις στην αγορά ντίζελ.
Ο Σκιπ Γιορκ, ειδικός σε θέματα ενέργειας στο Πανεπιστήμιο Rice στο Χιούστον, επισημαίνει ότι οι επιπτώσεις των ουκρανικών επιθέσεων γίνονται γρήγορα αισθητές στην αγορά. Όπως αναφέρει, κάθε νέο κύμα πληγμάτων σε ρωσικά διυλιστήρια αποτυπώνεται στις τιμές του ντίζελ μέσα σε λίγες ημέρες.
Αντίθετα, η εικόνα στα Στενά του Ορμούζ είναι διαφορετική, καθώς οι προμήθειες έχουν μεν περιοριστεί, αλλά παραμένουν σε σχετικά σταθερά επίπεδα τους τελευταίους μήνες.
Σφίγγει ο κλοιός γύρω από την Ευρώπη
Για την Ευρώπη, η χρονική συγκυρία είναι ιδιαίτερα δυσμενής. Το ρωσικό μπλόκο συμπίπτει με τη συζήτηση στις ΗΠΑ για ενδεχόμενους αντίστοιχους περιορισμούς, δημιουργώντας τον κίνδυνο να περιοριστούν ταυτόχρονα δύο σημαντικές πηγές προσφοράς στην παγκόσμια αγορά.
Το διατλαντικό εμπόριο καυσίμων έχει μέχρι σήμερα βασιστεί σε μια κρίσιμη ισορροπία: οι ΗΠΑ εξάγουν ντίζελ προς την Ευρώπη, ενώ η Ευρώπη διοχετεύει βενζίνη προς την αμερικανική αγορά.
Ενδεχόμενη διατάραξη αυτής της σχέσης θα μπορούσε να προκαλέσει ένα νέο ντόμινο ανατιμήσεων. Εάν η Ευρώπη απαντούσε σε ένα αμερικανικό μπλόκο περιορίζοντας τις εξαγωγές βενζίνης, οι τιμές της βενζίνης θα αυξάνονταν στις ΗΠΑ, ενώ το ντίζελ θα γινόταν ακόμη ακριβότερο στην Ευρώπη.
Ο Γκεόργκ Ζάχμαν, ειδικός σε θέματα ενέργειας στο ινστιτούτο Bruegel στις Βρυξέλλες, προειδοποιεί ότι οι συνέπειες μιας απαγόρευσης εξαγωγών ντίζελ από τις ΗΠΑ θα μπορούσαν να είναι δραματικές για την Ευρώπη.
Το βαρύ κόστος για οδηγούς και οικονομία
Η εξάρτηση της ευρωπαϊκής οικονομίας από το ντίζελ παραμένει μεγάλη. Περισσότερο από το 38% των επιβατικών αυτοκινήτων στην Ε.Ε. είναι πετρελαιοκίνητα, ενώ οι οδικές μεταφορές, συμπεριλαμβανομένων των εμπορευματικών, αντιπροσωπεύουν το 77% της συνολικής κατανάλωσης ντίζελ και πετρελαίου εσωτερικής καύσης, σύμφωνα με ανάλυση του Transport & Environment.
Οι επιπτώσεις έχουν ήδη περάσει στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την έναρξη του πολέμου στον Κόλπο, ένας Ευρωπαίος οδηγός πληρώνει πλέον κατά μέσο όρο περίπου 30 ευρώ περισσότερα για να γεμίσει ένα ρεζερβουάρ ντίζελ 50 λίτρων.
Ακόμη μεγαλύτερο είναι το συνολικό κόστος για την οικονομία. Από την έναρξη του πολέμου, η πρόσθετη επιβάρυνση από το ακριβότερο ντίζελ στις οδικές μεταφορές εκτιμάται ότι έχει φτάσει τα 40 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, η αύξηση των τιμών των καυσίμων κοστίζει συνολικά στην οικονομία της Ε.Ε. περίπου 270 εκατ. ευρώ ημερησίως, εκ των οποίων τα 203 εκατ. ευρώ συνδέονται αποκλειστικά με το ντίζελ.
Φόβοι για έναν πολύ δύσκολο χειμώνα
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι προειδοποιήσεις για τους επόμενους μήνες πληθαίνουν. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποιούν για έναν ιδιαίτερα δύσκολο ενεργειακό χειμώνα, καθώς το υψηλό κόστος των καυσίμων απειλεί να μεταφερθεί βαθύτερα στις μεταφορές, στις επιχειρήσεις και τελικά στις τιμές των προϊόντων.
Η μέχρι στιγμής αντίδραση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ωστόσο, παραμένει περιορισμένη, με την Κομισιόν να επικεντρώνεται κυρίως σε γενικές κατευθύνσεις και συστάσεις, την ώρα που αυξάνονται οι πιέσεις για πιο άμεσα και συντονισμένα μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης.
Έτσι, το βάρος μεταφέρεται προς το παρόν στα κράτη-μέλη, τα οποία επιχειρούν να δημιουργήσουν τα δικά τους αναχώματα απέναντι στην ακρίβεια. Με τη Ρωσία να κλείνει τη στρόφιγγα των εξαγωγών και το ενδεχόμενο αντίστοιχης κίνησης από τις ΗΠΑ να παραμένει στο τραπέζι, το ντίζελ εξελίσσεται σε ένα από τα μεγαλύτερα ενεργειακά μέτωπα του φετινού χειμώνα για την Ευρώπη.
Διαβάστε ακόμη
Τέλος εποχής για τον Άντονι Βακαρέλο στον οίκο Yves Saint Laurent – Τι σημαίνει για την Kering
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.