Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η Ισλανδία επέλεξε να κρατήσει ξανά αποστάσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση, βάζοντας φρένο στην επανεκκίνηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων που είχαν παγώσει πριν από 13 χρόνια. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος επιβεβαίωσε ότι, παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις και τη στενή οικονομική σχέση της χώρας με την Ευρώπη, ένα μεγάλο μέρος της ισλανδικής κοινωνίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με επιφυλάξεις την προοπτική πλήρους ένταξης.

Η διενέργεια του δημοψηφίσματος αποτελούσε δέσμευση της κεντροαριστερής κυβέρνησης της πρωθυπουργού Κρίστρουν Φροσταδότιρ, με αρχικό ορίζοντα τα τέλη του 2026. Ωστόσο, οι εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον επιτάχυναν τη διαδικασία, καθώς η αυξανόμενη αβεβαιότητα για την ασφάλεια στην Αρκτική και οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με τη Γροιλανδία επανέφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα της γεωπολιτικής θέσης της Ισλανδίας.

Παρά την ένταση γύρω από την ασφάλεια, η τελική μάχη της κάλπης κρίθηκε πολύ περισσότερο στο πεδίο της οικονομίας και κυρίως της αλιείας, ενός κλάδου που αποτελεί διαχρονικά πυλώνα της ισλανδικής οικονομικής και εθνικής ταυτότητας.

Σε μια χώρα σχεδόν 400.000 κατοίκων, περίπου 270.000 πολίτες είχαν δικαίωμα ψήφου, ενώ η συμμετοχή έφτασε το 82,5%, το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί σε εκλογική διαδικασία στην Ισλανδία από το 2009. Η ιδιαίτερα υψηλή προσέλευση κατέδειξε πόσο βαθιά δίχασε την κοινωνία το ερώτημα της σχέσης με την ΕΕ.

Η Ισλανδία, πάντως, βρίσκεται ήδη πολύ κοντά στον ευρωπαϊκό οικονομικό πυρήνα. Μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου συμμετέχει στην ενιαία αγορά, ενώ είναι μέλος της ζώνης Σένγκεν, γεγονός που επιτρέπει τις μετακινήσεις χωρίς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα.

Η πλήρης ένταξη στην ΕΕ θα πήγαινε ένα βήμα παραπέρα, φέρνοντας τη χώρα στην τελωνειακή ένωση και ανοίγοντας μακροπρόθεσμα τον δρόμο για συμμετοχή στην ευρωζώνη.

Από την τραπεζική κατάρρευση του 2008 στο νέο «όχι»

Η πρώτη σοβαρή προσπάθεια ένταξης ξεκίνησε το 2009, σε μια εντελώς διαφορετική οικονομική συγκυρία. Η Ισλανδία είχε μόλις περάσει τη δραματική χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η οποία οδήγησε σε κατάρρευση το τραπεζικό της σύστημα και άσκησε τεράστια πίεση στο εθνικό νόμισμα και στην οικονομία.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η συμμετοχή στην ΕΕ θεωρήθηκε από αρκετούς ως ένα πιθανό δίχτυ οικονομικής ασφάλειας. Οι ενταξιακές συνομιλίες προχώρησαν σημαντικά μέχρι το 2013, όταν η άνοδος μιας ευρωσκεπτικιστικής κυβέρνησης οδήγησε στην αναστολή τους.

Δεκατρία χρόνια αργότερα, η πιθανότητα επανάληψής τους επέστρεψε στην κάλπη, χωρίς όμως να εξασφαλίσει την απαιτούμενη κοινωνική στήριξη.

Η αλιεία ως «κόκκινη γραμμή»

Η επιφυλακτικότητα των Ισλανδών απέναντι στην ΕΕ έχει βαθιές ιστορικές ρίζες και συνδέεται στενά με τη θάλασσα.

Τη δεκαετία του 1970 η χώρα συγκρούστηκε με το Ηνωμένο Βασίλειο στους περίφημους «Πολέμους του Μπακαλιάρου», υπερασπιζόμενη το δικαίωμά της να ελέγχει τα πλούσια αλιευτικά πεδία γύρω από το νησί.

Η Ισλανδία επικράτησε τότε, ενισχύοντας την αντίληψη ότι ο έλεγχος των θαλάσσιων πόρων αποτελεί ζήτημα όχι μόνο οικονομικού συμφέροντος αλλά και εθνικής κυριαρχίας.

Πενήντα χρόνια αργότερα, η αλιεία και οι βιομηχανίες θαλάσσιων προϊόντων εξακολουθούν να έχουν τεράστια βαρύτητα, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 40% των εξαγωγών της χώρας.

Ακριβώς γι’ αυτό, η πιθανότητα εφαρμογής της ευρωπαϊκής κοινής αλιευτικής πολιτικής αποτέλεσε έναν από τους ισχυρότερους λόγους αντίθεσης στην επανέναρξη των συνομιλιών.

Για πολλούς ψηφοφόρους του «όχι», η πλήρης ένταξη θα μπορούσε να σημαίνει μερική εκχώρηση του ελέγχου των ιδιαίτερα κερδοφόρων αλιευτικών πεδίων, καθώς οι ποσοστώσεις αλιείας θα έπρεπε να ενταχθούν σε ευρύτερους ευρωπαϊκούς κανόνες και συμφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών.

Η ανησυχία αυτή αποδείχθηκε ισχυρότερη από τα επιχειρήματα όσων υποστήριζαν ότι η συμμετοχή στην ΕΕ θα μπορούσε να εξασφαλίσει μεγαλύτερη οικονομική σταθερότητα, ευκολότερο εμπόριο και πιθανή μελλοντική συμμετοχή στο ευρώ.

Ρέικιαβικ υπέρ, περιφέρεια κατά

Το δημοψήφισμα ανέδειξε παράλληλα ένα έντονο γεωγραφικό χάσμα.

Η πρωτεύουσα Ρέικιαβικ εμφανίστηκε περισσότερο θετική απέναντι στην προοπτική επανεκκίνησης των ενταξιακών συνομιλιών, ενώ οι αγροτικές και παράκτιες περιοχές, όπου η οικονομική εξάρτηση από την αλιεία είναι ισχυρότερη, κινήθηκαν σαφώς περισσότερο προς το «όχι».

Το ερώτημα που τέθηκε στους πολίτες ήταν συγκεκριμένο: «Πρέπει η Ισλανδία να επαναλάβει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση;»

Ακόμη και μια επικράτηση του «ναι» δεν θα ισοδυναμούσε με άμεση ένταξη. Θα άνοιγε απλώς τον δρόμο για νέα διαπραγμάτευση των όρων προσχώρησης, ενώ οποιαδήποτε τελική συμφωνία θα έπρεπε στη συνέχεια να τεθεί σε δεύτερο δημοψήφισμα.

Αντίστοιχα, το σημερινό «όχι» δεν κλείνει οριστικά την πόρτα. Μια μελλοντική κυβέρνηση θα μπορούσε να επαναφέρει το θέμα, εφόσον μεταβληθούν οι οικονομικές, κοινωνικές ή γεωπολιτικές συνθήκες.

Ασφάλεια χωρίς εθνικό στρατό

Παρότι η οικονομία κυριάρχησε στην προεκλογική συζήτηση, το ζήτημα της ασφάλειας είχε αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι σε προηγούμενες συζητήσεις για την Ευρώπη.

Η Ισλανδία είναι ιδρυτικό μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά δεν διαθέτει δικό της στρατό και στηρίζεται στους συμμάχους της για την άμυνά της.

Η πλήρης συμμετοχή στην ΕΕ θα της έδινε μεγαλύτερη πρόσβαση στις κοινές ευρωπαϊκές δομές άμυνας και ασφάλειας, στοιχείο που οι υποστηρικτές της ένταξης πρόβαλαν ως σημαντικό σε μια περίοδο αυξανόμενων εντάσεων στην Αρκτική και τον Βόρειο Ατλαντικό.

Η χώρα έχει στηρίξει την Ουκρανία στον πόλεμο απέναντι στη Ρωσία, ενώ έχουν εκφραστεί ανησυχίες για την αυξημένη παρουσία και κινητικότητα του ρωσικού πολεμικού ναυτικού στην ευρύτερη περιοχή.

Στην εξίσωση προστέθηκε πιο πρόσφατα η στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στη Γροιλανδία, η οποία ενίσχυσε τους φόβους για το μέλλον της ασφάλειας και των ισορροπιών στην Αρκτική.

Παρά τα παραπάνω, οι γεωπολιτικοί φόβοι δεν αποδείχθηκαν αρκετοί για να υπερκεράσουν την ανησυχία γύρω από την οικονομική κυριαρχία.

Ο ρόλος της παραπληροφόρησης

Η προεκλογική περίοδος χαρακτηρίστηκε και από έντονη αντιπαράθεση γύρω από την παραπληροφόρηση.

Η Χούλντα Πορίσντοντορ, καθηγήτρια πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Ισλανδίας, εκτίμησε ότι το αποτέλεσμα δεν αποτέλεσε έκπληξη, δεδομένης της δυναμικής που είχε διαμορφωθεί στις τελευταίες εβδομάδες της εκστρατείας.

Όπως υποστήριξε, υπέρ του «όχι» λειτούργησε ένας συνδυασμός παραγόντων: η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι η συμμετοχή στον ΕΟΧ είναι επαρκής, η αίσθηση ισλανδικής ιδιαιτερότητας, τα οικονομικά συμφέροντα αλλά και η διάδοση ανακριβών ή παραπλανητικών ισχυρισμών.

Μεταξύ αυτών εμφανίστηκαν ακόμη και φόβοι ότι μια μελλοντική ένταξη θα μπορούσε να οδηγήσει Ισλανδούς νέους σε υποχρεωτική κατάταξη σε έναν υποτιθέμενο «στρατό της ΕΕ».

Κατά την ίδια, ιδιαίτερη σημασία είχε και η πολύ ισχυρότερη χρηματοδότηση της εκστρατείας υπέρ του «όχι», η οποία επέτρεψε στους αντιπάλους της ένταξης να κυριαρχήσουν περισσότερο στη δημόσια συζήτηση.

Το αποτέλεσμα δείχνει ότι η Ισλανδία εξακολουθεί να βλέπει την Ευρωπαϊκή Ένωση με έναν χαρακτηριστικό διχασμό: επιδιώκει τα οικονομικά πλεονεκτήματα της στενής ευρωπαϊκής συνεργασίας, αλλά χωρίς να εκχωρεί εύκολα έλεγχο σε τομείς που θεωρεί στρατηγικούς, με πρώτο και σημαντικότερο την αλιεία.

Διαβάστε ακόμη

Mεντεκίδης: Νέο project για επιχειρηματικό – εμπορικό πάρκο στην Πυλαία 95 εκατ. ευρώ