Τον κίνδυνο η διεύρυνση των κανονιστικών απαιτήσεων να καταστήσει ακριβότερη και δυσκολότερη τη χρηματοδότηση της πράσινης μετάβασης της ναυτιλίας ανέδειξε ο Γιώργος Ξηραδάκης, επισημαίνοντας ότι οι νέοι κανόνες πρέπει να ενισχύουν τη ναυτική ασφάλεια και όχι να λειτουργούν ανταγωνιστικά προς αυτήν.
Ο ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της XRTC Business Consultants και πρόεδρος της Ένωσης Τραπεζικών και Χρηματοοικονομικών Στελεχών της Ελληνικής Ναυτιλίας μίλησε στο 49ο Ετήσιο Συνέδριο για το Δίκαιο των Ωκεανών και τη Θαλάσσια Πολιτική, το οποίο πραγματοποιήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου στο κεντρικό κτήριο του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Συμμετέχοντας στη συνεδρία για τη ναυτική ασφάλεια και τον ρόλο του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού, ο κ. Ξηραδάκης υπογράμμισε ότι η έννοια της ασφάλειας στη θάλασσα έχει πλέον διευρυνθεί σημαντικά. Δεν περιορίζεται στην πειρατεία, στην ένοπλη ληστεία ή στις φυσικές επιθέσεις κατά πλοίων, αλλά περιλαμβάνει γεωπολιτικούς κινδύνους, κυρώσεις, κυβερνοαπειλές, περιβαλλοντικές υποχρεώσεις και περιορισμούς στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές.
Οι ναυτιλιακές εταιρείες καλούνται να λειτουργούν ταυτόχρονα μέσα σε ένα πλέγμα διεθνών συμβάσεων του ΙΜΟ, περιφερειακών κανονισμών, εθνικών νομοθεσιών και καθεστώτων κυρώσεων. Στο ίδιο πλαίσιο προστίθενται οι απαιτήσεις ναυλωτών, τραπεζών και ασφαλιστικών οργανισμών.
«Η συμμόρφωση δεν αποτελεί πλέον μια διακριτή διοικητική λειτουργία. Έχει καταστεί αναπόσπαστο μέρος της λειτουργικής και χρηματοοικονομικής αρχιτεκτονικής της ναυτιλίας», ανέφερε.
Η πίεση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη σε περιόδους γεωπολιτικών κρίσεων, όταν ένα ταξίδι μπορεί να χρειαστεί να επανεξεταστεί μέσα σε λίγες ώρες. Νέα περιοριστικά μέτρα, επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων, αλλαγές στις ζώνες πολεμικού κινδύνου ή απαγορεύσεις που αφορούν φορτία και αντισυμβαλλομένους μπορούν να ανατρέψουν άμεσα τον επιχειρησιακό σχεδιασμό.
Το κρίσιμο ζητούμενο, σύμφωνα με τον κ. Ξηραδάκη, είναι η μετατροπή των νομικών απαιτήσεων σε αποφάσεις οι οποίες θα είναι ταυτόχρονα ασφαλείς, σύννομες και εμπορικά βιώσιμες. Οι αποφάσεις αυτές αφορούν την πρόσβαση σε λιμένες, τη μεταφορά φορτίων, την ασφαλιστική κάλυψη, τη χρηματοδότηση και κυρίως την προστασία των πληρωμάτων.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο επενδυτικό δίλημμα των πλοιοκτητών. Η ναυτιλία πρέπει να ανανεώσει τον στόλο της, να περιορίσει τις εκπομπές και να στραφεί σε εναλλακτικά καύσιμα, ενώ αρκετές από τις σχετικές τεχνολογίες δεν έχουν ακόμη ωριμάσει ή δεν διατίθενται στην απαιτούμενη κλίμακα.
«Οι πλοιοκτήτες λαμβάνουν σήμερα επενδυτικές αποφάσεις για πλοία που αναμένεται να λειτουργούν για τα επόμενα είκοσι ή είκοσι πέντε χρόνια, χωρίς να γνωρίζουν ποια καύσιμα, ποιες τεχνολογίες ή ποια κανονιστικά πρότυπα θα επικρατήσουν τελικά», σημείωσε.
Η αβεβαιότητα μεταφέρεται και στις τράπεζες. Πέρα από την πιστοληπτική ικανότητα του δανειολήπτη και την εμπορική αξία του πλοίου, οι χρηματοδότες πρέπει πλέον να αποτιμούν την έκθεση σε κυρώσεις, τις περιβαλλοντικές επιδόσεις, τον κίνδυνο της ενεργειακής μετάβασης, την τεχνολογική βιωσιμότητα και την αξιοπιστία των αντισυμβαλλομένων.
Οι παράμετροι αυτές μπορούν να επηρεάσουν την αξία των εξασφαλίσεων, τη σχέση δανείου προς αξία, τις χρηματοδοτικές δεσμεύσεις, καθώς και το κόστος και τη διαθεσιμότητα των κεφαλαίων. Έτσι διαμορφώνεται μια αντίφαση: η ναυτιλία χρειάζεται πρωτοφανή ποσά για την περιβαλλοντική και τεχνολογική αναβάθμιση του στόλου, την ώρα που η έλλειψη κανονιστικής και τεχνολογικής βεβαιότητας δυσκολεύει την άντλησή τους.
Ο κ. Ξηραδάκης υποστήριξε ότι πλοιοκτήτες και τράπεζες πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εταίροι στη διαδικασία συμμόρφωσης. Οι τράπεζες χρειάζονται έγκαιρη και τυποποιημένη πληροφόρηση, ενώ οι ναυτιλιακές εταιρείες χρειάζονται σταθερούς κανόνες και χρηματοδοτικά εργαλεία προσαρμοσμένα στους μακροχρόνιους κύκλους ζωής των πλοίων.
Παράλληλα, τάχθηκε υπέρ της διατήρησης του ΙΜΟ στον κεντρικό ρόλο της παγκόσμιας ναυτιλιακής νομοθεσίας. Όπως ανέφερε, ο πολλαπλασιασμός περιφερειακών ρυθμίσεων, ακόμη και όταν υπηρετούν θεμιτούς στόχους, αυξάνει το λειτουργικό κόστος και τον κίνδυνο κατακερματισμού της διεθνούς αγοράς.
Στο πλαίσιο αυτό ζήτησε στενότερο συντονισμό μεταξύ ΙΜΟ, κυβερνήσεων, περιφερειακών θεσμών, χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και ναυτιλιακής βιομηχανίας, με ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα εφαρμογής και εναρμονισμένες απαιτήσεις υποβολής στοιχείων.
«Ένας κανονισμός που δεν μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά ή να χρηματοδοτηθεί με βιώσιμο τρόπο μπορεί να ικανοποιεί στα χαρτιά μια νομική απαίτηση, αλλά δεν καθιστά κατ’ ανάγκην τη ναυτιλία ασφαλέστερη», προειδοποίησε.
Καταλήγοντας, τόνισε ότι το κόστος της συμμόρφωσης δεν μπορεί να μετακυλίεται αποκλειστικά στον πλοιοκτήτη και, κυρίως, στον ναυτικό. Η ναυτική ασφάλεια αποτελεί κοινή ευθύνη κυβερνήσεων, διεθνών οργανισμών, τραπεζών, ναυλωτών, ασφαλιστών και φορτωτών.
Διαβάστε ακόμη
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.