Τράπεζες

ΤτΕ: Η επίδραση της πανδημίας δεν έχει ακόμη πλήρως καταγραφεί στα μεγέθη των τραπεζών

  • Αγγελική Βελεσιώτη


Η ΤτΕ αναφέρει στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας πως η ταχεία και πλήρη αποτύπωση των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών αποτελεί άμεση προτεραιότητα για την εξυγίανση και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού τομέα

Την άποψη πως η επίδραση της πανδημίας δεν έχει ακόμη πλήρως καταγραφεί στα μεγέθη των τραπεζών εκφράζει η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), κρούοντας «καμπανάκι» για τα δάνεια που τελούν υπό κάποιο καθεστώς ρύθμισης ή προστασίας.

«Το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) μειώθηκε κυρίως λόγω της μεταφοράς τους εντός Ομίλου και της πώλησης από την Alpha Bank, στο πλαίσιο ολοκλήρωσης της συναλλαγής πώλησης μέσω τιτλοποίησης δανείων, η οποία προέβλεπε, ταυτόχρονα, τον εταιρικό μετασχηματισμό της (hive down), καθώς και λόγω μίας συμφωνίας πώλησης μέσω τιτλοποίησης δανείων από την Τράπεζα Πειραιώς. Οι εν λόγω συναλλαγές αξιοποιούν το Σχήμα Προστασίας Στοιχείων Ενεργητικού (Hellenic Asset Protection Scheme – HAPS) για τη χορήγηση εγγύησης από το Ελληνικό Δημόσιο στους τίτλους ανώτερης διαβάθμισης (senior tranche) της τιτλοποίησης.

Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι το α’ εξάμηνο του 2021 εγκρίθηκε η παράταση του εν λόγω προγράμματος για ακόμη 18 μήνες με αντίστοιχη δυνατότητα χορήγησης πρόσθετων εγγυήσεων, ποσού έως 12 δισ. ευρώ από το Ελληνικό Δημόσιο», σημειώνει χαρακτηριστικά στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και συνεχίζει:

«Ωστόσο, παρά τη μείωση του ποσοστού ΜΕΔ, το 40% περίπου των ΜΕΔ και το 9% των εξυπηρετούμενων δανείων τελούν υπό κάποιο καθεστώς ρύθμισης, γεγονός που τα καθιστά υψηλού πιστωτικού κινδύνου. Παράλληλα, στις κατηγορίες υψηλού κινδύνου (στάδιο 2 και 3) βάσει του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 (ΔΠΧΑ) κατατάσσονται περίπου το 13% και 20% αντίστοιχα των δανείων, ενώ με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, στο πλαίσιο των μέτρων στήριξης των δανειοληπτών από την πανδημία, δάνεια περίπου εννέα δισ. ευρώ τελούν υπό κάποιο είδος προστασίας / διευκόλυνσης πληρωμών (π.χ. πρόγραμμα Γέφυρα, προγράμματα step-up των τραπεζών)».

Στο πλαίσιο αυτό, η ΤτΕ συμπεραίνει ότι η επίδραση της πανδημίας δεν έχει ακόμη πλήρως καταγραφεί στα μεγέθη των τραπεζών, γεγονός που καθιστά την ταχεία και πλήρη αποτύπωση των νέων ΜΕΔ στους ισολογισμούς τους άμεση προτεραιότητα για την εξυγίανση και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού τομέα. Αξίζει να αναφερθεί πως στο τέλος του α’ εξαμήνου του 2021 ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων διαμορφώθηκε σε 20,3% (έναντι 30,1% στο τέλος του 2020) και το συνολικό απόθεμα ΜΕΔ σε 29,4 δισ. ευρώ, μειωμένο κατά 37,8% ή 17,8 δισ. ευρώ σε σχέση με το τέλος του 2020 (47,2 δισ. ευρώ). Η συνολική μείωση των ΜΕΔ δε, σε σχέση με το υψηλότερο σημείο τους, που καταγράφηκε το Μάρτιο του 2016, έφθασε το 73% ή 78 δισ. ευρώ.

Την ίδια στιγμή, το α’ εξάμηνο του 2021 οι ελληνικές τράπεζες κατέγραψαν υψηλές ζημιές μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες, ύψους τεσσάρων δισ. ευρώ, έναντι ζημιών 900 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2020, κυρίως εξαιτίας των ζημιών από την πώληση χαρτοφυλακίων ΜΕΔ. Συγκεκριμένα, το α’ εξάμηνο του 2021 σχηματίστηκαν προβλέψεις για τον πιστωτικό κίνδυνο συνολικού ύψους 6,4 δισ. ευρώ έναντι 3,5 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2020. Από αυτές, τα 5,4 δισ. ευρώ σχετίζονται με την πώληση χαρτοφυλακίων ΜΕΔ.

Τα λειτουργικά έσοδα των ελληνικών τραπεζών αυξήθηκαν κυρίως λόγω της αύξησης των καθαρών εσόδων από προμήθειες και των κερδών από χρηματοοικονομικές πράξεις. Αυξημένα ήταν και τα λειτουργικά έξοδα καθώς επιβαρύνθηκαν από έκτακτα έξοδα, όπως οι προβλέψεις για προγράμματα οικειοθελούς αποχώρησης προσωπικού, τα έξοδα εταιρικού μετασχηματισμού, καθώς και η απομείωση υπεραξίας και άυλων περιουσιακών στοιχείων. Αξίζει να επισημανθεί ότι αν δεν ληφθούν υπόψη οι έκτακτοι παράγοντες, όπως τα κέρδη από χρηματοοικονομικές πράξεις, τα έκτακτα λειτουργικά έξοδα και οι ζημίες από την πώληση των χαρτοφυλακίων ΜΕΔ, οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι θα εμφάνιζαν περιορισμένη κερδοφορία.

Τα αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα επηρέασαν και την κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων. Συγκεκριμένα, ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 ratio – CET1 ratio) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε σε 12,5% τον Ιούνιο του 2021 από 15% το Δεκέμβριο του 2020, και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (Total Capital Ratio – TCR) σε 15% από 16,6%, αντίστοιχα. Οι δείκτες αυτοί υπολείπονται σημαντικά του μέσου όρου των πιστωτικών ιδρυμάτων υπό την άμεση εποπτεία της ΕΚΤ στην Τραπεζική Ένωση (δείκτης CET1 15,6% και TCR 19,4% τον Ιούνιο του 2021). Ενσωματώνοντας την πλήρη επίδραση του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 (ΔΠΧΑ 9, fully loaded), ο Δείκτης CET1 των ελληνικών τραπεζικών ομίλων διαμορφώθηκε σε 10,6% και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου σε 13,1%.

Επιπλέον, η ποιότητα των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών επιδεινώθηκε περαιτέρω, καθώς τον Ιούνιο του 2021 οι οριστικές και εκκαθαρισμένες αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Credits – DTCs) ανέρχονταν σε 14,8 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 62% των συνολικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων (από 53% το Δεκέμβριο του 2020). Το ποσοστό αυτό ανέρχεται μάλιστα σε 71,5% των συνολικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων εάν λάβουμε υπόψη την πλήρη επίδραση του ΔΠΧΑ 9 (από 62,8% το Δεκέμβριο του 2020).

Επιπρόσθετα, αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (Deferred Tax Assets – DTAs) ύψους 1,9 δισ. ευρώ περιλαμβάνονται στα εποπτικά ίδια κεφάλαια των τραπεζικών ομίλων (αφού λάβουμε υπόψη την πλήρη επίδραση του ΔΠΧΑ 9), αποτελώντας το 9% των συνολικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων τους.

Σημειώνεται ότι αν και αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTAs) ύψους 4,5 δισ. ευρώ δεν περιλαμβάνονται στα εποπτικά ίδια κεφάλαια των τραπεζών, η διαμόρφωση επαρκούς μελλοντικής κερδοφορίας είναι απαραίτητη προκειμένου να μην αποτελέσουν κίνδυνο για την κεφαλαιακή βάση της τράπεζας σε μακροπρόσθεσμο ορίζοντα. Θετική εξέλιξη αποτελεί η διενέργεια αύξησης μετοχικού κεφαλαίου και η έκδοση τίτλων που προσμετρούνται στα εποπτικά ίδια κεφάλαια.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, οι προβλέψεις για την οικονομική ανάπτυξη παραμένουν εξαιρετικά ευοίωνες τόσο για το 2021 όσο και για το 2022. Σημαντική συμβολή στη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη θα έχουν τόσο το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021-2027 όσο και το ευρωπαϊκό μέσο ανάκαμψης Next Generation EU (NGEU), τα οποία αναμένεται να χρηματοδοτήσουν την υλοποίηση σημαντικών επενδυτικών έργων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, η πρόβλεψη αυτή υπόκειται σε αβεβαιότητες.

Τυχόν θετικότερη έκβαση σχετίζεται με την ισχυρότερη ανάκαμψη της ιδιωτικής κατανάλωσης λόγω της συσσωρευμένης αποταμίευσης των νοικοκυριών κατά τη διάρκεια της πανδημίας και την ταχύτερη από την αναμενόμενη εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, που θα οδηγήσει σε αποτελεσματικότερη απορρόφηση των κονδυλίων του NGEU. Υπάρχουν όμως και κίνδυνοι που σχετίζονται με τον αντίκτυπο του τέταρτου κύματος της πανδημίας, την αύξηση των ΜΕΔ μετά τη λήξη των μέτρων κρατικής στήριξης και ενδεχομένως το χαμηλό ποσοστό απορρόφησης των κονδυλίων της ΕΕ στο πλαίσιο του NGEU.

Διαβάστε ακόμη 

Νέα «κενά αέρος» για την easyJet και φήμες για προσπάθεια αποκατάστασης σχέσεων με τον Στέλιο Χατζηιωάννου 

ΠΟΜΙΔΑ: Ευρωπαϊκή οδηγία «αχρηστεύει» τα ακίνητα! 

Αγγελική Φράγκου: Απόλυτη κυριαρχία στις ναυπηγήσεις με νέες επενδύσεις