Το ράλι του πετρελαίου, η προοπτική αύξησης των επιτοκίων από τη Fed μέσα στην εβδομάδα και το ευρύτερο γεωπολιτικό ρίσκο έβαλε και πάλι σήμερα «φωτιά» στην αμερικανική αγορά ομολόγων, στέλνοντας στα ύψη τις αποδόσεις.
Στο επίκεντρο βρέθηκε αυτή τη φορά το αμερικανικό κρατικό 10ετές που «έπιασε» και ξεπέρασε το κρίσιμο όριο του 5% εντείνοντας την ανησυχία από τη Wall Street έως την Ουάσιγκτον για τις επιπτώσεις που θα έχει το υψηλότερο κόστος δανεισμού στην αμερικανική οικονομία και τις αγορές.
Η απόδοση του 10ετούς Treasury, η οποία λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για τα στεγαστικά δάνεια, τα δάνεια αυτοκινήτου και μεγάλο μέρος του κόστους χρηματοδότησης στην αμερικανική οικονομία, ενισχύθηκε κατά περισσότερες από 3 μονάδες βάσης, φτάνοντας το 5,008%, έχοντας πλέον διασπάσει ένα επίπεδο που οι επενδυτές παρακολουθούσαν στενά τις τελευταίες ημέρες.
Η κίνηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς, εάν η απόδοση ξεπεράσει το 5,02%, θα βρεθεί στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2007, πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009. Η απόδοση του 10ετούς είχε περάσει στιγμιαία πάνω από το 5% τον Οκτώβριο του 2023, χωρίς όμως να καταφέρει να διατηρηθεί εκεί, καθώς η άνοδος των αποδόσεων είχε προσελκύσει τότε αγοραστές.
Εύλογα ανοδικά κινούνται και τα υπόλοιπα ομόλογα, με το 30ετές να σκαρφαλώνει στο 5,378% και το 2ετές – που είναι πιο ευαίσθητο στην πολιτική της Fed – να φτάνει το 4,677%,ήτοι στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2024.
Η πίεση, πάντως, δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν κινηθεί υψηλότερα διεθνώς μετά την έναρξη του πολέμου του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με το Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, καθώς η αναταραχή στις ενεργειακές ροές της Μέσης Ανατολής έχει ενισχύσει τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου και έχει επαναφέρει τον κίνδυνο ενός νέου πληθωριστικού σοκ.
Στις ΗΠΑ, ωστόσο, προστίθενται δύο ακόμη παράγοντες: η έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, η οποία από τη μία πλευρά τροφοδοτεί την οικονομική δραστηριότητα και από την άλλη αυξάνει τις ανάγκες χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και η ανησυχία για τη δημοσιονομική πορεία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Το ομοσπονδιακό έλλειμμα έφθασε τα 2 τρισ. δολάρια στους πρώτους 11 μήνες του οικονομικού έτους. Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ έχει επαναφέρει προεκλογικά στο προσκήνιο την πρόταση για επιταγές 5.000 δολαρίων σε κάθε ενήλικο Αμερικανό, εφόσον οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να συνεπάγεται δαπάνες άνω του 1 τρισ. δολαρίων, εντείνοντας τις ανησυχίες για το χρέος και τον πληθωρισμό.
Όλα τα βλέμματα στη Fed
Η εκτίναξη των αποδόσεων αυξάνει κατακόρυφα το διακύβευμα για τον πρόεδρο της Federal Reserve, Κέβιν Γουόρς, ενόψει της συνεδρίασης νομισματικής πολιτικής της κεντρικής τράπεζας.
Τα τελευταία στοιχεία για τις τιμές καταναλωτή ενίσχυσαν την εκτίμηση ότι η Fed θα αναγκαστεί να αυξήσει τα επιτόκια προκειμένου να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, ο οποίος παραμένει πάνω από τον στόχο του 2% εδώ και περίπου πέντε χρόνια. Στην περίπτωση αυτή, ο νέος πρόεδρος της Fed θα βρεθεί σε τροχιά σύγκρουσης με τον Ντόναλντ Τραμπ που τον επέλεξε για τη θέση, δεδομένου πως ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει κρύψει τη βούληση του για χαμηλότερα επιτόκια.
Στις αγορές χρήματος, οι traders τιμολογούν πιθανότητα κοντά στο 90% για αύξηση του βασικού επιτοκίου κατά 25 μονάδες βάσης στη συνεδρίαση της ερχόμενης Τετάρτης, από το σημερινό εύρος του 3,50%-3,75%.
Οι παρεμβάσεις Μπέσεντ δεν έφεραν αποτέλεσμα
Η άνοδος των αποδόσεων έχει προκαλέσει ανησυχία και στον Λευκό Οίκο, καθώς το υψηλότερο κόστος χρήματος μεταφέρεται στα στεγαστικά δάνεια και σε άλλες μορφές χρηματοδότησης ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ επιχείρησε να περιορίσει τις πιέσεις στο μακροπρόθεσμο τμήμα της καμπύλης αποδόσεων μέσω της διεύρυνσης του προγράμματος επαναγοράς κρατικών τίτλων. Ωστόσο, η πρώτη σχετική επιχείρηση δεν εντυπωσίασε τους επενδυτές και οι αποδόσεις συνέχισαν να ανεβαίνουν.
Το μέγεθος της αγοράς εξηγεί εν μέρει τη δυσκολία παρέμβασης. Περίπου 1,2 τρισ. δολάρια αλλάζουν χέρια καθημερινά στην αγορά των αμερικανικών κρατικών ομολόγων.
Οι αναλυτές της BMO Capital Markets εκτιμούν ότι ένα πιο ενεργό πρόγραμμα επαναγορών μπορεί να περιορίσει εν μέρει τις πιέσεις από τις πωλήσεις, αλλά δεν αντιμετωπίζει τους θεμελιώδεις παράγοντες που ωθούν υψηλότερα τις αποδόσεις των 10ετών και 30ετών τίτλων.
Ο κίνδυνος ενός άτακτου sell-off
Το δυσμενέστερο σενάριο για τις αγορές θα ήταν η άνοδος των αποδόσεων να μετατραπεί από ελεγχόμενη αναπροσαρμογή των τιμών σε άτακτο sell-off.
Ο Τζορτζ Αουάντ της Gibraltar Capital έχει επισημάνει τον ρόλο των hedge funds που χρησιμοποιούν μεγάλη μόχλευση στην αγορά ομολόγων, μεταξύ άλλων μέσω συναλλαγών που εκμεταλλεύονται τις διαφορές τιμών μεταξύ της αγοράς τοις μετρητοίς και των futures.
Μια αύξηση του κόστους χρηματοδότησης, των απαιτήσεων για περιθώρια ασφάλισης ή της μεταβλητότητας θα μπορούσε να αναγκάσει πολλούς επενδυτές με μόχλευση να κλείσουν ταυτόχρονα τις θέσεις τους, επιταχύνοντας τις πωλήσεις και προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερη άνοδο των αποδόσεων.
Η προσοχή στρέφεται συνεπώς στην απόφαση και κυρίως στα μηνύματα της Fed. Σε νέο σημείωμα τους οι αναλυτές της JPMorgan Chase με επικεφαλής τον Τζέι Μπάρι θεωρούν πιθανή μια αύξηση επιτοκίων αυτή την εβδομάδα, αλλά διατηρούν αρνητική στάση για τους μακροπρόθεσμους αμερικανικούς τίτλους, λόγω του τρόπου με τον οποίο μπορεί να αντιδράσει η αγορά στην ανακοίνωση της Fed και στα όσα θα πει ο Κέβιν Γουόρς, στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου.
Διαβάστε ακόμη
BofA: Οι ευκαιρίες, οι κίνδυνοι και ο παράγοντας AI για τις αναδυόμενες αγορές
Shein: Επείγουσα ανάκληση προϊόντος λόγω επικίνδυνου βακτηρίου – Κατρακυλά 10% η μετοχή
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.