Ο μετεωρολόγος στο ραδιόφωνο μιλούσε για έναν ακόμη «θερμικό θόλο», μια έκφραση που δέκα χρόνια πριν ακουγόταν σχεδόν απειλητική και τώρα είχε γίνει μέρος της καθημερινής γλώσσας.
Είχα πει στη 18χρονη κόρη μου να φύγουμε για το ΣΚ. Να πάμε στη Μάνη. Είχαμε χρόνια να πάμε με τη γυναίκα μου και η Αλεξάνδρα, τώρα που το σκέφτομαι, δεν είχε πάει ποτέ. Δεν ήταν τόσο για τις διακοπές με το παιδί που ήξερα ότι εφεξής θα έχανα. Καλά θα έκανε. Κι εγώ το ίδιο έκανα. Ηταν για το ταξίδι των τριών μας. Για εκείνη τη χαρά που ένιωθα όταν της έδειχνα άγνωστα σ’ εκείνη μέρη.
Το αυτοκίνητο περίμενε φορτισμένο στην πυλωτή. Ενα ηλεκτρικό crossover, κατασκευασμένο από μια κινεζική εταιρεία που 10 χρόνια πριν οι Ευρωπαίοι μόλις είχαν αρχίσει να αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο που αντιπροσώπευε. Ισως και όχι.
Θυμήθηκα τον Ανδρόνικο τον Β’ τον Παλαιολόγο όταν του έλεγαν για κάποιον Οσμάν που άρχιζε να γίνεται επικίνδυνος και εκείνος τους αντιμετώπιζε με συγκατάβαση. Ποιοι Οθωμανοί τώρα. Η Ρωμανία δεν θα χαθεί από μια χούφτα Τούρκων…
Τώρα ένας στους τρεις στη γειτονιά οδηγούσε κινεζικό μοντέλο. Το δικό μου είχε αυτονομία κάπου στα 800 km, φόρτιζε σε περίπου πέντε λεπτά σε ταχυφορτιστές που πλησίαζαν το 1GW και διέθετε τόση υπολογιστική ισχύ ώστε θα μπορούσε πιθανότατα να διαχειριστεί το ηλεκτρικό και υδρευτικό δίκτυο μιας μικρομεσαίας πόλης.
Δεν με ενθουσίαζε. Ακόμα και τώρα, 10 και βάλε χρόνια μετά, τα περισσότερα κινεζικά μού φαινόντουσαν ίδια εμφανισιακά και οδηγικά. Αλλά ήταν σωστά αυτοκίνητα. Εργαλεία.
Αναστέναξα με την γκρίνια της κόρης μου, σκέφτηκα ότι θέλω άλλα τέσσερα χρόνια μέχρι τη σύνταξη (το όριο των 72 ετών που είχε καθιερωθεί πριν από μερικά χρόνια εξαιτίας και της δημογραφικής κρίσης ευτυχώς δεν με έπιανε, εγώ κανονικά, στα 67…) και ξεκίνησα μην μπορώντας να αποφύγω μια ενοχλητική αίσθηση ότι όλα αυτά ήταν κάπως δευτερεύοντα.
Βγαίνοντας στην Εθνική, η εικόνα της Ελλάδας έμοιαζε γνώριμη και ξένη ταυτόχρονα. Οι λόφοι και τα βουνά της Κορίνθου είχαν ήδη από τα μέσα Μαρτίου αποκτήσει εκείνη την κιτρινωπή απόχρωση που παλιότερα βλέπαμε από μέσα Ιουνίου. Εδώ κι εκεί ξεχώριζαν τεράστια φωτοβολταϊκά πάρκα, σαν δυσοίωνες μαύρες λίμνες από κάποιο παράξενο υγρό.
Το τοπίο δεν είχε καταστραφεί, όπως προφήτευαν οι πιο απαισιόδοξοι. Είχε απλώς μεταμορφωθεί σε κάτι διαφορετικό. Σκέφτηκα ότι η Ελλάδα του 2036 μοιάζει λίγο με έναν άνθρωπο που γέρασε νωρίτερα απ’ όσο περίμενε. Κοιτάχτηκα ενστικτωδώς στον εσωτερικό καθρέφτη. Ξέχασα ότι δεν είχε. Οι κάμερες τον είχαν αντικαταστήσει εδώ και κάποια χρόνια.
Κατέβαινα με τα όρια. Οι AI κάμερες άλλωστε μετρούσαν τη μέση ταχύτητα και αν στην έξοδο του αυτοκινητόδρομου ήσουν κακό παιδί, το ηλεκτρονικό σου δίπλωμα ανακαλούνταν αυτομάτως. Δεν είχα καμία όρεξη για τέτοια. Ασε που σε δύο χρόνια έπρεπε να δώσω εξετάσεις για να ανανεώσω το δίπλωμα ούτως ή άλλως.
Πώς μου συνέβη αυτό; Ανοιξα το παράθυρο και μου έφυγαν 35 χρόνια οδήγησης. Κάπου στη Σελλασία σταμάτησα σε έναν σταθμό εξυπηρέτησης. Οι αντλίες βενζίνης βρίσκονταν ακόμη εκεί, αλλά τα αυτοκίνητα που τις χρησιμοποιούσαν ήταν σαφώς λιγότερα.
Οι θέσεις φόρτισης ήταν γεμάτες. Θυμήθηκα ότι πριν από 10 χρόνια εδώ παίζει να μην υπήρχε και καμία. Ο κόσμος καθόταν στην κλιματιζόμενη αίθουσα πίνοντας καφέ και κοιτώντας οθόνες που τους ενημέρωναν για την κατάσταση της μπαταρίας τους. Η ζέστη έξω έφτανε πλέον τους 43.
Και τότε το είδα. Το παλιό GR Yaris Aero Performance μπήκε για βενζίνη. Το ίδιο χρώμα με εκείνο που οδηγούσα 10 καλοκαίρια πριν, γκρίζο με μαύρη κάρμπον οροφή, την ίδια αεροτομή. Μήπως και την ίδια πινακίδα με τότε; Σχεδόν κεραυνοβολήθηκα. Είχα χρόνια να το θυμηθώ. Κοίταξα προς τον Ταΰγετο.
Εκεί που κάποτε, μια όμορφη δροσερή, βροχερή καλοκαιρινή μέρα το οδηγούσα με εκείνη την αίσθηση ότι είναι σαν να διαβάζω τα τελευταία κεφάλαια ενός βιβλίου που δεν ήθελα να τελειώσει.
«Μπαμπά, σου μιλάω! Τι έπαθες;». Εγνεψα προς το μέρος του Yaris. «Ε, και;». Σωστά. Τι να εξηγώ τώρα. «Αμα σου δώσω ένα τεύχος του CAR πριν από 10 χρόνια, θα το διαβάσεις; Να το βρω στην αποθήκη».
Διάβασέ το σε παρακαλώ. Γιατί όλο αυτό μού φάνηκε σαν ένα ντεζαβού μιας ολόκληρης ζωής. Ή τουλάχιστον ενός πολύ μεγάλου μέρους της. Τότε που νόμιζα ότι θα υπάρχουν για πάντα αυτοκίνητα όπως αυτό. Και ότι θα μπορούσα για πάντα να οδηγώ σε ένα καταπράσινο βουνό μια δροσερή καλοκαιρινή ημέρα.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.