Την περασμένη εβδομάδα, καθώς οι ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες επικρατούσαν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και η Γαλλία κατέγραψε την υψηλότερη μέση θερμοκρασία στην ιστορία της, το Bloomberg πραγματοποίησε δημοσκόπηση μεταξύ των πελατών του, στους οποίους περιλαμβάνονται διαπραγματευτές, διαχειριστές χαρτοφυλακίων και στρατηγικοί αναλυτές. Το ερώτημα που τέθηκε ήταν κατά πόσο η χρήση σορτς στον χώρο εργασίας μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή.
Το 45% των συμμετεχόντων απάντησε θετικά.
Η χρήση σορτς στους επαγγελματικούς χώρους εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα, καθώς οι ενδυματολογικοί κανόνες σε πολλούς οργανισμούς εξακολουθούν να βασίζονται σε παραδοσιακές αντιλήψεις σχετικά με την επαγγελματική εμφάνιση. Ωστόσο, οι θερμοκρασίες που καταγράφονται ολοένα και αυξάνονται τα τελευταία χρόνια, ενώ η Ευρώπη, όπου μεγάλο μέρος των κτιρίων και των σχολικών εγκαταστάσεων δεν διαθέτει κλιματισμό, θερμαίνεται με ταχύτερο ρυθμό από οποιαδήποτε άλλη ήπειρο.
Οι συνθήκες αυτές έχουν οδηγήσει στην επανεξέταση των ενδυματολογικών κανόνων στους χώρους εργασίας. Συγκεκριμένα, εξετάζεται κατά πόσο η χρήση σορτς θα μπορούσε να επιτρέπεται όταν επικρατούν ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες, ώστε να διασφαλίζονται καλύτερες συνθήκες άνεσης για τους εργαζομένους.
Σημαντικό μέρος των συμμετεχόντων εξέφρασε διαφωνία με την ιδέα της χρήσης σορτς στον χώρο εργασίας. Τα σορτς χαρακτηρίστηκαν από τους συμμετέχοντες ως «μη επαγγελματικά», «υπερβολικά ανεπίσημα» και «ακατάλληλα για τον χρηματοοικονομικό τομέα». Ορισμένοι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι η διατήρηση συγκεκριμένων ενδυματολογικών ορίων συνδέεται με την επαγγελματική ευπρέπεια και την εικόνα του εργασιακού χώρου.
Ωστόσο, σε αρκετές χώρες παρατηρείται σταδιακή χαλάρωση των ενδυματολογικών κανόνων στους χώρους εργασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ιαπωνία, όπου, τον Απρίλιο, η κυβερνήτρια του Τόκυο, Γιούρικο Κόικε, ανακοίνωσε ότι οι άνδρες δημοτικοί υπάλληλοι επιτρέπεται να φορούν σορτς κατά τη διάρκεια της εργασίας τους, ενώ κάλεσε τις επιχειρήσεις της πόλης να υιοθετήσουν πιο ευέλικτους ενδυματολογικούς κανόνες. Η πρωτοβουλία εντάσσεται στο πρόγραμμα «Tokyo Cool Biz», το οποίο αποσκοπεί στη βελτίωση των συνθηκών άνεσης των εργαζομένων κατά τους θερινούς μήνες, καθώς και στη μείωση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας που απαιτείται για τη λειτουργία του κλιματισμού.
Αντίστοιχες τάσεις καταγράφονται και στον χώρο της μόδας. Στις επιδείξεις ανδρικής μόδας που πραγματοποιήθηκαν στο Μιλάνο τον Ιούνιο, οίκοι όπως οι Ralph Lauren, Thom Browne, Louis Vuitton, Yves Saint Laurent και Dior παρουσίασαν σύνολα που συνδύαζαν σορτς με σακάκια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με γραβάτες. Οι προτάσεις αυτές αντανακλούν μια ευρύτερη τάση επαναπροσδιορισμού της επαγγελματικής ενδυμασίας, με στόχο τον συνδυασμό κομψότητας και άνεσης σε περιόδους υψηλών θερμοκρασιών.

Στο Λονδίνο, όπου η πρόσβαση σε κλιματισμό είναι περιορισμένη και οι μετακινήσεις με το μετρό συχνά γίνονται ιδιαίτερα δυσάρεστες κατά τις περιόδους υψηλών θερμοκρασιών, παρατηρήθηκε ευρύτερη υιοθέτηση πιο ελαφριάς ενδυμασίας, καθώς η θερμοκρασία έφτασε τους 36°C την Τετάρτη. Σύμφωνα με τη Ντέιζι Νάτσμπουλ, ιδρύτρια και διευθύνουσα σύμβουλο του γυναικείου ραφείου Knatchbull στη Savile Row του Λονδίνου, «η χρήση σορτς στον χώρο εργασίας έχει γίνει πιο συνηθισμένη και κοινωνικά αποδεκτή τα τελευταία χρόνια». Όπως αναφέρει, «τα καλοραμμένα σορτς έχουν εξελιχθεί σε μια κομψή επιλογή για το γραφείο, ιδίως κατά τους θερινούς μήνες».
Παράλληλα, σε εταιρείες τεχνολογίας, μικρές επιχειρήσεις και άλλους πιο ευέλικτους επαγγελματικούς χώρους διεθνώς, η άνετη ενδυμασία όπως σορτς, ελαφριά μπλουζάκια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σανδάλια, έχει ήδη καθιερωθεί ως αποδεκτή πρακτική. Ακόμη και σε πιο παραδοσιακούς κλάδους, όπως τα χρηματοοικονομικά, οι ασφάλειες και ο νομικός τομέας, εργαζόμενοι σε τεχνικές ή υποστηρικτικές θέσεις εμφανίζονται συχνά με πιο χαλαρή ενδυμασία, συμπεριλαμβανομένων των σορτς, σε περιβάλλοντα όπου άλλοι εργαζόμενοι εξακολουθούν να φορούν κοστούμια ή πιο επίσημο επαγγελματικό ένδυμα.
Οι ρίζες της αντίστασης στα σορτς
Για αιώνες, τα απλά ρούχα, σχεδιασμένα για ένα σώμα που κινείται σε έναν απαιτητικό κόσμο, αποτελούσαν σύμβολο της κατώτερης κοινωνικής τάξης. Αντίθετα, τα πιο περίτεχνα, περιοριστικά και ακριβότερα ενδύματα υποδήλωναν υψηλότερη κοινωνική θέση και διαφορετικό τρόπο ζωής.
«Η πρακτική ενδυμασία επέτρεπε σε όσους τη φορούσαν να ασκούν τις καθημερινές τους δραστηριότητες. Αντίθετα, τα στενά ή δυσκίνητα κορσέ και εσώρουχα, τα λεπτεπίλεπτα μανίκια πουκαμίσων και οι βαριές περούκες αποτελούσαν σαφή οπτικά σημάδια ότι ο φορέας δεν ασχολούνταν με χειρωνακτική εργασία ή δεν ήταν σε θέση να την εκτελέσει», γράφει η σχεδιάστρια κοστουμιών και ερευνήτρια Χλόη Τσάπιν στο βιβλίο της Suitable: The Sartorial Revolution and the Fashioning of Modern Men. Με άλλα λόγια, η κομψή ενδυμασία συνδεόταν ιστορικά με υψηλότερη κοινωνική θέση.
«Η ενδυμασία γραφείου, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, προέρχεται από πρότυπα που αναπτύχθηκαν αρχικά στην Αμερική και διαμορφώθηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα», σύμφωνα με την Τσάπιν. Κατά τη βιομηχανική επανάσταση, η ραπτική έγινε πιο διαδεδομένη ως πρακτική, ενώ παράλληλα αυξήθηκαν οι θέσεις εργασίας σε γραφείο, οι οποίες διαμόρφωσαν νέα πρότυπα ως προς την ένδυση. Έτσι, το κοστούμι καθιερώθηκε ως βασικό στοιχείο της ανδρικής ένδυσης και συνδέθηκε στενά με την έννοια της αρρενωπότητας. Όπως σημειώνει η Τσάπιν, «τα κοστούμια λειτούργησαν ως «πανοπλία», η οποία ταυτόχρονα έκρυβε και εξομάλυνε το φυσικό σώμα».
Ωστόσο, η κατάσταση δεν ήταν πάντα η ίδια. Πριν από τον 19ο αιώνα στη Δύση, η ανάδειξη του σώματος αποτελούσε βασικό στοιχείο της ανδρικής ταυτότητας και κοινωνικής προβολής. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελούσε η έμφαση στην εμφάνιση των ποδιών.
«Ενώ οι γυναίκες στη Δύση κάλυπταν τα πόδια τους με μακριές φούστες για πάνω από χίλια χρόνια, οι άνδρες τα ανεδείκνυαν ως ένδειξη ανδρισμού. Η πρακτική αυτή συνδεόταν με την πολιτισμική εξύμνηση των πολεμιστών και των αριστοκρατών, οι οποίοι εκτιμώνταν για τη σωματική τους δύναμη, τη στάση του σώματος και τη συμμετρική τους σιλουέτα», εξηγεί η Τσάπιν.
«Στις βασιλικές αυλές του 18ου αιώνα, όπου η υπόκλιση και ο χορός είχαν ιδιαίτερη σημασία, η προβολή των γαμπών θεωρούνταν αναπόσπαστο στοιχείο της ανδρικής ενδυμασίας, με παντελόνια που έφταναν έως το γόνατο και στενές κάλτσες που τόνιζαν το κάτω μέρος του ποδιού», εξηγεί η ίδια.
Ακόμη και οι ιδρυτές των Ηνωμένων Πολιτειών φορούσαν αρχικά τέτοιου τύπου ενδύματα, πριν στραφούν σταδιακά σε πιο απλή ενδυμασία, στο πλαίσιο της απομάκρυνσης από την ευρωπαϊκή αυλική παράδοση.
Τα παντελόνια ως ένδειξη σεβασμού
Η βρετανική παράδοση που συνδέει τα κοντά παντελόνια αποκλειστικά με την παιδική ηλικία διαμορφώθηκε ουσιαστικά στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν ο Λόρδος Ρόμπερτ Μπάντεν-Πάουελ ίδρυσε το Προσκοπικό Κίνημα το 1910 και καθιέρωσε τα κοντά παντελόνια ως επίσημη προσκοπική στολή για τις υπαίθριες δραστηριότητες. Σταδιακά, η ενδυματολογική αυτή επιλογή ταυτίστηκε με την εικόνα του «ευπρεπούς» αγοριού και, τις επόμενες δεκαετίες, διαδόθηκε και στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Όπως συμβαίνει συχνά με τις ενδυματολογικές συνήθειες, η έκθεση των ποδιών δεν συνδέεται μόνο με την εμφάνιση, αλλά κυρίως με τις κοινωνικές αντιλήψεις που συνοδεύουν κάθε επιλογή ένδυσης. Σε επαγγελματικούς χώρους, από υπαλλήλους γραφείου και προϊσταμένους μέχρι ανθρώπους στον κλάδο της μόδας, δικηγόρους, τραπεζίτες, γιατρούς και εργαζομένους στην εστίαση, επικρατεί η άποψη ότι τα σορτς δεν αποτελούν την ενδεδειγμένη επιλογή όταν κάποιος συναντά πελάτες ή εκπροσωπεί τον οργανισμό στον οποίο εργάζεται. Ακόμη και σε χώρους όπου επιτρέπονται στην καθημερινότητα, συχνά δεν θεωρούνται κατάλληλα κατά τις συναντήσεις με ανώτερα στελέχη ή πελάτες.
Στο διεθνές δικηγορικό γραφείο Herbert Smith Freehills Kramer, ο 59χρονος εταίρος Ρίτσαρντ Φάρλεϊ αναφέρει ότι η ενδυμασία ενός δικηγόρου «οφείλει να εκπέμπει στους πελάτες την αίσθηση σοβαρότητας, προσοχής στη λεπτομέρεια και επαγγελματισμού». Ο ίδιος θεωρεί πως η ενδυμασία δεν είναι δευτερεύον ζήτημα, επισημαίνοντας ότι η καθιέρωση της «casual Friday» τη δεκαετία του 1990 συνέβαλε σε μια σταδιακή χαλάρωση των ενδυματολογικών κανόνων, με αποτέλεσμα να αρχίσει να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην άνεση και λιγότερη στον τρόπο με τον οποίο κάποιος παρουσιάζεται προς τους πελάτες.
Ο Φάρλεϊ, ο οποίος συχνά φορά κοστούμι με γιλέκο στη δουλειά, προτείνει συγκεκριμένους κανόνες για μια σωστή επαγγελματική εμφάνιση. «Ένα κοστούμι πρέπει να εφαρμόζει σωστά, να είναι καλοραμμένο, ποιοτικό και κατάλληλο για την εποχή, μαζί με ένα πουκάμισο και, κατά προτίμηση, γραβάτα. Τα παπούτσια κατά τη γνώμη μου έχουν υποβαθμιστεί αισθητά. Θα πρέπει να είναι δερμάτινα, σε καφέ ή μαύρο χρώμα ή, περιστασιακά, σουέτ. Αντίθετα, τα αθλητικά παπούτσια συχνά δεν ταιριάζουν σε επαγγελματικούς χώρους. Επίσης, τα σακίδια πλάτης δεν ταιριάζουν σε επαγγελματικό ντύσιμο, με εξαίρεση όσους βρίσκονται ακόμη σε στάδιο πρακτικής άσκησης», λέει ο ίδιος.
Ο Φάρλεϊ αναγνωρίζει ότι εκπροσωπεί μια πιο παραδοσιακή πλευρά στον ενδυματολογικό κώδικα. Πολλές εταιρείες που για χρόνια απαιτούσαν αυστηρό ντύσιμο χαλάρωσαν τους κανόνες κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Ωστόσο, η αντίληψη ότι η ενδυμασία συνδέεται με τον σεβασμό προς τον επαγγελματικό χώρο παραμένει ευρύτερα διαδεδομένη.
Ο Τζος Γκριν, διακοσμητής εσωτερικών χώρων και μέλος της λίστας AD100, θυμάται μια εμπειρία από όταν ήταν 18 ετών, όταν έκανε πρακτική στο Women’s Wear Daily στο Παρίσι. Όπως αναφέρει, κατά τη συνέντευξη αποχώρησής του τού επισημάνθηκε ότι δεν ήταν κατάλληλο να φορά σορτς στον χώρο εργασίας, παρά τις υψηλές θερμοκρασίες στο Παρίσι. «Η εμπειρία αυτή», όπως λέει, «με επηρέασε, καθώς ακόμη και σήμερα σκέφτομαι συνειδητά πως δεν πρέπει να επιλέξω να φοράω σορτς στο γραφείο».
Ο Ρόμπερτ Κεντεριάν είναι μεσίτης ακινήτων στο Μανχάταν και περνά μεγάλο μέρος της ημέρας του σε μετακινήσεις και επισκέψεις ακινήτων στη Νέα Υόρκη, όπου οι καλοκαιρινές θερμοκρασίες μπορεί να γίνουν ιδιαίτερα υψηλές. «Έχω πραγματοποιήσει επισκέψεις σε ακίνητα φορώντας σορτς και κάθε φορά το έχει μετανιώσει», όπως αναφέρει. «Οι πελάτες μου επισκέπτονται ακίνητα αξίας πολλών εκατομμυρίων δολαρίων και εγώ φοράω σορτς; Είναι ακατάλληλο. Σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, εμφανίστηκα σε επίσκεψη φορώντας σορτς και δέχθηκα παρατήρηση από άλλον μεσίτη, κάτι που, θεωρώ ότι ήταν δικαιολογημένο», προσθέτει ο ίδιος.
Μήπως πλησιάζει η αλλαγή;
Με την άνοδο της τάσης «athleisure» στα μέσα της δεκαετίας του 2010, άρχισαν να εντάσσονται στην επαγγελματική ένδυση ρούχα που συνδυάζουν επαγγελματική εικόνα και άνεση. Εταιρείες όπως η Lululemon, η Athleta και η Rhone σημείωσαν μεγάλη επιτυχία με παντελόνια και πουκάμισα εργασίας από ειδικά υφάσματα, τα οποία επιτρέπουν στο σώμα να αναπνέει, ενώ τα ίδια τα ρούχα είναι ελαστικά και προσαρμόζονται στην κίνηση. Μετά την πανδημία, μεγάλο μέρος των εργαζομένων που παλαιότερα φορούσε κοστούμια σε περιοχές όπως το κέντρο του Μανχάταν, στράφηκε σε πιο άνετα παντελόνια όπως αυτά της Lululemon, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ακόμη και για άσκηση. Η εξ αποστάσεως εργασία ενίσχυσε την αντίληψη ότι η άνεση δεν σημαίνει απαραίτητα μειωμένη απόδοση στη δουλειά.
Παράλληλα, έχει αναπτυχθεί και το λεγόμενο GORPcore, όρος που εμφανίστηκε το 2017 για να περιγράψει μια τάση ένδυσης με ρούχα για υπαίθριες δραστηριότητες, τα οποία πλέον φοριούνται και σε αστικά ή επαγγελματικά περιβάλλοντα. Η τάση αυτή έχει ενισχυθεί από εταιρείες όπως η Patagonia και η REI. Ακόμη και ο Ρικ Όουενς, Αμερικανός σχεδιαστής μόδας γνωστός για το ιδιαίτερα avant-garde ύφος του, έχει παρουσιάσει πιο «ήπιες» εκδοχές με τη μορφή των λεγόμενων «Work Shorts».
Όλα αυτά τα στοιχεία οδηγούν στο ερώτημα αν έχει ήδη αρχίσει μια αλλαγή στους ενδυματολογικούς κανόνες στον χώρο εργασίας. Καθώς οι θερμοκρασίες αυξήθηκαν αισθητά μέσα στον μήνα, ο Κεν Οχάσι, διευθύνων σύμβουλος της Brooks Brothers, η οποία προσφέρει καλοραμμένα σορτς από λινό έως κοτλέ και μαντράς, ερωτήθηκε αν τέτοιου είδους ενδυμασία μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλη για τον χώρο εργασίας.
«Κατηγορηματικά όχι», λέει ο Οχάσι, 51 ετών. «Ως εταιρεία, πρέπει να ντυνόμαστε με τον τρόπο που θέλουμε να ντύνονται οι υπάλληλοι στα καταστήματά μας».
«Δεν θα φορούσα ποτέ σορτς στο γραφείο. Ωστόσο, σπάνια βρίσκομαι σε γραφείο, οπότε τι μπορώ να ξέρω;», δηλώνει ο Ντέρεκ Μπλάσμπεργκ, 44 ετών, ανταποκριτής των περιοδικών Harper’s Bazaar και Vanity Fair και αρθρογράφος στο Substack, ο οποίος έχει παρακολουθήσει χιλιάδες επιδείξεις μόδας.
Ο Μάθιου ΜακΝιλ, 39 ετών, διακεκριμένος γαστρεντερολόγος στη Νέα Υόρκη που πραγματοποιεί εκατοντάδες κολονοσκοπήσεις κάθε χρόνο, αντιστρέφει το ερώτημα και λέει: «Πώς θα ένιωθε κανείς αν ο γιατρός του φορούσε σορτς;».
Ο ακτιβιστής επενδυτής Μπιλ Άκμαν, ιδρυτής της Pershing Square Capital Management και γνωστός ως short-seller, δηλώνει ότι έχει πάψει να φορά σορτς, συνδέοντας την επιλογή αυτή με την επαγγελματική εικόνα που επιδιώκει να διατηρεί.
Αυτές δε είναι μεμονωμένες απόψεις. Τα σορτς αντιμετωπίζονται αρνητικά ή απαγορεύονται πλήρως σε γραφεία σε όλο τον κόσμο, ακόμη και σε πόλεις όπου επικρατούν υψηλές θερμοκρασίες, όπως η Πόλη του Μεξικού, το Ντουμπάι, η Κουάλα Λουμπούρ, η Βομβάη και το Μπουένος Άιρες. Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις, οι εργαζόμενοι επιλέγουν φαρδιά ρούχα από φυσικά υφάσματα, όπως λινό και βαμβάκι.
Τι γίνεται στη Νορβηγία
Η Σκανδιναβία συγκαταλέγεται στις λίγες περιοχές όπου η χρήση σορτς στον χώρο εργασίας αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη ευελιξία. Ο 49χρονος Γιόργκεν Αμούντσεν, ιδρυτής της Amundsen Sports με έδρα το Όσλο, μιας εταιρείας υψηλής ποιότητας ενδυμάτων για υπαίθριες δραστηριότητες που επεκτείνεται και στην αμερικανική αγορά, περιγράφει τα προϊόντα της εταιρείας ως «ανθεκτικά και χρωματιστά», καθώς παράγονται σορτς από κοτλέ σε πορτοκαλί και μπλε αποχρώσεις, αλλά και υποδήματα και ενδύματα από βαμβάκι και λινό με σχέδια.
Η εταιρεία παράγει επίσης «knickerbockers», κοντά παντελόνια που στενεύουν στο ύψος του γόνατος, τα οποία βασίζονται σε παλαιότερες ευρωπαϊκές ενδυματολογικές μορφές. Τα προϊόντα της απευθύνονται σε δραστηριότητες όπως η πεζοπορία, το ψάρεμα και γενικότερα η υπαίθρια ζωή, ενώ το μεγαλύτερο κατάστημα της εταιρείας στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκεται στη Νέα Υόρκη.
«Φυσικά πουλάμε ρούχα για ορεινούς και παραθαλάσσιους προορισμούς, αλλά οι πελάτες μας είναι άνθρωποι που ζουν στις πόλεις», λέει ο Αμούντσεν. «Έχουν μια κανονική αστική ζωή και μετά αναζητούν την περιπέτεια».

«Στη Νορβηγία, η καθημερινή ζωή συνδυάζεται φυσικά με δραστηριότητες στην ύπαιθρο, χωρίς να υπάρχει έντονος διαχωρισμός ανάμεσα στα δύο. Υπάρχει επίσης ο όρος «friluftsliv», ο οποίος χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη σχέση με τη φύση ως μέρος της καθημερινής ζωής. Ο όρος σημαίνει «ζωή στην ύπαιθρο» και αναφέρεται στην επαφή με τη φύση ως στοιχείο της καθημερινής ζωής, με έμφαση στην υγεία, την ψυχική ευεξία και τη μακροζωία», σύμφωνα με τον Αμούντσεν.
«Είναι τρόπος ζωής και έχει να κάνει με το να ζει κανείς κοντά στη φύση, είτε βρίσκεται στην πόλη, είτε στην ύπαιθρο», λέει ο Αμούντσεν. Ο όρος «friluftsliv» βρίσκεται στο επίκεντρο της φιλοσοφίας με την οποία σχεδιάζει τα ρούχα της η εταιρεία, τα οποία είναι απλά και ανθεκτικά και μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε διαφορετικές συνθήκες. Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με την ιδέα ότι η ένδυση πρέπει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του σώματος και στις πραγματικές συνθήκες του περιβάλλοντος.
Ο Αμούντσεν λέει ότι κάθε άτομο θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επιλέγει τι φοράει στο γραφείο. Όπως αναφέρει, «τα ρούχα πρέπει να αντανακλούν την ταυτότητα και τον τρόπο ζωής του κάθε ατόμου και όχι να λειτουργούν αποκλειστικά ως ενδυματολογικός κώδικας εργασίας». Προσθέτει ότι τα προϊόντα της εταιρείας μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο σε υπαίθριες δραστηριότητες, όσο και σε αστικές συνθήκες.
Παρατηρείται μια τάση προς μεγαλύτερη έμφαση στην άνεση και σε ενδυματολογικές επιλογές στο γραφείο που λαμβάνουν υπόψη τις ανάγκες του σώματος σε έναν κόσμο που αλλάζει. Καθώς η θερμοκρασία αναμένεται να παραμείνει υψηλή σε πολλές πόλεις αυτή την εβδομάδα, τίθεται το ερώτημα αν θα αυξηθεί περαιτέρω και το ποσοστό αποδοχής των σορτς, το οποίο βρίσκεται στο 45%.
Διαβάστε ακόμη
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.