Η ενεργειακή κρίση που έχει προκαλέσει η αναταραχή γύρω από τα Στενά του Ορμούζ μπορεί να εξελιχθεί σε ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα για την παγκόσμια αγορά πετρελαίου, εάν η αντιπαράθεση επεκταθεί από τις μεταφορές στις ίδιες τις πετρελαϊκές υποδομές.
Σύμφωνα με το Forbes, οι περιορισμοί στις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Περσικό Κόλπο έχουν ήδη δημιουργήσει έντονη αβεβαιότητα στις αγορές. Ωστόσο, το πιο ανησυχητικό σενάριο αφορά πιθανές εκτεταμένες επιθέσεις σε διυλιστήρια της περιοχής, οι οποίες θα μπορούσαν να αφαιρέσουν από την παγκόσμια αγορά σημαντικές ποσότητες καυσίμων για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η αγορά δεν θα αντιμετώπιζε απλώς μια προσωρινή διαταραχή στις μεταφορές, αλλά μια μόνιμη απώλεια παραγωγικής δυναμικότητας, με άμεσες επιπτώσεις στις τιμές.
Το σενάριο των 150 δολαρίων το βαρέλι
Η αυστραλιανή χρηματιστηριακή εταιρεία Morgans εξετάζει ένα ακραίο αλλά πιθανό σενάριο, σύμφωνα με το οποίο μια μεγάλη ζημιά στις ενεργειακές εγκαταστάσεις της Μέσης Ανατολής θα μπορούσε να οδηγήσει το Brent πάνω από τα 150 δολάρια το βαρέλι.
Το σενάριο δεν αποτελεί τη βασική εκτίμηση της αγοράς, ωστόσο αναδεικνύει τον κίνδυνο μιας νέας ενεργειακής κρίσης, πολύ διαφορετικής από τις προηγούμενες.
Η διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι μια διακοπή στις θαλάσσιες μεταφορές μπορεί να αντιμετωπιστεί με εναλλακτικές διαδρομές και αποθέματα. Αντίθετα, η καταστροφή ενός μεγάλου μέρους της διυλιστικής ικανότητας απαιτεί μήνες ή ακόμη και χρόνια για να αποκατασταθεί.
Η απώλεια σημαντικής παραγωγικής ή εξαγωγικής δυνατότητας θα δημιουργούσε ένα κενό προσφοράς που η παγκόσμια αγορά δύσκολα θα μπορούσε να καλύψει άμεσα.
Τα διυλιστήρια γίνονται το νέο σημείο συμφόρησης
Η αγορά πετρελαίου βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα πραγματικότητα. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η ποσότητα του αργού πετρελαίου που υπάρχει διαθέσιμη, αλλά η δυνατότητα μετατροπής του σε καύσιμα.
Τα διυλιστήρια εξελίσσονται στο νέο κρίσιμο σημείο πίεσης για την παγκόσμια οικονομία, ιδιαίτερα στην αγορά του ντίζελ, όπου οι ελλείψεις παραμένουν έντονες.
Ήδη αρκετές ενεργειακές εγκαταστάσεις έχουν υποστεί ζημιές στις συγκρούσεις που συνδέονται με το Ιράν, ενώ η προσωρινή διακοπή λειτουργίας σημαντικών υποδομών, όπως ο σαουδαραβικός αγωγός που συνδέει την ανατολική με τη δυτική πλευρά της χώρας, ενίσχυσε τους φόβους για την ανθεκτικότητα του συστήματος.
Η προοπτική νέων επιθέσεων στις ενεργειακές εγκαταστάσεις αποτελεί πλέον έναν από τους βασικούς παράγοντες που παρακολουθούν οι αγορές.
Η Κίνα ως ο «OPEC» της ζήτησης
Στην ίδια ανάλυση, η Morgans αναδεικνύει και έναν διαφορετικό παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει την πορεία των τιμών: τον ρόλο της Κίνας.
Η εκτίμηση είναι ότι το Πεκίνο μπορεί να εξελιχθεί σε έναν «νέο OPEC», όχι ελέγχοντας την προσφορά πετρελαίου, αλλά επηρεάζοντας τη ζήτηση.
Η Κίνα διαθέτει μεγάλα αποθέματα πετρελαίου, τα οποία εκτιμώνται περίπου στα 1,4 δισ. βαρέλια, ενώ η ζήτηση για ορισμένα πετρελαϊκά προϊόντα περιορίζεται λόγω της ταχύτατης ανάπτυξης των ηλεκτρικών οχημάτων.
Η εξέλιξη αυτή έχει οδηγήσει σε μείωση των κινεζικών εισαγωγών πετρελαίου κατά αρκετά εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, επιτρέποντας στο Πεκίνο να λειτουργεί πιο επιλεκτικά στην αγορά.
Με υψηλά αποθέματα, η Κίνα μπορεί να αυξάνει τις αγορές της όταν οι τιμές υποχωρούν και να περιορίζει τη ζήτηση όταν οι τιμές ανεβαίνουν, επηρεάζοντας έτσι την ισορροπία της αγοράς.
Η Αμερική κρατά προσωρινά την ισορροπία
Την ίδια ώρα, τα αμερικανικά διυλιστήρια έχουν αναλάβει σημαντικό ρόλο στην κάλυψη των κενών που δημιούργησαν οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και η περιορισμένη παρουσία της Ρωσίας στις διεθνείς αγορές.
Η αυξημένη παραγωγή από τις ΗΠΑ έχει λειτουργήσει ως «ανάχωμα» για την παγκόσμια αγορά, όμως η κατάσταση δεν θεωρείται δεδομένη.
Η αυξανόμενη πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ για συγκράτηση των τιμών βενζίνης και ντίζελ δημιουργεί πολιτικά διλήμματα, καθώς μέρος της παραγωγής μπορεί να χρειαστεί να κατευθυνθεί στην εγχώρια κατανάλωση αντί στις διεθνείς αγορές.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η παγκόσμια ενεργειακή αγορά βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη ισορροπία. Τα αποθέματα, οι εναλλακτικές πηγές και η παραγωγή των ΗΠΑ περιορίζουν προς το παρόν τους κινδύνους, όμως μια μεγάλη επίθεση σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα.
Το νέο μεγάλο ρίσκο για το πετρέλαιο δεν είναι μόνο το κλείσιμο ενός θαλάσσιου περάσματος, όπως έγραψε το Forbes. Είναι η απώλεια των εγκαταστάσεων διύλισης που μετατρέπουν το αργό πετρέλαιο σε καύσιμο για την παγκόσμια οικονομία.
Διαβάστε ακόμη
ΕΕ: Γιατί βάζει μπλόκο στην εξαγορά της Anglo American από την MMG
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.