Το γέμισμα του ντεπόζιτο εξελίσσεται σε «σπορ» για ακριβά γούστα από άκρη σε άκρη του κόσμου, καθώς το ντίζελ, το καύσιμο που κινεί μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας, βρίσκεται αντιμέτωπο με πρωτοφανείς πιέσεις. Οι πόλεμοι σε Μέση Ανατολή και Ουκρανία, έχουν δημιουργήσει μια «τέλεια καταιγίδα», περιορίζοντας τις αποστολές από περιοχές που υπό κανονικές συνθήκες αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ένα τρίτο των παγκόσμιων εξαγωγών ντίζελ.
Η στενότητα αυτή στην προσφορά έχει οδηγήσει σε εκρηκτική άνοδο των τιμών σε ΗΠΑ, Ευρώπη και στα περισσότερα μέρη του κόσμου, ασκώντας πιέσεις σε επιχειρήσεις, αγρότες και νοικοκυριά. Χαρακτηριστική είναι η εβδομαδιαία εικόνα στις χώρες της ΕΕ.
Με βάση τα στοιχεία του Weekly Oil Bulletin της Κομισιόν, η τιμή του ντίζελ κυμάνθηκε στα 2,24 ευρώ κατά μέσο όρο στην ΕΕ, ενώ σε χώρες όπως το Βέλγιο, η Δανία, η Φινλανδία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ολλανδία έφτασε ακόμα υψηλότερα. Στην Ελλάδα, η τιμή κυμάνθηκε στα 2,21 ευρώ, ελαφρώς χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Το αδιέξοδο είναι τέτοιο, που η κυβέρνηση Τραμπ διεμήνυσε αυτή την εβδομάδα ότι εξετάζει περιορισμούς ή ακόμη και πλήρη απαγόρευση των εξαγωγών, σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει τις εγχώριες τιμές, που έφτασαν ακόμα και στα 6,5 δολάρια το γαλόνι.
Ο Τραμπ το πήγε ένα βήμα παρακάτω, ζητώντας από Γερμανία και Γαλλία να αποδεσμεύσουν στρατηγικά αποθέματα, προκειμένου να αποκλιμακωθούν οι διεθνείς τιμές, διαφορετικά απειλεί να προχωρήσει στο εμπάργκο εξαγωγών.
Οι απειλές, φαίνεται πως έπιασαν τόπο, αφού χθες Παρασκευή ο Τραμπ ανακοίνωσε μέσω Truth Social ότι η Ευρώπη συμφώνησε να αποδεσμεύσει μια τεράστια ποσότητα από τα αποθέματά της και πως η διαδικασία θα ξεκινήσει άμεσα.
Με βάση την ανακοίνωση της G7 ( Καναδάς, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία, HΠΑ), οι χώρες μέλη πρόκειται να διαθέσουν στην αγορά έως και 100 εκατ. βαρέλια από τα έκτακτα αποθέματα πετρελαίου και ντίζελ. Η αποδέσμευση των αποθεμάτων, η οποία συντονίζεται από τον IEA, θα πραγματοποιηθεί μέσα στους επόμενους τέσσερις μήνες.
Οι χώρες μέλη δεσμεύονται να μην επιβάλλουν περιορισμούς στις εξαγωγές ενέργειας και ενεργειακών προϊόντων μεταξύ των χωρών της G7 και καλούν όλους τους παραγωγούς να αποφύγουν την επιβολή απαγορεύσεων, που θα μπορούσαν να επιδεινώσουν τις εντάσεις στις αγορές.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ντίζελ, καθώς η αποδέσμευση θα είναι αυξημένη κατά το αρχικό στάδιο, με σημαντική ποσότητα ντίζελ να διατίθεται μέσα στις πρώτες 20 ημέρες από μέλη της G7 και εταίρους. Παράλληλα, οι χώρες θα συνεδριάσουν στο πλαίσιο του IEA τις επόμενες ημέρες προκειμένου να εξετάσουν το ενδεχόμενο πρόσθετων αποδεσμεύσεων ντίζελ, εφόσον κριθούν αναγκαίες.
Αν βέβαια οι κινήσεις αυτές δεν ικανοποιήσουν τον Ντόναλντ Τραμπ – που τείνει να αλλάζει τακτικά γνώμη – και αποφασίσει να κάνει πράξη τις απειλές του, αναλυτές προειδοποιούν ότι ο αμερικανικός περιορισμός των εξαγωγών θα μπορούσε να έχει καταστροφικές συνέπειες για την παγκόσμια προσφορά.
Πώς φθάσαμε στη σημερινή κρίση του ντίζελ
Όπως υπενθυμίζει η Wall Street Journal, πριν από τον πόλεμο στο Ιράν, η Μέση Ανατολή ήταν ο μεγαλύτερος εξαγωγέας ντίζελ στον κόσμο, αντιπροσωπεύοντας το 19% των παγκόσμιων εξαγωγών το περασμένο έτος, σύμφωνα με την Kpler. Η Βόρεια Αμερική ακολουθούσε με μερίδιο 15%, ενώ η Ρωσία ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος προμηθευτής, με 11%.
Η εικόνα έχει πλέον αλλάξει δραματικά.
Οι αποστολές ντίζελ από τις χώρες του Περσικού Κόλπου περιορίστηκαν τον Αύγουστο μόλις στο ένα τέταρτο των προπολεμικών επιπέδων. Παράλληλα, οι επιθέσεις των Χούθι στα διυλιστήρια της Σαουδικής Αραβίας στην Ερυθρά Θάλασσα έπληξαν περαιτέρω τις εξαγωγές.
Την ίδια στιγμή, οι ολοένα πιο καταστροφικές ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια οδήγησαν το Κρεμλίνο σε δραστικό περιορισμό των εξαγωγών. Μέχρι τον Αύγουστο, οι ρωσικές εξαγωγές ντίζελ είχαν καταρρεύσει περίπου στο 20% των επιπέδων του Μαΐου.
Τα αμερικανικά διυλιστήρια επιχείρησαν να καλύψουν μέρος του κενού, αυξάνοντας σημαντικά τις εξαγωγές τους. Πλέον, όμως, λειτουργούν σε πλήρη δυναμικότητα και μπορούν να αναπληρώσουν μόνο ένα μέρος των χαμένων ποσοτήτων.
Γιατί το ντίζελ είναι τόσο κρίσιμο για την οικονομία
Το ντίζελ περιέχει περισσότερη ενέργεια ανά λίτρο από τη βενζίνη, ενώ οι πετρελαιοκινητήρες τείνουν να είναι ενεργειακά αποδοτικότεροι.
Για αυτό χρησιμοποιείται κυρίως σε βαρέα οχήματα και μηχανήματα, όπως φορτηγά, τρακτέρ και ακόμη και πλοία, όπου η υψηλή ενεργειακή πυκνότητα του καυσίμου αποτελεί κρίσιμο παράγοντα. Ως αποτέλεσμα, οικονομίες σε ολόκληρο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της αμερικανικής, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το ντίζελ.
Η αύξηση της παραγωγής του, ωστόσο, δεν είναι τόσο απλή όσο μια απόφαση των διυλιστηρίων να παράγουν περισσότερο.
Τα διυλιστήρια μετατρέπουν το αργό πετρέλαιο σε διαφορετικά καύσιμα σε σχετικά σταθερές αναλογίες. Στις ΗΠΑ, από κάθε βαρέλι αργού των 42 γαλονιών παράγονται περίπου 11 έως 13 γαλόνια ντίζελ και 19 έως 20 γαλόνια βενζίνης, σύμφωνα με την αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας.
Οι αναλογίες μπορούν να μεταβληθούν ανάλογα με τον τύπο του αργού πετρελαίου και τη διαμόρφωση κάθε διυλιστηρίου, αλλά μόνο σε περιορισμένο βαθμό.
Οι απειλές των ΗΠΑ και η ευάλωτη Ευρώπη
Όπως υπογραμμίζει η Wall Street Journal, η απαγόρευση των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ -που θεωρητικά απομακρύνεται πλέον σαν σενάριο μετά την απελευθέρωση αποθεμάτων – θα αφαιρούσε από την παγκόσμια αγορά μία ακόμη κρίσιμη πηγή εφοδιασμού.
Οι τιμές εκτός των ΗΠΑ θα μπορούσαν να εκτοξευθούν, ενώ σύμφωνα με αναλυτές θα υπήρχε κίνδυνος ακόμη και πραγματικών ελλείψεων, ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική και την Ασία.
Η Λατινική Αμερική προμηθεύεται περίπου το 90% των εισαγωγών ντίζελ από τις ΗΠΑ, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη. Μια απαγόρευση θα μπορούσε να περιορίσει τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές, να αυξήσει απότομα τα ναύλα και να καταστήσει ακριβότερη τη θέρμανση των κατοικιών.
Ισχυρό θα ήταν το πλήγμα και για την Ευρώπη, η οποία έχει στραφεί όλο και περισσότερο στις ΗΠΑ για την κάλυψη των ενεργειακών της αναγκών. Σχεδόν το 40% των εισαγωγών ντίζελ της Ευρώπης τον Σεπτέμβριο προήλθε από τις ΗΠΑ.
Ο Γκέοργκ Τσάχμαν, αναλυτής για θέματα ενέργειας στο Ινστιτούτο Μπρύγκελ των Βρυξελλών, εξηγεί στη Deutsche Welle, ότι «Με τα φορολογικά προνόμια που απολάμβαναν επί δεκαετίες οι κινητήρες ντίζελ, οι Ευρωπαίοι είναι πιο εξαρτημένοι από το ντίζελ σε σχέση με τους Αμερικανούς». «Σήμερα η Ευρώπη διαθέτει πλεόνασμα βενζίνης, το οποίο εξάγει. Αντιθέτως, στο ντίζελ έχει έλλειψη και πρέπει να κάνει εισαγωγές».
Οι αριθμοί επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση: Στην ΕΕ τα αυτοκίνητα με ντιζελοκινητήρα υπερβαίνουν το 38% του συνόλου των οχημάτων. Σύμφωνα με ανάλυση του Organisation Transport & Development, το 77% της κατανάλωσης ντίζελ στην Ευρώπη διοχετεύεται στις μεταφορές.
Για ένα γέμισμα του ρεζερβουάρ με ντίζελ (50 λίτρα), οι οδηγοί πληρώνουν σήμερα στην Ευρώπη κατά μέσο όρο 30 ευρώ περισσότερο από τις 28 Φεβρουαρίου 2026, παραμονή του πολέμου στο Ιράν. Για ένα φορτηγό στη Γερμανία η αύξηση ισοδυναμεί με μία επιβάρυνση 236 ευρώ την εβδομάδα, κατά μέσο όρο. Το συνολικό κόστος για την ευρωπαϊκή οικονομία φτάνει τα 270 εκατομμύρια ευρώ την ημέρα.
Για την ίδια την αμερικανική αγορά, μια απαγόρευση θα μπορούσε αρχικά να μειώσει τις τιμές, ιδιαίτερα στις περιοχές γύρω από τον Κόλπο του Μεξικού, απ’ όπου πραγματοποιείται το μεγαλύτερο μέρος των αμερικανικών εξαγωγών.
Η ανακούφιση, όμως, ενδέχεται να είναι μόνο προσωρινή. Επειδή η παραγωγή ντίζελ είναι άμεσα συνδεδεμένη με την παραγωγή άλλων προϊόντων διύλισης, όπως η βενζίνη, ο περιορισμός των εξαγωγών θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών όλων των καυσίμων.
Εάν τα διυλιστήρια εξαντλήσουν τους διαθέσιμους αποθηκευτικούς χώρους για το ντίζελ που προηγουμένως εξήγαγαν, θα αναγκαστούν να περιορίσουν συνολικά την παραγωγή τους. Αυτό θα μειώσει ταυτόχρονα την προσφορά βενζίνης και άλλων καυσίμων, ωθώντας τις τιμές υψηλότερα.
Τι θα μπορούσε να ρίξει τις τιμές
Υπάρχουν ορισμένες πρώτες ενδείξεις ότι οι εξαγωγές ντίζελ από τη Μέση Ανατολή ανακάμπτουν, εξέλιξη που θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά στην αποκλιμάκωση της κρίσης.
Οι εξαγωγές της περιοχής αυξήθηκαν κατά 30% τον Σεπτέμβριο σε σχέση με τον Αύγουστο, παραμένουν όμως πολύ χαμηλότερα από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο.
Μια διακοπή των ουκρανικών επιθέσεων με drones στα ρωσικά διυλιστήρια θα μπορούσε επίσης να αυξήσει την προσφορά. Η Ουκρανία, ωστόσο, έχει αρνηθεί να σταματήσει τις επιθέσεις όσο η Ρωσία συνεχίζει να πλήττει τις δικές της ενεργειακές υποδομές.
Μία ακόμη επιλογή είναι η απελευθέρωση καυσίμων από τα στρατηγικά αποθέματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως και πρόκειται να γίνει με βάση τις ανακοινώσεις Τραμπ-G7. Στα τέλη Ιουνίου, η ΕΕ διέθετε 36 εκατ. τόνους ντίζελ σε αποθέματα έκτακτης ανάγκης, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε δύο μήνες κατανάλωσης στην Ένωση, σύμφωνα με τη Eurostat.
Σημαντικό ρόλο θα μπορούσε να διαδραματίσει και η Κίνα, η οποία διαθέτει πλεονάζουσα δυναμικότητα διύλισης. Σύμφωνα με την Kpler, τα κινεζικά διυλιστήρια αύξησαν απότομα τις εξαγωγές τους τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο. Η κίνηση αυτή πρόσθεσε σχεδόν 800.000 επιπλέον μετρικούς τόνους ντίζελ τον μήνα στην παγκόσμια αγορά. Ωστόσο, η ποσότητα αυτή δεν επαρκεί για να καλύψει το τεράστιο κενό που έχει αφήσει η Μέση Ανατολή, το οποίο μόνο τον περασμένο μήνα ανερχόταν σε περίπου 4 εκατ. τόνους.
Διαβάστε ακόμη
Πάνος Γερμανός: Από το ρίσκο της Entersoft στο χρυσό deal του 1 δισ. ευρώ
Η ισπανική «συνταγή» για βενζίνη κάτω από 2 ευρώ που στοίχισε πάνω από 1 δισ. ευρώ
Σαμοθράκη: Το δικαστικό μπλόκο που φρενάρει τα υπεράκτια αιολικά των ΤΕΡΝΑ- Motor Oil και ΔΕΗ
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.