Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η Ελλάδα προσελκύει περισσότερες ξένες επενδύσεις, αλλά εξακολουθεί να υστερεί στην προσέλκυση νέων βιομηχανικών δραστηριοτήτων, που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την παραγωγικότητα και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για υψηλότερους μισθούς. Η αλλαγή των κριτηρίων κρατικής ενίσχυσης, με μεγαλύτερο βάρος στην παραγωγικότητα αντί στον αριθμό των θέσεων εργασίας, αποτελεί μία από τις συγκεκριμένες προτάσεις που κατατέθηκαν για να περιοριστεί αυτό το κενό.

Η νέα έρευνα ‘EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2026’ καταγράφει αύξηση 34% στα νέα επενδυτικά έργα ξένων επιχειρήσεων το 2025, την ώρα που στην Ευρώπη σημειώθηκε μείωση 7%. Ωστόσο, μόλις το 15% των έργων που προσέλκυσε η Ελλάδα αφορούσε τη βιομηχανική παραγωγή, έναντι 28% στην Ευρώπη. Η απόσταση αυτή εξηγεί γιατί η βελτίωση των επενδυτικών επιδόσεων δεν αρκεί από μόνη της για να καλύψει το παραγωγικό έλλειμμα που άφησε η οικονομική κρίση.

Τη στροφή σε επενδύσεις μεγαλύτερης παραγωγικής αξίας υποστήριξε κατά την παρουσίαση της έρευνας ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, προτείνοντας την αναμόρφωση των αναπτυξιακών κινήτρων. Από την πλευρά τους, ο διευθύνων σύμβουλος της EY Ελλάδος, Γιώργος Παπαδημητρίου, και ο διευθυντής της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης και Μελετών της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιώργος Χονδρογιάννης, παρουσίασαν την πορεία των ξένων επενδύσεων, τις προοπτικές της οικονομίας και τα εμπόδια που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις.

Οι νέες επενδύσεις

Σύμφωνα με την EY, το 2025 καταγράφηκαν 47 νέα επενδυτικά έργα ξένων επιχειρήσεων στην Ελλάδα, έναντι 35 το 2024. Η χώρα βρίσκεται στη 19η θέση μεταξύ 47 χωρών που παρακολουθεί η έρευνα, ενώ το 45% των έργων που έχουν καταγραφεί από το 2000 πραγματοποιήθηκε μέσα στην τελευταία πενταετία.

Η δυναμική αυτή φαίνεται να διατηρείται και στις προθέσεις των ξένων επιχειρήσεων. Το 55% των 250 στελεχών που συμμετείχαν στην έρευνα δηλώνει ότι σχεδιάζει να αναπτύξει ή να επεκτείνει δραστηριότητες στην Ελλάδα μέσα στον επόμενο χρόνο. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό από το 2019, όταν ξεκίνησε η έρευνα, έναντι 30% τότε.

Παράλληλα, το 68% εκτιμά ότι η ελκυστικότητα της Ελλάδας θα βελτιωθεί περαιτέρω την επόμενη τριετία. Μάλιστα, το 72% των επιχειρήσεων που δεν έχουν ακόμη παρουσία στη χώρα εμφανίζεται αισιόδοξο, έναντι 66% όσων δραστηριοποιούνται ήδη στην ελληνική αγορά. Πρόκειται για αντιστροφή της εικόνας προηγούμενων ετών, όταν οι επιχειρήσεις με υφιστάμενη παρουσία στην Ελλάδα ήταν περισσότερο αισιόδοξες.

Η πρόσβαση σε νέες αγορές και πελάτες αποτελεί το σημαντικότερο κίνητρο για την ανάπτυξη δραστηριοτήτων στην Ελλάδα, συγκεντρώνοντας το 44% των απαντήσεων. Ακολουθούν η ενίσχυση των εφοδιαστικών αλυσίδων και των επιχειρησιακών δραστηριοτήτων με 41% και η πρόσβαση σε ανθρώπινο δυναμικό με κατάλληλες δεξιότητες με 36%.

Ο Γιώργος Παπαδημητρίου επισήμανε πάντως ότι η πρόοδος των τελευταίων ετών δεν πρέπει να οδηγεί σε εφησυχασμό. Παρά τη βελτίωση των επιδόσεών της, η Ελλάδα εξακολουθεί να προσελκύει λιγότερο από το 1% των νέων ξένων επενδυτικών έργων στην Ευρώπη, γεγονός που δείχνει τα περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης.

Οι κλάδοι που κερδίζουν

Στη σύνθεση των νέων επενδυτικών έργων ξεχωρίζουν οι δραστηριότητες λογισμικού και πληροφορικής, οι επαγγελματικές υπηρεσίες και οι υπηρεσίες προς επιχειρήσεις. Σημαντική είναι επίσης η παρουσία των μεταφορών και της εφοδιαστικής αλυσίδας, που αντιπροσωπεύουν το 21% των έργων, ενώ η αγροδιατροφή συγκεντρώνει το 9%.

Η εικόνα διαφοροποιείται όταν εξεταστεί το είδος της δραστηριότητας που δημιουργούν οι νέες επενδύσεις. Μόλις το 15% αφορά τη βιομηχανική παραγωγή, έναντι 28% στην Ευρώπη. Αντίθετα, θετική εξέλιξη καταγράφεται στην έρευνα και ανάπτυξη, όπου το μερίδιο των νέων έργων αυξήθηκε στο 11%, από 6% την προηγούμενη χρονιά, ξεπερνώντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 7%.

Η υστέρηση της βιομηχανίας έχει ιδιαίτερη σημασία για μια οικονομία που προσπαθεί ακόμη να αναπληρώσει τις απώλειες της προηγούμενης δεκαετίας. Και, όπως επισήμανε ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος, η ενίσχυση της παραγωγής δεν εξαρτάται μόνο από την προσέλκυση ξένων επιχειρήσεων, αλλά και από τις επενδύσεις ελληνικών κεφαλαίων, οι οποίες, κατά την εκτίμησή του, ακολουθούν ανοδική πορεία.

Οι εισροές κεφαλαίων

Την αύξηση της επενδυτικής δραστηριότητας επιβεβαιώνουν και τα στοιχεία που παρουσίασε ο Γιώργος Χονδρογιάννης. Σύμφωνα με την παρουσίασή του, οι συνολικές εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων ανήλθαν σε 12,9 δισ. ευρώ το 2025, από 6,7 δισ. ευρώ το 2024, ενώ στο επτάμηνο του 2026 διαμορφώθηκαν σε περίπου 7,8 δισ. ευρώ.

Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν διαφορετική διάσταση της επενδυτικής δραστηριότητας από εκείνη που παρακολουθεί η EY. Η έρευνα της τελευταίας καταγράφει νέα επενδυτικά έργα που δημιουργούν πρόσθετη οικονομική δραστηριότητα, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος υπολογίζει τη συνολική αξία των άμεσων ξένων επενδύσεων, περιλαμβάνοντας και εξαγορές επιχειρήσεων ή άλλες συναλλαγές.

Ο Γιώργος Παπαδημητρίου στάθηκε στη διαφορά ανάμεσα στις νέες επενδυτικές ροές, που παρουσιάζουν σημαντική βελτίωση, και στο συσσωρευμένο επενδυτικό κεφάλαιο της χώρας, το οποίο εξακολουθεί να αντανακλά τη μεγάλη υποχώρηση των επενδύσεων κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης.

Η πρόταση του ΣΕΒ

Το μέγεθος του παραγωγικού κενού αποτυπώνεται στο επενδεδυμένο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο, το οποίο, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος, ανέρχεται σε περίπου 95.000 ευρώ στην Ελλάδα, έναντι 216.000 ευρώ στην Ευρώπη.

Κατά τον πρόεδρο του ΣΕΒ, η διαφορά αυτή εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη χαμηλότερη παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας και περιορίζει τις δυνατότητες ουσιαστικής αύξησης των μισθών. Η απάντηση, όπως υποστήριξε, βρίσκεται στις επενδύσεις σε σύγχρονο εξοπλισμό, τεχνολογία και παραγωγικές υποδομές.

Στο πλαίσιο αυτό παρουσίασε την πρόταση του ΣΕΒ για αλλαγή των κριτηρίων ενίσχυσης των μεγάλων επενδύσεων, ώστε η αξιολόγησή τους να βασίζεται πρωτίστως στη συμβολή τους στην παραγωγικότητα και όχι στον αριθμό των νέων θέσεων εργασίας.

Επισήμανε μάλιστα ότι δεν έχουν όλες οι επενδύσεις το ίδιο οικονομικό αποτύπωμα, αναδεικνύοντας τη διαφορά ανάμεσα σε μια παραγωγική μονάδα και ένα κέντρο δεδομένων ως προς τη συμβολή τους στην οικονομική δραστηριότητα.

Η πρόταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η βιομηχανία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια στην υλοποίηση νέων επενδύσεων. Ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος ανέδειξε ως σημαντικότερα το χωροταξικό πλαίσιο, το υψηλό ενεργειακό κόστος και την έλλειψη εργατικού δυναμικού.

Για το χωροταξικό αναγνώρισε ότι έχουν γίνει βήματα, αλλά τόνισε την ανάγκη εξασφάλισης κατάλληλων περιοχών για βιομηχανικές εγκαταστάσεις μέσα από τα τοπικά χωροταξικά σχέδια. Στο ενεργειακό κόστος, η Ελλάδα παραμένει, σύμφωνα με τον ίδιο, μεταξύ των δύο ή τριών ακριβότερων χωρών της Ευρώπης, ενώ οι κενές θέσεις εργασίας στη βιομηχανία υπολογίζονται σε περίπου 90.000.

Τι ζητούν οι επενδυτές

Τα προβλήματα που αναδεικνύει η ελληνική βιομηχανία συναντούν σε αρκετά σημεία τις επισημάνσεις των ξένων επιχειρήσεων. Σύμφωνα με την έρευνα της EY, το 28% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι πρέπει να βελτιωθεί το ρυθμιστικό περιβάλλον, το 26% αναδεικνύει την καινοτομία και την έρευνα και ανάπτυξη και το 24% το ενεργειακό κόστος.

Ως βασικές προτεραιότητες για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της χώρας, το 30% προτάσσει την εκπαίδευση και τις δεξιότητες, αντίστοιχο ποσοστό τη στήριξη στρατηγικών κλάδων, όπως η τεχνολογία, η τεχνητή νοημοσύνη, η άμυνα και οι καθαρές τεχνολογίες, ενώ το 26% ζητά περισσότερες μεγάλες υποδομές.

Από την άλλη πλευρά, οι ξένοι επενδυτές αναγνωρίζουν ως βασικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας τη γεωγραφική της θέση με ποσοστό 31%, την ποιότητα ζωής, την ασφάλεια και τον πολιτισμό με 26% και την πολιτική σταθερότητα με 25%.

Ο Γιώργος Παπαδημητρίου υπογράμμισε ότι η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει τη θετική επενδυτική δυναμική, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, στην πρόσβαση σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και στην ψηφιακή ανταγωνιστικότητα.

Παρά τους κινδύνους που αναγνωρίζουν οι επιχειρήσεις, οι επενδυτικές τους προθέσεις παραμένουν ανθεκτικές. Το 34% αναδεικνύει ως βασική απειλή τις γεωπολιτικές εξελίξεις και το 31% τις μακροοικονομικές συνθήκες. Ωστόσο, μόλις το 22% δήλωσε ότι ανέβαλε, ακύρωσε ή περιόρισε επενδύσεις, έναντι 34% στην Ευρώπη.

Στο εύρημα αυτό στάθηκε ιδιαίτερα ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος, επισημαίνοντας ότι το 78% των επιχειρήσεων διατήρησε τα επενδυτικά του σχέδια παρά τη διεθνή αβεβαιότητα.

Η επόμενη ημέρα

Από την πλευρά της Τράπεζας της Ελλάδος, ο Γιώργος Χονδρογιάννης συνέδεσε τη βελτίωση των επενδυτικών επιδόσεων με την ανθεκτικότητα της οικονομίας, τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και τη συμβολή του Ταμείου Ανάκαμψης.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις που παρουσίασε, η ελληνική οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί κατά 2% το 2026, κατά 1,9% το 2027 και κατά 2% το 2028. Επισήμανε ακόμη ότι η ολοκλήρωση των εκταμιεύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης δεν σημαίνει και την ολοκλήρωση των επενδύσεων που έχουν δρομολογηθεί μέσω αυτού. Η υλοποίησή τους θα συνεχίσει να στηρίζει την οικονομική δραστηριότητα τα επόμενα χρόνια.

Η διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας αποτέλεσε κοινή επισήμανση του Γιώργου Χονδρογιάννη και του Σπύρου Θεοδωρόπουλου, καθώς συνδέεται με τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των ξένων επενδυτών.

Με τις προθέσεις των ξένων επιχειρήσεων να βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο από το 2019, η επόμενη πρόκληση για την Ελλάδα είναι να αυξήσει τη συμμετοχή της στα νέα ευρωπαϊκά επενδυτικά έργα και, κυρίως, να προσελκύσει περισσότερες παραγωγικές δραστηριότητες. Η αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους, των ελλείψεων προσωπικού και των χωροταξικών περιορισμών, σε συνδυασμό με την αναμόρφωση των επενδυτικών κινήτρων, βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των προτάσεων για την ενίσχυση της παραγωγικότητας.

Διαβάστε ακόμη

Φαγητό στο γραφείο: Ο τόνος, τα βραστά αυγά και άλλα εργασιακά εγκλήματα

Ρetrossian: Η οικογένεια προσφύγων που έμαθε στον κόσμο το χαβιάρι

Evergood: Τι κρύβει η συμφωνία με τον Πρεμ Γουάτσα – Το παρασκήνιο, τα σχέδια και το χρονοδιάγραμμα

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ