Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Μετά την ολοκλήρωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου της FIFA, το ενδιαφέρον των φιλάθλων στρέφεται ξανά στα κορυφαία ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, με την Premier League να κάνει σέντρα στις 21 Αυγούστου, όταν η πρωταθλήτρια Άρσεναλ θα ξεκινήσει την προσπάθεια υπεράσπισης του τίτλου της.

Ωστόσο, η μεγαλύτερη ποδοσφαιρική λίγκα του κόσμου δεν προσελκύει μόνο τους φιλάθλους. Τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο ελκυστικούς επενδυτικούς προορισμούς για Αμερικανούς δισεκατομμυριούχους, επενδυτικά κεφάλαια και διασημότητες, οι οποίοι βλέπουν στους ιστορικούς βρετανικούς συλλόγους μια σπάνια επενδυτική ευκαιρία με μεγάλες προοπτικές υπεραξιών.

Η τάση ξεκίνησε ουσιαστικά το 2005, όταν η οικογένεια Γκλέιζερ απέκτησε τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Σήμερα, αμερικανικά συμφέροντα ελέγχουν 11 από τις 20 ομάδες της Premier League.

Παράλληλα, το ενδιαφέρον έχει επεκταθεί και στις χαμηλότερες κατηγορίες. Ο ηθοποιός Ράιαν Ρέινολντς και ο Ρομπ ΜακΈλενι απέκτησαν το 2020 τη Ρέξαμ, μετατρέποντας τον ουαλικό σύλλογο σε παγκόσμιο φαινόμενο μέσω της σειράς «Welcome to Wrexham», ενώ φέτος ο Σνουπ Ντογκ επένδυσε στη Σουόνσι.

Η ευκαιρία που είδαν οι Αμερικανοί επενδυτές

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Fenway Sports Group (FSG) του Τζον Χένρι, η οποία το 2010 εξαγόρασε τη Λίβερπουλ έναντι μόλις 300 εκατ. στερλινών, όταν ο σύλλογος βρισκόταν στα πρόθυρα οικονομικής κατάρρευσης.

Σχεδόν 16 χρόνια αργότερα, η FSG βρίσκεται σε συζητήσεις για την πώληση σημαντικού μειοψηφικού πακέτου μετοχών σε επενδυτικό σχήμα υπό τον Βρετανοϊνδό επιχειρηματία Αμίτ Μπάτια.

Η συμφωνία αποτιμά τη Λίβερπουλ στα περίπου 6 δισ. δολάρια, αντανακλώντας την εντυπωσιακή μεταμόρφωση του συλλόγου, ο οποίος κατέκτησε δύο πρωταθλήματα Premier League και ένα Champions League κατά την περίοδο της αμερικανικής ιδιοκτησίας.

Γιατί οι σύλλογοι θεωρούνται υποτιμημένα περιουσιακά στοιχεία

Σύμφωνα με αναλυτές που μίλησαν στο CNBC, οι Αμερικανοί επενδυτές θεωρούν ότι πολλοί βρετανικοί και ευρωπαϊκοί ποδοσφαιρικοί σύλλογοι λειτουργούν με χαμηλή επιχειρηματική αποδοτικότητα, γεγονός που δημιουργεί σημαντικά περιθώρια βελτίωσης.

Παραδοσιακά, οι περισσότερες ομάδες διοικούνται με γνώμονα τους φιλάθλους και όχι τη μεγιστοποίηση των κερδών, με αποτέλεσμα να εμφανίζουν ζημιογόνα αποτελέσματα.

Σύμφωνα με τη Deloitte, μόλις οκτώ ομάδες της Premier League κατέγραψαν λειτουργικά κέρδη τη σεζόν 2024-2025, ενώ οι συνολικές ζημιές προ φόρων του πρωταθλήματος έφθασαν τα 948 εκατ. στερλίνες.

Η Deloitte, πάντως, προειδοποιεί ότι η υπερβολική εμπορευματοποίηση μπορεί να αποξενώσει τους φιλάθλους και να πλήξει τη μακροπρόθεσμη αξία των συλλόγων.

Η σπανιότητα ανεβάζει τις αποτιμήσεις

Ένας ακόμη λόγος που καθιστά τους ιστορικούς ποδοσφαιρικούς συλλόγους ιδιαίτερα ελκυστικούς είναι η περιορισμένη προσφορά τους.

«Οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι αποτελούν ένα εξαιρετικά σπάνιο περιουσιακό στοιχείο και οι βρετανικοί είναι ίσως οι πιο πολύτιμοι λόγω της μακράς ιστορίας τους», σημειώνει η Άμπερ Πίντο, εταίρος της επενδυτικής εταιρείας Pinto Capital.

Όπως επισημαίνει, ο ζωντανός αθλητισμός είναι από τα ελάχιστα προϊόντα που δεν μπορούν να αντικατασταθούν από την τεχνητή νοημοσύνη ή να αναπαραχθούν ψηφιακά, γεγονός που ενισχύει τη μακροπρόθεσμη αξία τους.

Τα τηλεοπτικά δικαιώματα αποτελούν τη μεγάλη «μηχανή» εσόδων

Η Premier League παραμένει η πιο εμπορική ποδοσφαιρική διοργάνωση στον κόσμο, με τα τηλεοπτικά δικαιώματα να αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή εσόδων για τους συλλόγους.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα δικαιώματα μεταδίδονται από τους Sky Sports, TNT Sports και την Amazon Prime, ενώ τα έσοδα κατανέμονται στις 20 ομάδες βάσει συγκεκριμένου μοντέλου: το 50% μοιράζεται ισόποσα, το 25% εξαρτάται από τη θέση στη βαθμολογία και το υπόλοιπο 25% από τον αριθμό των τηλεοπτικών μεταδόσεων κάθε ομάδας.

Σύμφωνα με τη Deloitte, οι σύλλογοι της Premier League εισέπραξαν περισσότερα από 3,3 δισ. στερλίνες από τηλεοπτικά δικαιώματα τη σεζόν 2024-2025, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 50% των συνολικών εσόδων τους.

Ένας επενδυτικός κύκλος που ωριμάζει

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η αγορά ποδοσφαιρικών συλλόγων εισέρχεται πλέον σε πιο ώριμη φάση.

Ο καθηγητής χρηματοοικονομικών του ποδοσφαίρου στο Πανεπιστήμιο του Λίβερπουλ, Κίεραν Μαγκουάιρ, θεωρεί ότι η αποτίμηση των 6 δισ. δολαρίων για τη Λίβερπουλ δεν είναι υπερβολική, αλλά αντανακλά τη σπανιότητα των κορυφαίων συλλόγων και τη διάθεση των δισεκατομμυριούχων να επενδύσουν σε αυτούς.

Από την πλευρά της, η Pinto Capital εκτιμά ότι, μετά την έκρηξη συμφωνιών των προηγούμενων ετών, ο κύκλος εξαγορών γίνεται πλέον πιο σύνθετος και απαιτητικός.

Η δημιουργία ανεξάρτητου ποδοσφαιρικού ρυθμιστή στο Ηνωμένο Βασίλειο, η αυξημένη συμμετοχή θεσμικών επενδυτών από τους χώρους των χρηματοοικονομικών και των μέσων ενημέρωσης, αλλά και η μετατροπή του ποδοσφαίρου σε παγκόσμιο εξαγώγιμο προϊόν, έχουν αλλάξει ριζικά το επενδυτικό τοπίο.

Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές, πριν από λίγα χρόνια τα family offices, τα επενδυτικά funds και οι υπερ-εύποροι ιδιώτες σπάνια εξέταζαν το ενδεχόμενο τοποθετήσεων στον αθλητισμό. Σήμερα, όμως, οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι θεωρούνται ολοένα και περισσότερο μια ξεχωριστή κατηγορία επενδυτικών περιουσιακών στοιχείων, με σημαντικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Διαβάστε ακόμη 

Private jets: Η πολυτέλεια στην πτήση ανεβαίνει στην στρατόσφαιρα

Αποταμιεύσεις χωρίς απόδοση: Το χάσμα Ελλάδας – Ε.Ε. παραμένει (πίνακας)

Το τρομερό παιδί της Formula 1

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ