Σε διπλό… πονοκέφαλο εξελίσσεται, ήδη πρiν από το ξεκίνημά της, τον Οκτώβριο η εφετινή χειμερινή σεζόν για τους ορεινούς προορισμούς ανά την Ελλάδα, οι οποίοι στηρίζονται κατά κύριο λόγο στον εσωτερικό τουρισμό και υφίστανται εφέτος διπλή την πίεση.
Κόστος μετάβασης των επισκεπτών αλλά και κόστος θέρμανσης ειδικά στα ορεινά είναι οι δύο όψεις του ενεργειακού ζητήματος που λειτουργούν εφέτος αθροιστικά για την «άλλη» τουριστική Ελλάδα, η οποία ούτως ή άλλως λειτουργεί με πολύ χαμηλότερα περιθώρια κέρδους σε σύγκριση με τους θερινούς προορισμούς και τις τιμές ή τις πληρότητες του καλοκαιριού. Ενδεικτικά τον εφετινό Ιούλιο η μέση πληρότητα στα ξενοδοχεία ανά την Ελλάδα κινήθηκε με βάση τα στοιχεία του Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ) στο 83,4% με τη μέση τιμή δίκλινου δωματίου στα 190 ευρώ, όταν αντίστοιχα ο Οκτώβριος, με βάση τα στοιχεία επίσης του ΙΤΕΠ η μέση πληρότητα πέφτει στο 61% (με βάση τα στοιχεία του 2025) και η μέση τιμή στα 116 ευρώ ανά δίκλινο δωμάτιο. Το Νοέμβριο, η μέση πληρότητα πέφτει περισσότερο, στο 51,7%, με βάση πάντα τα στοιχεία του 2025 με τη μέση τιμή στα 92 ευρώ.
Σε αυτή ειδικά την περίοδο, τέλος Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου, το ενεργειακό επηρεάζει και τους νησιωτικούς προορισμούς– έστω κι αν κλείνουν τώρα σταδιακά τη σεζόν- ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει και με τις προσπάθειες επιμήκυνσης.
Το κόστος μετάβασης
Ως προς το κόστος μετάβασης, από τον Οκτώβριο και μετά, με την σταδιακή μείωση των αεροπορικών συνδέσεων- δεδομένου ότι ολοκληρώνονται και τα θερινά προγράμματα των αεροπορικών εταιρειών- η ζήτηση στηρίζεται κατά κύριο λόγο στον Έλληνα επισκέπτη, ο οποίος μετακινείται σχεδόν αποκλειστικά με Ι.Χ.. Με βάση τους υπολογισμούς των ξενοδόχων, σε ένα διήμερο ή τριήμερο, η μετακίνηση 400 –600 χιλιομέτρων μετ’ επιστροφής κοστίζει σήμερα 70–110 ευρώ μόνο σε καύσιμα, «ποσό συγκρίσιμο με το κόστος της ίδιας της διαμονής και δαπάνη που ο επισκέπτης σταθμίζει πριν κάνει κράτηση», σύμφωνα με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων. Με βάση τα στοιχεία από το Παρατηρητήριο Τιμών Υγρών Καυσίμων, η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων διαμορφωνόταν στα τέλη της περασμένης εβδομάδας στα 2,199 ευρώ/ «έναντι τιμών κάτω των 2 ευρώ στα μέσα Αυγούστου», σύμφωνα με τους ξενοδόχους που τονίζουν ότι η ζήτηση εκτός περιόδου αιχμής είναι κατεξοχήν ελαστική και κάθε αύξηση του κόστους μετακίνησης μεταφράζεται άμεσα σε μη πραγματοποίηση του ταξιδιού. «Πρόκειται, σημειωτέον, για μέσους όρους ανά νομό, καθώς σε μεμονωμένα πρατήρια μικρών νησιών και ορεινών περιοχών οι τιμές είναι ακόμη υψηλότερες», επισημαίνουν οι ξενοδόχοι.
Η ΠΟΞ θέτει το πρόβλημα, ειδικά αυτή την περίοδο στα τέλη Σεπτεμβρίου- αρχές Οκτωβρίου και για τους νησιωτικούς προορισμούς όπου το πρόβλημα λαμβάνει διαφορετική μορφή: Η πλειονότητα των ξενοδοχειακών μονάδων δεν λειτουργεί τους χειμερινούς μήνες και είναι αρκετά τα ξενοδοχεία που καταβάλλουν προσπάθεια ώστε να λειτουργήσουν έναν ή δύο μήνες επιπλέον, στην αρχή και στο τέλος της σεζόν. Ακριβώς εκεί, όμως, η επιβάρυνση από το κόστος των καυσίμων είναι μεγαλύτερη: η απόκλιση από τη μέση πανελλαδική τιμή του καυσίμου είναι υψηλότερη απ’ οπουδήποτε αλλού στα νησιά, με ενδεικτική τη μέση τιμή στα τέλη της περασμένης εβδομάδας στις Κυκλάδες στα 2,42 ευρώ/ λίτρο για την αμόλυβδη 95. Η επιβάρυνση αυτή μετακυλίεται στο σύνολο της λειτουργίας της μονάδας (τροφοδοσία, μεταφορικά, μετακίνηση προσωπικού κ.λπ.), αλλά και στη δαπάνη του ίδιου του επισκέπτη για τις μετακινήσεις του.
Το κόστος θέρμανσης στους ορεινούς προορισμούς
Στις ορεινές περιοχές η θέρμανση δεν συνιστά εποχική ανάγκη ούτε πρόσθετη παροχή, αλλά βασική προϋπόθεση λειτουργίας της μονάδας για το μεγαλύτερο μέρος του έτους. Όπως μεταφέρουν οι Ενώσεις – μέλη της ΠΟΞ, από τις περιοχές αυτές, κατά το 2025 οι επιχειρήσεις χρειάστηκε να λειτουργούν με θέρμανση έως τα μέσα Ιουνίου και να την επανεκκινήσουν ήδη από τα τέλη Σεπτεμβρίου. «Παρά ταύτα, το ισχύον πλαίσιο διάθεσης πετρελαίου θέρμανσης, από τη 15η Οκτωβρίου έως το τέλος Απριλίου, εξακολουθεί να μην ανταποκρίνεται στις πραγματικές κλιματολογικές συνθήκες της ορεινής Ελλάδας», επισημαίνει η Ομοσπονδία σε επιστολή της μάλιστα προς τον κ. Κυριάκο Πιερρακάκη, υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και την υπουργό Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη. «Οι επιχειρήσεις των περιοχών αυτών καλούνται, για τουλάχιστον τρεις μήνες ετησίως, να θερμαίνονται με καύσιμο υψηλότερης φορολογικής επιβάρυνσης, ακριβώς δηλαδή στους μήνες κατά τους οποίους επιχειρείται η επιμήκυνση της σεζόν. Με την έναρξη της νέας περιόδου διάθεσης, η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης αναμένεται να διαμορφωθεί σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τα περσινά».
Η αύξηση αυτή, σε συνδυασμό με την παράλληλη επιβάρυνση από το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας, διαμορφώνει ένα ενεργειακό βάρος που οι μονάδες των ορεινών περιοχών δεν είναι πλέον σε θέση να απορροφήσουν. Οι ξενοδόχοι υποστηρίζουν ότι στις κρίσεις των τελευταίων ετών οι επιχειρήσεις αυτές επέλεξαν, να μη μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στον Έλληνα επισκέπτη, ώστε να διατηρήσουν προσιτούς τους προορισμούς τους και πλέον το περιθώριο αυτό έχει εξαντληθεί, με τις μικρές, οικογενειακές μονάδες να πλήττονται δυσανάλογα: Πολύ περισσότερο με το σκεπτικό ότι τα ξενοδοχεία των ορεινών όγκων, της ενδοχώρας και των μικρών νησιών δεν διαθέτουν εναλλακτικές αγορές, ούτε συμβάσεις που να εξασφαλίζουν πληρότητες, λειτουργούν με πιο μικρά περιθώρια και συχνά αποτελούν τη μοναδική οικονομική δραστηριότητα της περιοχής – σε αρκετούς προορισμούς ο τουρισμός συνιστά ουσιαστικά τη μόνη πηγή εισοδήματος και η βιωσιμότητα των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων συνδέεται ευθέως με τη συγκράτηση του πληθυσμού.
Προτάσεις
Η ΠΟΞ προτείνει στοχευμένες παρεμβάσεις, γεωγραφικά και χρονικά για το θέμα, όπως, μεταξύ άλλων, την επέκταση της περιόδου διάθεσης πετρελαίου θέρμανσης με τον μειωμένο συντελεστή Ε.Φ.Κ. για τις ορεινές και ημιορεινές περιοχές, ώστε να καλύπτει το πραγματικό διάστημα κατά το οποίο απαιτείται θέρμανση – κατ’ ελάχιστον από 1ης Οκτωβρίου έως 31ης Μαΐου, με δυνατότητα περαιτέρω επέκτασης βάσει των δεδομένων της Ε.Μ.Υ. ανά ζώνη και την στοχευμένη ελάφρυνση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για τις ξενοδοχειακές μονάδες ορεινών, απομακρυσμένων και μικρών νησιωτικών περιοχών, μέσω μείωσης ή απαλλαγής από ρυθμιζόμενες χρεώσεις κατά τους μήνες εκτός αιχμής, ή μέσω ένταξής τους σε ειδικό τιμολόγιο.
Επίσης προτείνει την ένταξη των μονάδων των ορεινών περιοχών σε πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης με αυξημένη ένταση ενίσχυσης, με προτεραιότητα σε συστήματα που μειώνουν διαρθρωτικά την εξάρτηση από το πετρέλαιο (αντλίες θερμότητας, θερμομόνωση κελύφους, αξιοποίηση τοπικής βιομάζας), ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα σε πιο μόνιμη και όχι σε ετήσια βάση. Μία ακόμη πρόταση έχει να κάνει με έναν ειδικό κύκλο «Τουρισμός για Όλους» για τη συγκεκριμένη περίοδο, με αυξημένο ύψος voucher και εφαρμογή και στους μήνες επιμήκυνσης της σεζόν για τους νησιωτικούς προορισμούς, διακριτή προσαύξηση για ορεινούς, απομακρυσμένους και μικρούς νησιωτικούς προορισμούς που να καλύπτει ρητά και το κόστος μετακίνησης και ελάχιστη διάρκεια δύο ή τριών διανυκτερεύσεων ώστε η ενίσχυση να μετατρέπεται σε πραγματικές διανυκτερεύσεις. Στο «τραπέζι» βάζει και κίνητρα οδικής μετακίνησης εκτός αιχμής: έκπτωση στα διόδια για ταξίδια μετ’ επιστροφής εντός της συγκεκριμένης περιόδου, σε συνεργασία με τους παραχωρησιούχους, και ενίσχυση των υπεραστικών συνδέσεων προς ορεινούς προορισμούς.
Διαβάστε ακόμη
Για αυτά τα άγνωστα μέταλλα διψά η νέα τεχνολογία
«Μην αντιμετωπίζετε τους πάντες το ίδιο» – Η μέθοδος ηγεσίας που λειτουργεί
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.