Δημήτρης Μαρκόπουλος

  Επειδή στην Ελλάδα διαχρονικά μας αρέσει ο Νίκος Ξανθόπουλος. Επειδή κλαίμε με την πρώτη ευκαιρία. Μόλις ο καθένας χάσει τη δουλειά του, ακόμα κι αν τον πληρώνουμε από την τσέπη μας για κάτι αχρείαστο. Που στεναχωριόμαστε μόλις η κάθε συντεχνιακή «σέχτα» αρχίσει τη μελούρα.   Επειδή κανένας δεν σεβάστηκε τους 1,5 εκατομμύρια ανέργους του ιδιωτικού τομέα.   Επειδή κανένας δεν σέβεται τους άλλους 2 εκατομμύρια εργαζόμενους στην ελεύθερη αγορά που παράγουν πλούτο υπό συνθήκες δύσκολες και που πληρώνουν όρους.   Επειδή πολύ μελάνι και πολύ …τραγούδι έπεσε για αυτές.   Ήλθε η ώρα να βάλουμε κάποια πράγματα σε τάξη.   Αν καταλάβαμε λοιπόν καλά, οι καθαρίστριες με την ανακοίνωσή τους υπέρ της κυρίας Δούρου λειτουργούν με δύο μέτρα και σταθμά. Μόνο και μόνο επειδή έχτισαν μια συμμαχία με την περιφερειάρχη Αττικής, τη βγάζουν «λάδι». Και τι μας λένε; Πως απαιτούν να προσληφθούν ΜΟΝΟ και ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ στο υπουργείο Οικονομικών. Αν δηλαδή, για παράδειγμα, η κυβέρνηση θελήσει να ελιχθεί και να τους προτείνει την εργασία σε κάποιον άλλο κρατικό φορέα, οι καθαρίστριες, είτε επειδή δεν θα τις βολεύει χιλιομετρικά η απόσταση, είτε εξαιτίας του ότι σε επιφάνεια τα νέα γραφεία που θα πρέπει να καθαρίζουν θα είναι μεγαλύτερα από αυτά του υπουργείου Οικονομικών, θα αρνηθούν να εργαστούν εκεί. Για τις καθαρίστριες, η κα Δούρου είναι η «συντρόφισσα». Γιατί απλά χάιδεψε τα αυτιά τους. Γιατί πήγε με τα νερά τους. Τι κι αν κάνει ακριβώς το ίδιο με αυτό που έπραξαν οι Γιάννης Στουρνάρας και Γκίκας Χαρδούβελης; Για αυτές, η υπόθεση Περιφέρεια Αττικής είναι μακριά. Δεν τις αφορά. Δεν είναι το δικό τους πρόβλημα. Κινούμενες στη λογική «τι με νοιάζει αν καίγεται το σπίτι του διπλανού αφού δεν είναι το δικό μου», οι καθαρίστριες θέλησαν να κατοχυρώσουν το δικό τους χωραφάκι. Όμως αυτό συμβαίνει την ίδια ώρα που διεκδικούν την στήριξη μιας ολόκληρης κοινωνίας. Που απαιτούν από όλους μας «συμπαράταξη» και «κοινές διεκδικήσεις». Ε, αυτός λοιπόν είναι ο δημόσιος τομέας στη χώρα μας, και καλό θα είναι άπαντες να το καταλάβουν. Πρόκειται για τους εργαζόμενους εκείνους που θεωρούν πως ανήκουν σε έναν άλλο πλανήτη. Πως η κοινωνία τους χρωστάει κι από πάνω. Πως θα πρέπει εκείνοι να καθορίζουν το πού, το πώς και το με πόσα θα εργάζονται.

Λυπάμαι που το λέω. Όμως τελικά αυτό είναι. Επικίνδυνοι. Αναφέρομαι στους εγκεφάλους της οδού Νίκης. Όλους εκείνους που «εφευρίσκουν» φόρους. Αλλά και στους πολιτικούς τους προϊσταμένους. Η νέα φοροεπιδρομή σε εταιρικά κινητά, αυτοκίνητα και κάρτες και το χαράτσι παροχών που ετοιμάζεται με αναδρομική μάλιστα ισχύ ως προς τις παροχές σε είδος από τις επιχειρήσεις, αποδεικνύει αυτό που λέγαμε και με την υπόθεση του ΕΝΦΙΑ. Πως δηλαδή κάποιοι στο υπουργείο Οικονομικών δρουν σε λογική πέμπτης φάλαγγας και επί της ουσίας θέλουν να ρίξουν με τις πράξεις τους τη δικομματική κυβέρνηση. Δεν εξηγείται αλλιώς το πράγμα. Μετά τους δικηγόρους, τους γιατρούς, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους ιδιοκτήτες ακινήτων, την επονομαζόμενη ραχοκοκαλιά της Νέας Δημοκρατίας ή αλλιώς τον «αστικό ιστό» οι εγκέφαλοι παρά τω Χαρδούβελη τα έβαλαν και με τους ανθρώπους που παράγουν (σ.σ. τους μόνους δηλαδή) κάτι σε αυτόν τον τόπο. Τον ιδιωτικό τομέα. Με τη μεταβίβαση φορολογικού κόστους από τις επιχειρήσεις προς τους εργαζόμενους και τα στελέχη της αγοράς, η ΝΔ είναι πλέον σαν να πετάει λευκή πετσέτα και να λέει πως «τον αστικό κόσμο δεν τον χρειάζομαι». Σαν να επιβεβαιώνει δηλαδή την πορεία της προς την ήττα όποτε κι αν γίνουν εκλογές. Μετά από έναν άθλιο ανασχηματισμό με λαϊκοδεξιά στοιχεία που έδειξε πως δεν ενδιαφέρεται για το μεταρρυθμιστικό κέντρο, η ΝΔ ολοένα περισσότερο θυμίζει εκείνες τις ποδοσφαιρικές ομάδες που όταν στο σκορ είναι μπροστά όλα πάνε πρίμα, άμα όμως φάνε το γκολ της ισοφάρισης ή βρεθούν πίσω στο σκορ βραχυκυκλώνουν. Βρέθηκε λοιπόν «πίσω στο σκορ» με τις Ευρωεκλογές ο Αντώνης Σαμαράς και τώρα κάνει το ένα λάθος πίσω από το άλλο. Με το να χάνει όμως η αστική παράταξη το ένα έρεισμα πίσω από το άλλο, νομίζω πως οι εκλογές θα είναι μια διαδικασία οδυνηρή. Μια εμπειρία τραγική που θα δώσει μεγάλο προβάδισμα νίκης στις ριζοσπαστικές δυνάμεις αλλά – το χειρότερο – μια ηχηρή και ίσως μια ανατάξιμη ήττα στις μεταρρυθμιστικές δυνάμεις της χώρας.

Ο  Γιάννης Παναγιωτόπουλος υπήρξε γενικός γραμματέας Μέσων Ενημέρωσης. Σπούδασε Θεολογία. Για την ακρίβεια ειδικεύτηκε στη Γενική Εκκλησιαστική Ιστορία. Αυτό δεν τον εμποδίζει φυσικά στη χώρα του άρπα κόλλα ή πιο σωστά του "τα ξέρω όλα" ως πρώην μέλος της κυβέρνησης (εχθές μόλις παραιτήθηκε) να κάνει παρεμβάσεις για τη φυγή των καταθέσεων από τη χώρα και να σπέρνει πανικό. Μέχρι μόλις το 2004 καθηγητής σε Γυμνάσια, ο με ύφος "Ντράγκι" πολιτευτής πλέον, σε χθεσινή παρέμβαση του μετά τον απαράδεκτο θεσμικά Άδωνι Γεωργιάδη, έσπευσε να βάλει κι αυτός το λιθαράκι του στην αποσταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας θυμίζοντας με ...νόημα τη φυγή καταθέσεων το 2012 λίγο πριν τις εκλογές. Το ερώτημα όμως που προκύπτει είναι ένα: ποιος δίνει το δικαίωμα στον κάθε "τυχαίο", στο κάθε μικρο-μέγαλο γρανάζι ενός κομματικού συστήματος να τραβάει το χαλί στις τράπεζες της χώρας που με τόσο κόπο των διοικήσεων και των στελεχών τους δίδουν αγώνα ανακεφαλαιοποίησης και έχουν σταθούν στα πόδια τους μετά από τόσες δυσκολίες; Μήπως ήλθε η ώρα οι τραπεζίτες να τραβήξουν ορισμένα αφτιά;

Πριν από χρόνια, σε ένα ταξίδι στο Λονδίνο τέθηκε ξαφνικά το ερώτημα: «ποιον θεωρείτε ως τον Έλληνα που κάνει τη διαφορά; Που θα μπορούσε άνετα να ενώσει τη χώρα»; Η παρέα των τριών δημοσιογράφων κόμπιασε. Πολύ πιο δύσκολο έγινε το ερώτημα όταν προστέθηκε το «…μπορείτε να πείτε και παραπάνω από μια πρόταση». Οι δημοσιογράφοι ως «φάρα» είμαστε παραπάνω από ομιλητικοί. Κι όμως. Σε αυτό το ερώτημα άπαντες «μουγκάθηκαν». Το άλαλο ύδωρ ήπιαμε. Που να βρεις εξάλλου το πρόσωπο εκείνο που θα ένωνε μια πατρίδα που τότε μαστιζόταν από την ύφεση (όπως και σήμερα), την ανυποληψία του πολιτικού και κοινωνικού προσωπικού (όπως και τώρα) και τη σήψη που οδηγεί τις μάζες σε αφασία; Με μεγάλο ενδιαφέρον λοιπόν παρακολουθώ τη συζήτηση αναφορικά με την «πληθώρα άξιων Ελλήνων» που θα μπορούσαν να αναλάβουν το φορτίο της προεδρίας της Δημοκρατίας. Κι εδώ θα διαφωνήσω. Δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη. Αντιθέτως, αντί για πληθώρα – όπως κατά κόρρον τονίζει ο κ. Βενιζέλος εσχάτως ή ο κ. Θεοδωράκης- εγώ βλέπω λειψανδρία. Πλήρες έλλειμμα. Βλέπω την παντελή απουσία προσώπων που άμεσα η κοινωνία θα αναγνώριζε ως πρότυπα. Δεν μου προκύπτει από πουθενά κανενός είδους πρωτοπορία, καμία αξιοσύνη. Δεν παραγνωρίζω πως υπάρχουν εξαίρετοι Έλληνες ανά τον πλανήτη όπως η κα. Ελένη Γλυκατζή Αρβελέρ ή ο κ. Νανόπουλος που εσχάτως «πλασάρονται» από συγκεκριμένα κέντρα. Να σας πάω στους καλλιτέχνες; Εμένα θα μου άρεσε ενδεχομένως ένας αντισυμβατικός χαρακτήρας σαν τον Διονύση Σαββόπουλο παρά τις κατά καιρούς γκέλες του. Να βάλουμε τον Αλεβιζόπουλο που είπε το «Ποτάμι»; Κανένας όμως από όλους αυτούς δεν είναι εκείνος ο ΕΝΑΣ! Αυτός που θα οδηγήσει την κοινωνία σε μια πορεία αλλαγής και ριζοσπαστισμού. Κι αυτό διότι η κυριαρχία της μετριοκρατίας, το θάψιμο των πρώτων για να επιβιώσουν οι δεύτεροι, τρίτοι και τέταρτοι ως πασοκικό «σπορ», ως συνήθεια ετών, τώρα είναι που αποδίδει «καρπούς». Είχες μέσο; Προχωρούσες. Δεν είχες; Τα κουβαδάκια και στο σπίτι σου. Άντε στην καλύτερη να έφευγες εκτός χώρας για να βρεις την άκρη με κόπο και αγώνα. Μέσα λοιπόν από μια λαίλαπα 40 ετών, η κοινωνία μας εθίστηκε στο "λίγο" και φυσικά αυτό παρήγαγε. Μικρές οντότητες. Χάσαμε τους Χατζηδάκηδες κι έχουμε αρκεστεί σε συμπαθητικούληδες τραγουδοποιούς που τους «μεγαλώνουμε» ελλείψει άλλων όπως την καλούλα Μποφίλιου ή ο κάθε διασκεδαστικός "Μαραβεγιας". Μας άφησε χρόνους ο Κάρολος Κουν και «βολευόμαστε» με τον εξαιρετικό μα όχι ισοϋψή Κακλέα. Πουθενά δεν έχει ξεμυτίσει κανένας Κωνσταντίνος Καραμανλής και βολευόμαστε με τον ανεψιό του, ή με τον υιό Παπανδρέου λόγω απουσίας του πατρός. Πάνε οι παλιοί «Τσάτσοι», οι Παπαληγούρηδες, ευπατρίδηδες της ζωής του τόπου όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Μαρκεζίνης για όσους είναι πιο δεξιών αποχρώσεων ή ο Κύρκος με τον Ηλιού για τους πιο αριστερών και πλέον κάνουμε «δουλειά» με τον κάθε φωνακλά στα δελτία ειδήσεων "επειδή έχει γκελ και τον θέλει ο κόσμος». Πουθενά δεν βλέπουμε τον νέο Καραθεοδωρή. Τον καινούργιο Μητρόπουλο στη μουσική, τον Σκαλκώτα της εποχής ή τον γιατρό – ερευνητή Παπανικολάου του 21ου αιώνα. Τώρα όμως που ήλθε η έσχατη ώρα του προσκλητηρίου, παρόν δεν ακούγεται από πουθενά. Κι αυτό διότι όπως έγραψε πριν ένας ακόμα μεγάλος εκλιπών, ο Μανώλης Ρασούλης «οι μάγκες δεν υπάρχουν πια. Τους πάτησε το τρένο».  

Πρόσφατα έζησα την τραγική για να μην πω τραυματική εμπειρία να παραβρεθώ σε ένα τηλεοπτικό πάνελ παρέα με τον Αργύρη Ντινόπουλο. Ναι. Τον υπουργό Εσωτερικών της κυβέρνησης μας. Έναν θεσμικό παράγοντα του τόπου. Τον εκπρόσωπο της «αστικής» παράταξης! Της σοβαρής. Όχι των συνιστωσών που δεν ξέρουν τί τους γίνεται. Των άλλων. Που έχουν πρόγραμμα και είναι φιλοευρωπαίοι. Πολύ σύντομα λοιπόν έζησα μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Σαν να επρόκειτο για κάποιον σεληνιασμένο, σαν να βρέθηκα ξαφνικά εντός φρενοκομείου, βίωσα την απίστευτη «ξεφτίλα». Ένας άνθρωπος εκτός κοινής λογικής, ένας πολιτικός με ροπή προς το «ξεκατίνιασμα» έφερε το πάνελ στα μέτρα του. Κοινώς, το έριξε πολύ, μα πάρα πολύ χαμηλά. Με ουρλιαχτά, με άναρθρες κραυγές αντί να αποδομήσει – όπως σχετικά εύκολο ήταν – το πρόγραμμα του Αλέξη Τσίπρα στη ΔΕΘ επέλεξε να καταφερθεί κατά ενός μέλους του πάνελ. Για την ακρίβεια του αντιπεριφερειάρχη Γιώργου Καραμέρου. Λες και ο Καραμέρος είναι το πρόβλημα. Με πολεμική ρητορική στην οθόνη αλλά πολύ πιο ήρεμος στα διαλείμματα υπογράμμιζε πως «αυτά θέλει το κοινό του συγκεκριμένου καναλιού». Τί δηλαδή; Αίμα, φωνές, δάκρυα και κίτρινες παντομίμες. Αυτός είναι ο «λαός» για τον κ. Ντινόπουλο. Ένας βλάκας με περικεφαλαία που θέλει να «χαρεί» την υπουργάρα του όταν «τα χώνει» στον αντίπαλο. Βέβαια η περίπτωση Ντινόπουλου δεν είναι η μόνη. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την κυρία «έχω νεύρα λόγω …κλιμακτηρίου» Σοφία Βούλτεψη, η οποία ολοένα μας θυμίζει τον πάντα ‘τσιτωμένο’ τηλεοπτικά αείμνηστο πατέρα της. Είναι η κυβερνητική εκπρόσωπος κάνει τη μία γκάφα μετά την άλλη και που το μόνο που δεν έχει κάνει είναι να αποκαλέσει τους εκπροσώπους της αντιπολίτευσης ως «συμμορίτες». Που προφανώς ζώντας στο 1946- 47 απέκλεισε τον ΣΥΡΙΖΑ από τη ΝΕΡΙΤ δίδοντας του την καλύτερη πάσα για να καταγγείλει «πολιτική φίμωση». Είναι η «συνάδελφος» η οποία μπέρδεψε το Τηλε-άστυ των αβερωφικών ημερών με τη δικομματική κυβέρνηση των αρχών 21ου αιώνα. Που ξεχάστηκε με τη λούμπεν δημοσιογραφία της λαϊκής δεξιάς και νομίζει πως τα «κολπάκια» του μετρ του είδους και για χρόνια συνοδοιπόρου της Καρατζαφέρη περνάνε ακόμα και σήμερα. Με αυτούς όμως τους υπουργούς αλλά και άλλους εξίσου «σοβαρούς» όπως η κα. Παπακώστα ή πιο παλιά η κα. Ζέτα Μακρή, πορεύεται ο Αντώνης Σαμαράς. Την ίδια ώρα στον «πάγκο»υπάρχουν οι πιο μετριοπαθείς φωνές. Στην …εξέδρα έχει ξεχαστεί η μεγάλη εφεδρεία του πολιτικού φιλελευθερισμού και της μετριοπάθειας. Και μετά είναι να απορεί κανείς για τις διαφορές που καταγράφονται στις δημοσκοπήσεις. 

Τελικά το είδαμε κι αυτό. Μια σημαντική μεταρρύθμιση που έδωσε ανάσα σε χιλιάδες επιχειρήσεις καθώς προσέφερε πρόσθετα έσοδα αλλά και χαρά σε χιλιάδες πολίτες που εξυπηρετήθηκαν τις Κυριακές κατακλύζοντας τα κέντρα των πόλεων, δεν έγινε δεκτή από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Κι αυτό με αιτιολογία  "ηθική"! Να υποθέσουμε λοιπόν πως σύντομα το Συμβούλιο της Επικρατείας θα επιβάλλει μπούργκα, θα προχωρήσει σε εμπορική σαρία και θα τιμωρεί ενδεχομένως και με ραβδισμό όσους τολμάνε να πουλάνε το ο,τιδήποτε εκτός των ημερών που η Εκκλησία επιτρέπει. Αυτή εξάλλου οφείλει να είναι η περήφανη απάντηση της χώρας μας στην οικονομική κρίση: λιγότερη δουλειά, περισσότερη προσευχή και νηστεία.

Από τα πράγματα που προσωπικά βαριέμαι είναι οι δημοσιογραφικές κλισεδούρες. Τα αναμασήματα στα οποία συχνά - πυκνά καταφεύγουν οι δημοσιογράφοι για να περιγράψουν καταστάσεις, επιλογές και τακτικές. Επομένως ας αποφύγουμε το μαρξιστικό «η ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά σαν τραγωδία και τη δεύτερη σαν φάρσα» που κατά κόρον χρησιμοποιείται από μερικούς γκρίζους συναδέλφους που στερούνται φαντασίας. Ας πούμε καλύτερα πως με την παρουσία του Αντώνη Σαμαρά ζήσαμε το Σάββατο ένα πολιτικό déjà vu. Είδαμε να επαναλαμβάνεται το 2009 και ο ΚώσταςΚαραμανλής. Τότε, ο τέως πρωθυπουργός είχε αισθανθεί προεκλογικά την ανάγκη να μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας. Τη γλώσσα των αριθμών. Έχοντας σπαταλήσει πέντε και πλέον χρόνια αλλά – το κυριότερο – τη θετική ψήφο των Ελλήνων, ο Κώστας Καραμανλής πήγε σε μια εκλογική μάχη με προμετωπίδα την ανάγκη λήψης μέτρων. Και τελικά το πλήρωσε. Οι Έλληνες δεν του συγχώρησαν τον χαμένο πολιτικό χρόνο και κουρασμένοι από λάθη και σκάνδαλα του περίγυρου του, στράφηκαν στο «λεφτά υπάρχουν» του Γιώργου Παπανδρέου. Το ίδιο έργο όμως ζούμε και τώρα με τον Αντώνη Σαμαρά. Οι στενοί του συνεργάτες (κάκιστα) είχαν σηκώσει πολύ υψηλά τον πήχη της εφετινής ΔΕΘ με διαρροές δεξιά και αριστερά. Δια πάσα νόσο, δια πάσα μαλακία η ΔΕΘ ήταν η απάντηση. Μέχρι του σημείου να διαρρέεται και πιθανή «αποκάλυψη» του πρωθυπουργού για τον τάφο της …Αμφίπολης έφθασαν κάποιοι κυβερνητικοί. Αποτέλεσμα αυτής της λανθασμένης επικοινωνιακά διαχείρισης ήταν ο πρωθυπουργός να απογοητεύσει. Να φανεί κατώτερος της περίστασης καινα χάσει το πολιτικό μομέντουμ. Κακά τα ψέματα λοιπόν. Οι ταλαιπωρημένοι πολίτες δεν περίμεναν να ακούσουν ένα ευχολόγιο και να λάβουν σαν νέοι ιθαγενείς μερικές υποσχέσεις δίκην χανδρών για ελάφρυνση τους από το φόρο κατανάλωσης στα καύσιμα που μεσοσταθμικά θα αγγίξει τα 80 με 100 ευρώ το χρόνο. Δεν είναι τα 100 ευρώ το πρόβλημα τους. Είναιτα πολύ περισσότερα τα οποία κάθε τρεις και λίγο πληρώνουν. Περίμεναν να ακούσουν κάτι συγκεκριμένο και μετρήσιμο για τους φόρους στα ακίνητα κι όχι αοριστίες αναφορικά με τον άδικο και καταστροφικό ΕΝΦΙΑ ο οποίος ληστρικά ως φόρος θεσμοθετήθηκε αν και ήταν έκτακτος. Περίμεναν συγκεκριμένη μείωση του ΦΠΑ ή του φόρου αλληλεγγύης. Όχι ψίχουλα και γενικότητες. Περίμεναν από τον ίδιο τον πρωθυπουργόνα ακούσουν για τις 72 δόσεις στα ληξιπρόθεσμα κι όχι μια ημέρα μετά από τον υφυπουργό του Μάκη Γιακουμάτο. Κι εδώ είναι που η δικομματική κυβέρνηση έπεσε σε παγίδα. Εδώ είναι που τα στελέχη δίπλα στον πρωθυπουργό δείχνουν πως ούτε κατάλαβαν ούτε έλαβαν το μήνυμα των Ευρωεκλογών. Εδώ λοιπόν είναι και το σημείο καμπής όπου για μια ακόμη φορά η πραγματικότητα στην πολιτική ξεκινάει την πορεία ήττας της έναντι της υποσχεσιολογίας.