Πόσο υψηλό επιτόκιο πρέπει πλέον να προσφέρουν οι Ηνωμένες Πολιτείες για να πείσουν τους επενδυτές να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν το αμερικανικό κράτος για τις επόμενες δύο δεκαετίες; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα αρχίσει να διαφαίνεται την Τετάρτη, σε μία δημοπρασία κρατικού χρέους που υπό κανονικές συνθήκες θα περνούσε σχεδόν απαρατήρητη, αλλά αυτή τη φορά βρίσκεται στο επίκεντρο των παγκόσμιων αγορών.
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών θα ζητήσει από τους επενδυτές ακόμη 16 δισ. δολάρια μέσω 20ετών κρατικών ομολόγων, προκειμένου να χρηματοδοτήσει μέρος του δημοσιονομικού ελλείμματος, το οποίο έχει ήδη πλησιάσει τα 1,8 τρισ. δολάρια μέσα στη χρονιά.
Το πιθανότερο είναι ότι οι αγοραστές θα είναι εκεί. Το ερώτημα είναι σε ποια τιμή.
Με βάση τα επίπεδα στα οποία διαπραγματεύονταν την Τρίτη τα υφιστάμενα 20ετή Treasuries, η αγορά θα μπορούσε να απαιτήσει από την Ουάσιγκτον απόδοση κοντά στο 5,8%. Πρόκειται για το υψηλότερο κόστος δανεισμού μέσω του συγκεκριμένου τίτλου από τότε που το αμερικανικό Δημόσιο επανέφερε τις δημοπρασίες 20ετών ομολόγων πριν από έξι χρόνια.
Με τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις των Treasuries να κινούνται πλέον σε υψηλά πολλών δεκαετιών, ένα ερώτημα που μέχρι πρόσφατα βρισκόταν στο περιθώριο περνά στο προσκήνιο: πόσο περισσότερο θα πρέπει να πληρώνουν οι ΗΠΑ για να συνεχίσει ο κόσμος να τους δανείζει χρήματα;
Από διαδικαστική υπόθεση σε τεστ εμπιστοσύνης
Υπό φυσιολογικές συνθήκες, οι δημοπρασίες του αμερικανικού Δημοσίου αποτελούν σχεδόν διαδικαστικά γεγονότα για τις αγορές. Η εικόνα αυτή όμως έχει αλλάξει.
Τα επίμονα δημοσιονομικά ελλείμματα, η αβεβαιότητα γύρω από τη μελλοντική νομισματική πολιτική υπό τον νέο πρόεδρο της Fed, Κέβιν Γουόρς, και η μεγάλη αύξηση της προσφοράς χρέους έχουν μετατρέψει μεμονωμένες δημοπρασίες σε κρίσιμα τεστ της επενδυτικής διάθεσης.
Ένα πρώτο προειδοποιητικό μήνυμα ήρθε την περασμένη εβδομάδα. Η δημοπρασία 30ετών αμερικανικών ομολόγων έκλεισε με απόδοση 5,216%, το υψηλότερο επίπεδο για αντίστοιχο χρέος εδώ και περίπου 25 χρόνια.
Μια δημοπρασία που ολοκληρώνεται με υψηλότερη απόδοση από εκείνη που ανέμενε η αγορά αποτελεί συνήθως ένδειξη ασθενέστερης ζήτησης. Καθώς οι τιμές των ομολόγων και οι αποδόσεις τους κινούνται αντίστροφα, οι επενδυτές ουσιαστικά πιέζουν την τιμή χαμηλότερα και απαιτούν μεγαλύτερη απόδοση προτού συμφωνήσουν να δανείσουν το αμερικανικό κράτος.
Το 5% και άνω γίνεται η νέα πραγματικότητα
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο όσο μεγαλώνει η διάρκεια του δανεισμού. Οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη αποζημίωση όταν δεσμεύουν τα κεφάλαιά τους για 20 ή 30 χρόνια, καθώς αναλαμβάνουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τον πληθωρισμό, τις μεταβολές των επιτοκίων και τη μελλοντική δημοσιονομική πολιτική.
Αυτό εξηγεί και την αυξανόμενη ανησυχία γύρω από το 30ετές Treasury, η απόδοση του οποίου έφθασε προσωρινά την Τρίτη στο 5,327%, το υψηλότερο επίπεδο από τις 12 Ιουνίου 2007.
Παράλληλα, η απόδοση του benchmark 10ετούς αμερικανικού ομολόγου άγγιξε το 4,747%, σημειώνοντας το υψηλότερο ενδοσυνεδριακό επίπεδο από τις 15 Ιανουαρίου 2025. Αμφότερες οι αποδόσεις αποκλιμακώθηκαν ελαφρά αργότερα.
Το αυξημένο κόστος του κρατικού δανεισμού δεν μένει περιορισμένο στην αγορά ομολόγων. Οι αποδόσεις των Treasuries αποτελούν σημείο αναφοράς για μεγάλο μέρος της αμερικανικής οικονομίας και η άνοδός τους μπορεί να μεταφερθεί, μεταξύ άλλων, στα 30ετή στεγαστικά δάνεια, στα εταιρικά ομόλογα και συνολικά στο κόστος χρηματοδότησης.
Νέος πονοκέφαλος και για τη Wall Street
Οι υψηλές αποδόσεις έχουν μετατραπεί παράλληλα σε νέο κίνδυνο για το bull market των αμερικανικών μετοχών.
Ο S&P 500, ο Nasdaq Composite και ο Dow Jones Industrial Average κινούνταν την Τρίτη προς τρίτη διαδοχική πτωτική συνεδρίαση, καθώς το ακριβότερο χρήμα περιορίζει την ελκυστικότητα των υψηλών αποτιμήσεων, ιδιαίτερα στον τεχνολογικό κλάδο.
Ο Τζον Βέλις, στρατηγικός αναλυτής συναλλάγματος και μακροοικονομίας για την αμερικανική ήπειρο στην BNY Mellon, συνδέει τις πιέσεις είτε με τις μακροπρόθεσμες προσδοκίες για τη νομισματική πολιτική είτε με την εκρηκτική αύξηση της ζήτησης κεφαλαίων για επενδύσεις στην τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη.
Όπως εξηγεί, μπορεί να μην πρόκειται ακριβώς για εκτοπισμό των επενδύσεων στα Treasuries, όμως η μεγάλη ζήτηση για κεφάλαια ανεβάζει το κόστος χρηματοδότησης σε ολόκληρη την αγορά.
Ο κυρίαρχος φόβος: Τα δημοσιονομικά ελλείμματα
Για τη Γιούλια Αλεξέεβα, επικεφαλής σταθερού εισοδήματος στη MissionSquare, ο σημαντικότερος και πιο επίμονος παράγοντας πίσω από το πρόσφατο sell-off στα μακροπρόθεσμα Treasuries είναι οι ανησυχίες για το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ.
Η εικόνα επιβαρύνεται από το κύμα μακροπρόθεσμων εταιρικών ομολόγων που εκδίδουν οι μεγάλοι τεχνολογικοί όμιλοι, οι λεγόμενοι hyperscalers, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή γιγαντιαίων data centers και άλλων υποδομών για την AI.
Με απλά λόγια, η αμερικανική κυβέρνηση δεν είναι η μόνη που αναζητεί τεράστια ποσά από τις κεφαλαιαγορές. Καλείται να ανταγωνιστεί τις μεγαλύτερες τεχνολογικές επιχειρήσεις του κόσμου για τα ίδια επενδυτικά κεφάλαια.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με την Αλεξέεβα, η αβεβαιότητα γύρω από τη μελλοντική κατεύθυνση της Fed δυσκολεύει τη σταθεροποίηση των τίτλων μεγαλύτερης διάρκειας.
Προς τα 40 τρισ. δολάρια το αμερικανικό χρέος
Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται στους αριθμούς. Το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ αναμένεται σύντομα να ξεπεράσει για πρώτη φορά τα 40 τρισ. δολάρια.
Παράλληλα, το Congressional Budget Office αναθεώρησε την περασμένη εβδομάδα προς τα πάνω την πρόβλεψή του για το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2026, το οποίο εκτιμά πλέον ότι θα φθάσει τα 2,1 τρισ. δολάρια, κατά 200 δισ. δολάρια υψηλότερα από την πρόβλεψη του Φεβρουαρίου.
Οι επενδυτές που αγοράζουν τίτλους διάρκειας 10, 20 ή 30 ετών αναλαμβάνουν τον κίνδυνο ότι για δεκαετίες θα βρίσκονται εκτεθειμένοι στον πληθωρισμό, αλλά και στην πιθανότητα η αμερικανική κυβέρνηση να συνεχίσει να εκδίδει ολοένα περισσότερο χρέος.
Για να αποζημιωθούν γι’ αυτόν τον πρόσθετο κίνδυνο, απαιτούν υψηλότερο premium, το οποίο με τη σειρά του ωθεί τις αποδόσεις προς τα πάνω.
Δεν είναι μόνο αμερικανικό το πρόβλημα
Οι πιέσεις στις αγορές κρατικού χρέους έχουν πλέον παγκόσμιο χαρακτήρα. Τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και η άνοδος των τιμών της ενέργειας εξαιτίας της σύγκρουσης με το Ιράν έχουν συμβάλει στην άνοδο των αποδόσεων στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες.
Στη Γερμανία, η απόδοση των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων βρέθηκε σε υψηλό 15 ετών, στο 3,763%, ενώ οι αντίστοιχες γαλλικές αποδόσεις έφθασαν στα υψηλότερα επίπεδα από το 2008.
Στην Ιαπωνία, η απόδοση του 30ετούς κρατικού ομολόγου αυξήθηκε στο 4,1285%, ξεπερνώντας ακόμη και το υψηλό τριών δεκαετιών που είχε καταγραφεί την άνοιξη.
«Βλέπουμε σίγουρα την ίδια τάση σχεδόν σε όλες τις μεγάλες αγορές σταθερού εισοδήματος», ανέφερε ο Λουίς Αλβαράδο, συνεπικεφαλής παγκόσμιου σταθερού εισοδήματος στη Wells Fargo Investment Institute.
Η διαφορά, όπως επισημαίνει, βρίσκεται στο μέγεθος: η αγορά αμερικανικών Treasuries είναι μεγαλύτερη από το συνδυασμένο μέγεθος των αντίστοιχων αγορών της Ιαπωνίας, της Βρετανίας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων ασιατικών χωρών.
«Τα ελλείμματα υπάρχουν παγκοσμίως, επομένως δεν είναι μια ιστορία που αφορά μόνο τις ΗΠΑ», σημείωσε.
Ο ανταγωνισμός για τους ξένους επενδυτές
Η άνοδος των επιτοκίων στον υπόλοιπο κόσμο δημιουργεί, όμως, ένα πρόσθετο πρόβλημα για την Ουάσιγκτον.
Όταν οι αποδόσεις αυξάνονται στην Ευρώπη ή την Ιαπωνία, οι επενδυτές έχουν λιγότερους λόγους να μεταφέρουν τα κεφάλαιά τους στις ΗΠΑ για να αγοράσουν Treasuries. Μπορούν πλέον να βρουν υψηλότερες αποδόσεις πιο κοντά στις εγχώριες αγορές τους και χωρίς να αναλαμβάνουν τον ίδιο συναλλαγματικό κίνδυνο.
Ο Τσαρλς Λουκ, επικεφαλής επενδύσεων στη City National Bank και την RBC Rochdale, εκτιμά ότι μέρος των κεφαλαίων θα μπορούσε να επιστρέψει σε άλλες οικονομίες, δημιουργώντας φυσική πίεση στη ζήτηση από ξένους αγοραστές αμερικανικού χρέους.
Κατά την εκτίμησή του, αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών έχει κάθε λόγο να παρακολουθεί με ανησυχία τις εξελίξεις.
Η μέχρι τώρα άνοδος των αποδόσεων κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού δεν έχει καταφέρει να βάλει οριστικό φρένο στις πωλήσεις ομολόγων, παρά το γεγονός ότι τα υψηλότερα επιτόκια θεωρητικά θα έπρεπε σταδιακά να προσελκύσουν νέους αγοραστές.
Και κάπως έτσι, η δημοπρασία των 16 δισ. δολαρίων αποκτά σημασία πολύ μεγαλύτερη από το ίδιο το ποσό. Δεν τίθεται θέμα εάν οι ΗΠΑ μπορούν να βρουν αγοραστές για το χρέος τους. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο ακριβό τίμημα θα απαιτήσουν πλέον οι επενδυτές για να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν την Ουάσιγκτον για δεκαετίες.
Διαβάστε επίσης
Κατοικία: Πόσο αυξήθηκαν οι τιμές στα ελληνικά νησιά – «Πρωταθλήτρια» η Κρήτη με +50% στην πενταετία
Μύκονος: Ποια ακίνητα βγαίνουν στο σφυρί το επόμενο διάστημα (pics)
Διπλή επιστροφή ενοικίου έως 1.600 ευρώ για εκπαιδευτικούς και υγειονομικούς
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.