Η μάχη για τα Στενά του Ορμούζ έχει μετατραπεί σε ένα από τα κρισιμότερα μέτωπα του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, με την Ουάσινγκτον να υποστηρίζει ότι έχει πλέον περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα της Τεχεράνης να ελέγχει τον σημαντικότερο ενεργειακό θαλάσσιο διάδρομο του κόσμου.
Έξι μήνες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, η σύγκρουση έχει μετατοπιστεί αισθητά. Εκεί όπου αρχικά το βάρος έπεφτε στην αποδυνάμωση των ιρανικών πυραυλικών δυνατοτήτων και στην καταστροφή των υπολειμμάτων του πυρηνικού προγράμματος, σήμερα το επίκεντρο βρίσκεται στην ελευθερία της ναυσιπλοΐας, στις εξαγωγές πετρελαίου από τον Κόλπο και στον έλεγχο του Ορμούζ.
Αμερικανοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι η κατάσταση έχει αλλάξει προς όφελος των ΗΠΑ τους τελευταίους δύο μήνες. Εκτιμούν μάλιστα ότι η αυξανόμενη αμερικανική παρουσία στα Στενά μπορεί να αποτελέσει σημείο καμπής τόσο για τον πόλεμο όσο και για τις ενεργειακές αγορές, αλλά και να ενισχύσει σημαντικά τη διαπραγματευτική θέση της Ουάσινγκτον απέναντι στην Τεχεράνη.
Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται ιδιαίτερα αισιόδοξος για τον νέο συσχετισμό. Όπως δήλωσε στο Axios, θεωρεί ότι η ιρανική αντίδραση είναι πλέον περιορισμένη και ότι η Τεχεράνη δεν επιθυμεί νέα αμερικανικά πλήγματα.
Από τα 72 στα 126 δολάρια το Brent
Στην έναρξη του πολέμου, στα τέλη Φεβρουαρίου, τα Στενά παρέμεναν ανοιχτά και οι ενεργειακές ροές πραγματοποιούνταν χωρίς σοβαρές διακοπές. Το Brent βρισκόταν τότε κοντά στα 72 δολάρια το βαρέλι.
Μέσα στις πρώτες τρεις ημέρες, όμως, το Ιράν ανακοίνωσε το κλείσιμο της θαλάσσιας οδού και προειδοποίησε ότι θα επιτίθεται σε δεξαμενόπλοια που επιχειρούν να τη διασχίσουν.
Καθοριστικό ρόλο φέρεται να είχε ο τότε διοικητής του Πολεμικού Ναυτικού των Φρουρών της Επανάστασης, Αλιρεζά Τανγκσίρι. Πέρα από τις δημόσιες απειλές κατά της ναυσιπλοΐας, φέρεται να διέταξε την τοποθέτηση ναρκών στο Traffic Separation Scheme, δηλαδή στον βασικό διεθνή διάδρομο από τον οποίο διέρχεται η εμπορική κίνηση μέσω των Στενών.
Ο Τανγκσίρι σκοτώθηκε περίπου τρεις εβδομάδες αργότερα σε ισραηλινό αεροπορικό πλήγμα στο Μπαντάρ Αμπάς, όμως μέχρι τότε η κατάσταση είχε ήδη μεταβληθεί δραματικά.
Οι επιθέσεις εναντίον πλοίων, ο κίνδυνος ναρκών και η αβεβαιότητα για την ασφάλεια των πληρωμάτων περιόρισαν δραστικά την εμπορική ναυσιπλοΐα. Μέσα στους επόμενους δύο μήνες, η τιμή του Brent έφθασε έως τα 126 δολάρια, μεταφέροντας το κόστος της σύγκρουσης σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.
Η εκτίναξη των ενεργειακών τιμών και ειδικότερα η πίεση στις τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ αποτέλεσαν έναν από τους παράγοντες που οδήγησαν τον Τραμπ στην αποδοχή κατάπαυσης του πυρός στις 8 Απριλίου.
Η επαναλειτουργία του Ορμούζ εντάχθηκε στη συνέχεια στον πυρήνα του μνημονίου κατανόησης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Ωστόσο, η ναυσιπλοΐα δεν αποκαταστάθηκε ποτέ πλήρως και το συμφωνημένο πλαίσιο τελικά κατέρρευσε.
Η αμερικανική αντεπίθεση στον θαλάσσιο διάδρομο
Μετά την αποτυχία της συμφωνίας, η Ουάσινγκτον πέρασε σε μια περισσότερο επιθετική στρατηγική, επιχειρώντας να ανοίξει μονομερώς τα Στενά και να αποκαταστήσει τις ενεργειακές ροές.
Σε συνεργασία με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αμερικανικές δυνάμεις άρχισαν να συνοδεύουν εμπορικά πλοία μέσω του νότιου διαύλου, προσφέροντας παράλληλα αεροπορική κάλυψη.
Στο πλαίσιο της επιχείρησης πραγματοποιήθηκαν αναχαιτίσεις ιρανικών drones και πυραύλων κρουζ, ενώ ακολούθησε αεροπορική εκστρατεία περίπου δύο εβδομάδων εναντίον υποδομών και μέσων των Φρουρών της Επανάστασης που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για επιθέσεις κατά της ναυσιπλοΐας.
Ταυτόχρονα ξεκίνησε μια ιδιαίτερα απαιτητική επιχείρηση εκκαθάρισης ναρκών. Σε αυτή συμμετείχαν δύτες του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, Navy SEALs, υποβρύχια, μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας και ιδιώτες εργολάβοι.
Παράλληλα, η Ουάσινγκτον επανενεργοποίησε τον αποκλεισμό ιρανικών λιμανιών, αυξάνοντας περαιτέρω την οικονομική και στρατιωτική πίεση προς την Τεχεράνη.
Η αμερικανική πλευρά υποστηρίζει ότι τα αποτελέσματα των επιχειρήσεων έχουν πλέον αρχίσει να αποτυπώνονται στη ναυσιπλοΐα.
Έως 30 δεξαμενόπλοια κάθε βράδυ
Οι ενεργειακές ροές παραμένουν σαφώς χαμηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο, ωστόσο Αμερικανοί αξιωματούχοι κάνουν λόγο για σημαντική ανάκαμψη της κίνησης μέσω του νότιου διαύλου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται, μεταξύ 20 και 30 δεξαμενόπλοιων περνούν πλέον κάθε νύχτα, μεταφέροντας κατά μέσο όρο 9 έως 10 εκατ. βαρέλια πετρελαίου.
Οι συγκεκριμένες ποσότητες αντιστοιχούν περίπου στο 50% των προπολεμικών ροών, επίπεδο που εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από την πλήρη αποκατάσταση αλλά αποτελεί μεγάλη βελτίωση σε σχέση με την περίοδο κατά την οποία η ναυσιπλοΐα είχε σχεδόν παραλύσει.
Η Ουάσινγκτον υποστηρίζει επίσης ότι η ικανότητα του Ιράν να πλήττει με ακρίβεια τα διερχόμενα πλοία έχει περιοριστεί σημαντικά. Αμερικανός αξιωματούχος εκτίμησε ότι μόλις το 2% των πλοίων που διέσχισαν τα Στενά τον τελευταίο μήνα δέχθηκε πλήγμα.
Παράλληλα, έχουν απομακρυνθεί περισσότερα από 200 ύποπτα αντικείμενα από τη βασική λωρίδα ναυσιπλοΐας. Από αυτά, μόλις 11 αναγνωρίστηκαν ως πραγματικές νάρκες, ενώ μόνο λίγες θεωρείται ότι είχαν τοποθετηθεί αποτελεσματικά.
Ο διοικητής της CENTCOM, ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, ανακοίνωσε ότι οι διεθνώς αναγνωρισμένοι διάδρομοι ναυσιπλοΐας είναι πλέον απαλλαγμένοι από ιρανικές θαλάσσιες νάρκες, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη σημαντικό ορόσημο στην προσπάθεια επαναφοράς της εμπορικής κίνησης.
Οι αμφιβολίες για τον πραγματικό όγκο της κίνησης
Η εικόνα που παρουσιάζει η Ουάσινγκτον δεν γίνεται, πάντως, αποδεκτή χωρίς επιφυλάξεις.
Αναλυτές της αγοράς πετρελαίου και ειδικοί που παρακολουθούν τις κινήσεις των δεξαμενόπλοιων αμφισβητούν εάν οι πραγματικές ροές έχουν πράγματι φθάσει στα επίπεδα που αναφέρουν οι αμερικανικές αρχές.
Η αμερικανική πλευρά αντιτείνει ότι οι ανεξάρτητες υπηρεσίες παρακολούθησης υποεκτιμούν την πραγματική κίνηση, μεταξύ άλλων λόγω περιορισμών στην καταγραφή των πλοίων.
Παράλληλα, οι συνεχείς αναφορές για περιστατικά στα οποία δεξαμενόπλοια δέχονται πυρά ή πλήττονται από βλήματα υπογραμμίζουν ότι η πλήρης ασφάλεια δεν έχει ακόμη αποκατασταθεί.
Το κρίσιμο ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο εάν η θαλάσσια οδός έχει ανοίξει, αλλά εάν οι ναυτιλιακές εταιρείες, οι ασφαλιστές και οι ενεργειακοί όμιλοι θεωρούν το επίπεδο κινδύνου αρκετά χαμηλό ώστε να επιστρέψουν μαζικά στα προπολεμικά πρότυπα μεταφοράς.
Στόχος το 70% των προπολεμικών εξαγωγών
Η αμερικανική στρατηγική εισέρχεται τώρα στην επόμενη φάση, με περισσότερες χώρες του Κόλπου να συμμετέχουν στην προσπάθεια αποκατάστασης των ενεργειακών ροών.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ έχουν ήδη εμπλακεί, ενώ η Ουάσινγκτον αναμένει συμμετοχή και από τη Σαουδική Αραβία.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ επιδιώκουν να πείσουν το Κατάρ να επαναφέρει φορτία LNG στη διαδρομή που προστατεύεται στρατιωτικά.
Ο άμεσος στόχος είναι μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου να έχει διευρυνθεί η δυνατότητα διέλευσης στον βασικό θαλάσσιο διάδρομο, ώστε τουλάχιστον 50 πλοία να μπορούν να εισέρχονται και να εξέρχονται από τον Κόλπο κάθε βράδυ.
Εφόσον αυτό επιτευχθεί, οι αμερικανικές αρχές φιλοδοξούν οι εξαγωγές πετρελαίου να αποκατασταθούν στο 60%-70% των προπολεμικών επιπέδων.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στις παγκόσμιες ενεργειακές τιμές, καθώς θα επέστρεφαν στις αγορές μεγαλύτερες ποσότητες αργού από τους παραγωγούς του Κόλπου.
Η Τεχεράνη ξαναβλέπει τη διπλωματία
Την ώρα που οι ΗΠΑ αυξάνουν την επιχειρησιακή και οικονομική πίεση, εμφανίζονται νέα σημάδια κινητικότητας στο διπλωματικό μέτωπο.
Περιφερειακές πηγές αναφέρουν ότι το Ιράν έχει αρχίσει να δείχνει εκ νέου ενδιαφέρον για συνομιλίες, με σειρά επισκέψεων στην Τεχεράνη να υποδηλώνουν εντατικότερη παρασκηνιακή δραστηριότητα.
Ο αρχηγός του πακιστανικού στρατού βρέθηκε στην ιρανική πρωτεύουσα με στόχο την επανεκκίνηση μιας προσπάθειας διαμεσολάβησης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Ακολούθησε ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, με επίκεντρο το μέλλον των Στενών.
Στη συνέχεια, ο πρωθυπουργός του Κατάρ ταξίδεψε στην Τεχεράνη έπειτα από ιρανικό αίτημα, επιβεβαιώνοντας ότι οι παραδοσιακοί διαμεσολαβητές επιχειρούν να επαναφέρουν έναν δίαυλο επικοινωνίας.
Δημοσίως, ωστόσο, το Ιράν εξακολουθεί να ζητεί την εφαρμογή του προηγούμενου μνημονίου κατανόησης και συγκεκριμένους όρους από τις ΗΠΑ για την επαναλειτουργία των Στενών.
Ο Τραμπ πιέζει πριν επιστρέψει στο τραπέζι
Η αμερικανική πλευρά εμφανίζεται λιγότερο βιαστική να επανέλθει σε επίσημες διαπραγματεύσεις.
Ο Τραμπ δηλώνει ότι δεν ενδιαφέρεται αυτή τη στιγμή για συνάντηση με την ιρανική πλευρά, υποστηρίζοντας ότι πλέον είναι η Τεχεράνη εκείνη που επιδιώκει συμφωνία.
Παρά τη δημόσια σκληρή γραμμή, οι επαφές δεν έχουν σταματήσει. Ο ειδικός απεσταλμένος του Λευκού Οίκου Στιβ Γουίτκοφ εξακολουθεί να βρίσκεται σε επικοινωνία με το Κατάρ και άλλους μεσολαβητές.
Η λογική της Ουάσινγκτον είναι να διαπιστώσει πρώτα εάν ο συνδυασμός του αποκλεισμού, των οικονομικών πιέσεων και της ενισχυμένης αμερικανικής παρουσίας στο Ορμούζ μπορεί να οδηγήσει το Ιράν σε σημαντικότερες παραχωρήσεις.
Στην αμερικανική ανάγνωση, το μνημόνιο κατανόησης της 17ης Ιουνίου έχει πλέον ξεπεραστεί από τις εξελίξεις. Οι ΗΠΑ θεωρούν ότι διαθέτουν ισχυρότερη θέση από εκείνη που είχαν όταν συντάχθηκε και δεν εμφανίζονται πρόθυμες να επιστρέψουν αυτομάτως στους ίδιους όρους.
Αντίστοιχα, οι συνομιλίες Ομάν και Ιράν για νέες ρυθμίσεις διαχείρισης του Ορμούζ αντιμετωπίζονται στην Ουάσινγκτον ως δευτερεύον κομμάτι μιας πολύ μεγαλύτερης αναμέτρησης.
Το αποτέλεσμα είναι ότι τα Στενά έχουν πάψει να αποτελούν αποκλειστικά ένα μέσο πίεσης στα χέρια της Τεχεράνης. Αν οι αμερικανικές εκτιμήσεις επιβεβαιωθούν και οι ενεργειακές ροές συνεχίσουν να αυξάνονται, το ίδιο το Ορμούζ μπορεί να μετατραπεί σε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ, αλλάζοντας όχι μόνο την πορεία του πολέμου αλλά και τους όρους μιας ενδεχόμενης συμφωνίας.
Διαβάστε ακόμη
Φυσικό αέριο: Συναγερμός στην Ευρώπη για τον χειμώνα – Το εφιαλτικό σενάριο για τιμές στα 120 ευρώ
Reuters: Η Energean κοντά στην εξαγορά assets της BP στην Αίγυπτο – Στο $1 δισ. το πιθανό deal
UEFA κατά Ινφαντίνο: Ποινική υπόθεση για το σχέδιο των $20 δισ. – Ο ρόλος-κλειδί του Κούσνερ
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.