Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η Ελλάδα επιχειρεί να κατευθύνει πιο στοχευμένα τα ξένα κεφάλαια, εστιάζοντας την κρατική στήριξη σε δέκα στρατηγικούς κλάδους. Με επιδοτήσεις, φορολογικά κίνητρα, εγγυήσεις δανείων και ταχύτερες αδειοδοτικές διαδικασίες, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη θέλει να προσελκύσει ξένες επιχειρήσεις που θα δημιουργήσουν νέες παραγωγικές μονάδες στη χώρα, γράφει  η γερμανική Handelsblatt.

Το νέο πλαίσιο ενίσχυσης αφορά κυρίως τη μεταποίηση, την έρευνα, την εφαρμοσμένη καινοτομία, την τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ), τη βιοτεχνολογία, την αμυντική βιομηχανία και την αεροδιαστημική. Στους επιλέξιμους τομείς περιλαμβάνονται επίσης τα logistics, η υγεία και οι υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας, όπως οι μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων.

Με τον τρόπο αυτό, η κυβέρνηση επιχειρεί να αλλάξει το μοντέλο των ξένων επενδύσεων που τα προηγούμενα χρόνια στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στα ακίνητα, τον τουρισμό και άλλες υπηρεσίες.

Στόχος είναι τα νέα κεφάλαια να δημιουργούν περισσότερη προστιθέμενη αξία, να ενισχύουν την παραγωγικότητα και να συμβάλλουν σε μια πιο ισχυρή παραγωγική βάση για την ελληνική οικονομία.

Νέο πλαίσιο για παραγωγικές επενδύσεις

Το υπουργείο Ανάπτυξης έχει καταθέσει σχετικό νομοσχέδιο, το οποίο μετά την ολοκλήρωση της δημόσιας διαβούλευσης προωθείται προς ψήφιση στη Βουλή.

Κεντρικό στοιχείο της νέας στρατηγικής είναι η προσέλκυση των λεγόμενων Greenfield επενδύσεων, δηλαδή νέων επενδύσεων όπου μια επιχείρηση δημιουργεί από την αρχή μια νέα μονάδα παραγωγής, εγκατάσταση ή επιχειρηματική δραστηριότητα, συχνά σε αδόμητη έκταση.

Στο πλαίσιο αυτό θα ενισχύονται:

-η δημιουργία νέων παραγωγικών εγκαταστάσεων,

-η επέκταση υφιστάμενων μονάδων,

-η διαφοροποίηση της παραγωγής,

-ο εκσυγχρονισμός παραγωγικών διαδικασιών.

Ιδιαίτερη προτεραιότητα θα δίνεται σε επενδύσεις εκτός μεγάλων αστικών κέντρων, με στόχο την ενίσχυση περιοχών που αντιμετωπίζουν αναπτυξιακές δυσκολίες.

Επενδύσεις έως 50 εκατ. ευρώ – Έως 20 εκατ. η κρατική ενίσχυση

Το νέο πρόγραμμα αφορά επενδυτικά σχέδια με προϋπολογισμό από 10 έως 50 εκατ. ευρώ, ενώ η κρατική στήριξη μπορεί να φτάσει έως και τα 20 εκατ. ευρώ ανά επένδυση.

Τα κίνητρα περιλαμβάνουν:

-φορολογικές απαλλαγές,

-δάνεια με εγγυήσεις της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (HDB),

-απλούστερες διαδικασίες για τη χορήγηση αδειών διαμονής σε επενδυτές και εργαζομένους από τρίτες χώρες.

Παράλληλα, η κυβέρνηση επιχειρεί να μειώσει σημαντικά τον χρόνο αδειοδότησης. Οι πλήρεις αιτήσεις θα πρέπει να εξετάζονται κατά κανόνα μέσα σε δύο μήνες.

Εάν η προθεσμία αυτή παρέλθει, η αρμοδιότητα μεταφέρεται από τις υπηρεσίες αδειοδότησης στον υπουργό Ανάπτυξης, ο οποίος θα έχει ακόμη έναν μήνα για να λάβει απόφαση.

Τι θα χρηματοδοτείται και τι εξαιρείται

Επιλέξιμες θεωρούνται δαπάνες για:

-κτιριακές εγκαταστάσεις,

-νέα μηχανήματα και εξοπλισμό,

-άυλα περιουσιακά στοιχεία, όπως πατέντες, άδειες χρήσης και λογισμικό.

Αντίθετα, η απλή αγορά μετοχών ή εταιρικών συμμετοχών δεν θα επιδοτείται.

Με αυτόν τον τρόπο, η Ελλάδα δεν επιδιώκει να χρησιμοποιήσει κρατικά κεφάλαια για την εξαγορά ήδη υπαρχόντων περιουσιακών στοιχείων, αλλά να προσελκύσει επενδύσεις που δημιουργούν νέο παραγωγικό δυναμικό.

Εκτός του προγράμματος θα παραμείνουν οι επενδύσεις σε ενέργεια, τουρισμό και ακίνητα, καθώς σημαντικό μέρος των ξένων κεφαλαίων τα προηγούμενα χρόνια κατευθύνθηκε ήδη σε αυτούς τους κλάδους.

Από την προσέλκυση κεφαλαίων στη βελτίωση της ποιότητας των επενδύσεων

Η αλλαγή στρατηγικής έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι άμεσες ξένες άμεσες επενδύσεις στην Ελλάδα αυξάνονται σημαντικά. Σύμφωνα με στοιχεία της UNCTAD, οι άμεσες ξένες επενδύσεις ανέρχονταν σε 3,2 δισ. ευρώ το 2020, αυξήθηκαν στα 8,5 δισ. ευρώ το 2022 και έφτασαν τα 12,9 δισ. ευρώ πέρυσι.

Η Γερμανία συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων ξένων επενδυτών στην Ελλάδα, με συνολικό επενδυτικό απόθεμα περίπου 8 δισ. ευρώ.

Για την κυβέρνηση, το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η εισροή ξένων κεφαλαίων, αλλά η ποιότητα αυτών των επενδύσεων και η συμβολή τους στην αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Το μεγάλο στοίχημα της παραγωγικότητας

Η χαμηλή παραγωγικότητα παραμένει μία από τις σημαντικότερες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, υποστηρίζει η Handelsblatt. Συνδέεται με τη μεγάλη παρουσία μικρών επιχειρήσεων, το υψηλό βάρος των υπηρεσιών στο ΑΕΠ, αλλά και με το επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της δημοσιονομικής κρίσης.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το επενδυτικό κενό ξεπερνά τα 100 δισ. ευρώ.

Το 2007, πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και την ελληνική κρίση χρέους, η επενδυτική δαπάνη στην Ελλάδα αντιστοιχούσε στο 25,5% του ΑΕΠ, έναντι 22,6% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στην κορύφωση της κρίσης, το 2013, το ποσοστό είχε υποχωρήσει στο 11,5%. Πέρυσι αυξήθηκε στο 16,9%, αλλά παρέμεινε πάνω από πέντε ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Το υπουργείο Ανάπτυξης επισημαίνει ότι το νέο πλαίσιο αποσκοπεί «στη μείωση του συνολικού επενδυτικού κενού και στην προτεραιότητα σε έργα υψηλής προστιθέμενης αξίας και τεχνολογικής κατεύθυνσης».

Η επιτυχία του νέου μοντέλου θα αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα για το εάν η ελληνική οικονομία, μετά την επιστροφή από την κρίση χρέους που ολοκληρώθηκε το 2018, θα μπορέσει να ξεπεράσει και τις βαθύτερες διαρθρωτικές αδυναμίες της.

Διαβάστε ακόμη

Επιστροφή ενοικίου: Ποιοι θα πάρουν έως 800 ευρώ και ποιοι δικαιούνται διπλή ενίσχυση

Συντάξεις 2027: Οι χιλιάδες δικαιούχοι που ξεμπλοκάρουν και παίρνουν ολόκληρη την αύξηση

Η «Κιβωτός της Αποκάλυψης»: Ποιοι σπόροι θα επιβιώσουν αν ο πλανήτης καταρρεύσει

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ